ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΗΜΗΤΡΑ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Φίλες και φίλοι,

Το χτίσιμο των τελευταίων και μεγαλύτερων θολωτών τάφων πραγματοποιήθηκε στις αρχές αυτής της περιόδου (Θησαυρός του Ατρέα στις Μυκήνες, Θησαυρός του Μινύα στον Ορχομενό της Βοιωτίας). Δυστυχώς, και τα δύο συλλήθηκαν από την αρχαιότητα και δεν έμειναν πολλά από το περιεχόμενό τους για παρατήρηση και μελέτη.

Στα τέλη του 13ου π.Χ. αι. οι μεγάλες πόλεις των Μυκηνών, δηλαδή η Τίρυνθα και η Μιδέα στην Αργολίδα, η πόλη των Αθηνών και η Γλάς στην Βοιωτία, είχαν τεράστια κυκλώπεια οχυρωματικά τείχη, χτισμένα από τόσο μεγάλες πέτρες, ώστε οι απλοί άνθρωποι πίστευαν ότι είχαν χτιστεί από γίγαντες- ειδικότερα από τους Κύκλωπες (εξ ου και κυκλώπεια). Ανάκτορα έχουν ανακαλυφθεί στις Μυκήνες, στην Τίρυνθα και στην Πύλο (της Πύλου χωρίς οχύρωση), ενώ υπάρχουν υποψίες ύπαρξης τειχών στην Αθήνα πάνω στην Ακρόπολη, καθώς και στην Θήβα κάτω από την σύγχρονη πόλη. Οι τοιχογραφίες είναι συνηθισμένες στις ανακτορικές τοποθεσίες, αλλά κομμάτια τοιχογραφιών έχουν βρεθεί και σε οικιακό ή ταφικό πλαίσιο.
Ένα αρχείο πινακίδων Γραμμικής Β από την Πύλο ρίχνει φως σε πολλά θέματα που αφορούν στη διοίκηση των μυκηναϊκών ανακτόρων. Επιπλέον, πινακίδες έχουν βρεθεί στις Μυκήνες, στην Τίρυνθα και στη Θήβα. Υπάρχουν περισσότερα στοιχεία για πόλεις και συνηθισμένα σπίτια κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχουν εξερευνηθεί ώστε να γίνει δυνατή η σύγκριση με τις ήδη ανασκαμένες πόλεις (Γουρνιά και Παλαίκαστρο στην Κρήτη).
Τουλάχιστον, τα μυκηναϊκά ανακτορικά κέντρα ήταν απόλυτα αναμεμιγμένα με το μεσογειακό εμπόριο, εισάγοντας πρώτες ύλες (π.χ. χαλκός, κασσίτερος, ελεφαντόδοντο) και εξάγοντας αρώματα, μάλλινα υφάσματα και ανθρώπινο δυναμικό.
Οι σαφέστερες ενδείξεις αυτού του εμπορίου φαίνονται στα άφθονα προϊόντα μυκηναϊκής αγγειοπλαστικής που βρέθηκαν στην αιγυπτιακή πόλη Τελ-ελ-Αμάρνα, την πρωτεύουσα του αιρετικού φαραώ Ακενατών ( βασίλεψε στα μέσα του 14ου π.Χ.αι.).

Η ΝΕΟΤΕΡΗ (ΥΣΤΕΡΟΕΛΛΑΔΙΚΗ ΙΙΙ) ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (12Ος-11Ος π.Χ.αι)

Γύρω στα 1200 τα ανάκτορα καταστράφηκαν και δεν ξαναχτίστηκαν. Η ανακτορική διοίκηση εξαφανίστηκε μαζί με τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ανακτόρων. Για παράδειγμα, δεν υπάρχεουν ενδείξεις για τοιχογραφίες ή περίτεχνη αριτεκτονική, ενώ η παραγωγή πολυτελών αντικειμένων μειώθηκε σημαντικά.
Η αιτία αποτελεί γρίφο ανάλογο με των προγενέστερων καταστροφών των μινωικών ανακτόρων. Αυτά τα γεγονότα συνέπεσαν με μεγάλες αναταραχές στην ανατολική Μεσόγειο, όπως η αιφνίδια εισβολή των Λαών της Θάλασσας στην Αίγυπτο και η μερική κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Χετταίων.
Στην Ελλάδα, δεν αρκεί πλέον η απόδοση ευθυνών στους Δωρειείς της κλασικής παράδοσης, με την κατηγορία των εισβολέων από τον βορρά, διότι δεν υπάρχει τίποτε το απτό που να σηματοδοτεί την κάθοδό τους.

Μετά την καταστροφή των ανακτόρων, η ομοιομορφία του Μυκηναϊκού Πολιτισμού άρxισε να διασπάται, παρ’ όλο που υπήρξε μερική ανάκαμψη της ευημερίας. Περιφερειακές τεχνοτροπίες της κεραμικής και τοπικές προτιμήσεις στις ταφικές συνήθειες έγιναν όλο και πιο χαρακτηριστικές, αλλά και οι δύο συνέχισαν τις καθιερωμένες παραδόσεις.
Τα μεγάλα τείχη της ακρόπολης εξακολούθησαν να προσφέρουν προστασία σε πολλές τοποθεσίες. Πλούσιες ταφικές προσφορές εξακολούθησαν να γίνονται και η περίτεχνη αγγειοπλαστική εξακολούθησε να παράγεται, αν και μειωμένη. Ωστόσο, αυτού του είδους η ανάκαμψη ήταν βραχυπρόσθεσμη. Η οικονομική παρακμή εδραιώθηκε και στα μέσα του 11ου π.Χ. αι. είχαν απομείνει ελάχιστα που θα μπορούσαν να θεωρούνται «μυκηναϊκά».
Η Ηρωϊκή Εποχή είχε τελειώσει, αλλά η ανάμνηση του πλούτου και των επιτευγμάτων της διατηρήθηκε με την προφορική ποίηση και παράδοση σε όλη τη διάρκεια της Σκοτεινής Υπομυκηναϊκής Εποχής, ώστε ο Όμηρος να καταφέρει να την απαθανατίσει στα δύο έπη του.

Books and Style

Books and Style