ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΗΜΗΤΡΑ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Φίλες και φίλοι,

Θέματα όπως η φτώχεια, οι περιθωριακοί, η αστική λαϊκή κουλτούρα και η παραβατικότητα υποβαθμίζονται σε σχέση με την εμμονή της λαμπερής εικόνας της Σμύρνης ως γενικής εντύπωσης από την εποχή της ακμής της. Η νοσταλγική μνήμη συμφωνεί, πέρα από τις εθνοτικές, γλωσσικές ή θρησκευτικές διαφορές, ότι η Σμύρνη αποτελούσε έναν παράδεισο συνύπαρξης, εργασίας και προκοπής. Πρίν από την πολεμική δεκαετία φαίνεται ότι οι κάτοικοι της πόλης είχαν αποκτήσει μια δική τους ταυτότητα που ξεπερνούσε τις άλλες διαιρέσεις και τις ιδιαίτερες τοπικές τους προελεύσεις.

Βέβαια, η συνύπαρξη των διαφορετικών πολιτισμικών και κοινωνικών ομάδων στηριζόταν σε μια εύθραυστη ισορροπία, εφ’ όσον τόσο στην ευημερούσα όσο και στην παρακμάζουσα Σμύρνη δεν έλειπαν τα κοινωνικά προβλήματα. Στις σημαντικές βιομηχανίες του λιμανιού, κυρίως στην μεταποίηση σύκων, αναζητούσαν εργασία εποχικοί κάτοικοιτης πόλης που ζούσαν στις κοντινές εργατικές γειτονιές.

Τα μέγαρα και τα αστικά σπίτια απασχολούσαν ένα εργατικό δυναμικό, κυρίως νέες υπηρέτριες που ξεφεύγουν από τον φακό της ιστορίας. Μορφές διασκέδασης του λιμανιού, καπηλειά, καφωδεία και «σπίτια με γυναίκες» συμπλήρωναν μια κουλτούρα κοινή στα λιμάνια της εποχής. Η υποκουλτούρα του μετακινούμενου πλήθους συναντούσε κοντά στο λιμάνι τον λαϊκό πολιτισμό που εκφραζόταν με τις παραδοσιακές θρησκευτικές γιορτές και έθιμα, όπως ο Κλήδονας, αποθεώνοντας τη συνοικιακή κουλτούρα πολύ πριν από τη γέννηση των προσφυγικών συνοικισμών και τη μυθολόγηση της φιγούρας της καταφερτζούς Σμυρνιάς.

Τα αστικά λαϊκά τραγούδια της Σμύρνης, χαρακτηιστικές εκφράσεις της κοινωνικής και πολιτισμικής ταυτότητας της πόλης κατά το β΄ μισό του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, αντικατοπτρίζουν τον ρόλο της πόλης ως σημείου συνάντησης και ώσμωσης διαφορετικών πολιτισμικών ρευμάτων και παραδόσεων.

Μουσικά ανάγονται σ’ έναν ευρύτατο πολιτισμικό ορίζοντα που περιλαμβάνει λαϊκά και έντεχνα ιδιώματα των Βαλκανίων, της Εγγύς Ανατολής, καθώς και άφθονες δυτικοευρωπαϊκές επιδράσεις. Ο συγκερασμός των μουσικών επιδράσεων διαφαίνεται σε όλα τα επίπεδα: συνηθέστερα όργανα είναι το βιολί, τοσαντούρι, το μαντολίνο και η κιθάρα, ενώ σπανιότερα εμφανίζονται το βιολοντσέλο, το πιάνο, το ντέφι και το ούτι.

Σε ό,τι αφορά τους ρυθμούς, κυριαρχεί ο ζεϊμπέκικος, που ακολουθείται από τον συρτό και τον καλαματιανό, αλλά και ρυθμοί που εισάγονται από την Ευρώπη (χαμπανέρα, μαζούρκα, πόλκα, βαλς). Μελωδικά το είδος χαρακτηρίζεται από την συνύπαρξη τροπικού και τονικού συστήματος. Τα δύο συστήματα συγχωνεύονται στην περίπτωση του αμανέ, τουαργού και, εν μέρει, αυτοσχεδιαστικού άσματος που απέκτησε εμβληματικό χαρακτήρα για ολόκληρο το σμυρναίϊκο τραγούδι.

Στη θεματολογία του σμυρναίϊκου κυριαρχεί το ερωτικό στοιχείο:

«Σμυρνιά μου, ποιος σε φίλησε και σου’ κανε σημάδι

και σου’ βαλε στο μάγουλο μια βούλα κοκκινάδι…»

Μερικές φορές ο έρωτας διαπραγματεύεται και προσδιορίζει σχέσεις εθνοθρησκευτικής ταυτότητας:

«Η Έλλη θέλει σκότωμα με δίκοπο μαχαίρι

που πήγε και αγάπησε τον Τούρκο κομισιέρη».

Η αστική ταυτότητα της πόλης εκφράζεται στα πάμπολλα σμυρναίϊκα τοπωνύμια των τραγουδιών και στους επαίνους που τα συνοδεύουν:

«Μπουρνόβα με κρύα νερά, Μπουτζά με πρασινάδες

κι εσύ καημένε Κουκλουτζά με τα’ όμορφες κυράδες».

Από την άλλη, δεν λείπουν τα σατυρικά άσματα. Σύμφωνα με τα λεγόμενα της Αγγέλας Παπάζογλου,

«αιτία γύρευες να σιάξεις τραγούδι, και τι τραγούδι… Δηλητήριο…Με το τραγούδι γινότανε το κουτσομπολιό».

Τέλος, χαρακτηριστικές για το είδος και τον λαϊκό τους χαρακτήρα είναι τόσο οι εκφράσεις μοναξιάς και απόγνωσης των αμανέδων, όσο και τα τραγούδια που αναφέρονται σε χρήση οινοπνευματωδών ποτών και ναρκωτικών ουσιών.

Books and Style

Books and Style