ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΓΕΡΑΚΙΝΑ ΜΠΟΥΡΙΚΑ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: CHRISTOS XENITOPOULOS

Η πολυετής ιστορία που κρύβεται πίσω από το Maison Faliakos με τον διάσημο μόδιστρο Κώστα Φαλιάκο, αποτελεί ένα πολύτιμο «κόσμημα» στον χώρο της ελληνικής μόδας. Ο Χρήστος Πετρίδης και ο Βενέδικτος Αντύπας, συνδυάζοντας την άκρατη γοητεία του κλασικού με τη μοντέρνα παρόρμηση, θα έλεγε κανείς με σιγουριά πως έχουν γίνει άξιοι συνεχιστές αυτής της ιστορίας.

Μπαίνοντας στο atelier του Maison Faliakos, σε έναν ολοκαίνουργιο χώρο στο Μετς, δεκαετίες μετά τη γέννηση του οίκου, μου ήταν αδύνατο να ξεκινήσω αμέσως την συνέντευξη. Η ενέργεια στο χώρο με έκανε να νιώσω πως γύρω μου δεν υπήρχαν ρούχα αλλά ζωντανές ψυχές που είχαν κρατήσει για λίγο την ανάσα τους, περιμένοντας υπομονετικά ένα κορμί για να αναπνεύσουν μαζί του. Κι εγώ τους προσφέρθηκα!

Γερακίνα Μπουρίκα, Βενέδικτος Αντύπας και Χρήστος Πετρίδης

ΓΕΡΑΚΙΝΑ ΜΠΟΥΡΙΚΑ: Θέλω να ξεκινήσουμε την ιστορία από την αρχή. Ντύνετε άψογα γυναίκες για μία από τις σημαντικότερες μέρες της ζωής τους. Αυτή του γάμου τους. Το πάντρεμα του πασίγνωστου οίκου μόδας Φαλιάκος με τον Πετρίδη, πώς έγινε;

ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ: Εγώ να ξέρεις γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Δεν είχα καμία σχέση με την Αθήνα που ζω τώρα. Από μικρός θυμάμαι πάντα έβαζα με τη σειρά στόχους και τους ολοκλήρωνα για να πάω στον επόμενο. Πριν αρκετά χρόνια λοιπόν, το 1993 συγκεκριμένα, αφού είχα τελειώσει το στρατιωτικό μου και την σχολή Δημητρέλη στη Θεσσαλονίκη πάνω στο σχέδιο μόδας – πολύ σημαντική εκείνη την εποχή η συγκεκριμένη σχολή για όλη την Ελλάδα – είχε έρθει η ώρα να θέσω τον καινούργιο μου στόχο που ήταν η εξάσκηση πάνω στο αντικείμενο που σπούδασα. Μου είχαν πει τότε κάποιοι φίλοι ότι έπρεπε να με πάνε σε έναν έμπειρο άνθρωπο για να μου πει αν αξίζω ή δεν αξίζω να προχωρήσω στον χώρο. Βρέθηκα λοιπόν στην Αθήνα εκείνο το καλοκαίρι για διακοπές, και στο τελείωμα των διακοπών συναντήθηκα με αυτό τον άνθρωπο που δεν ήταν άλλος από τον Κωστή Φαλιάκο. Η πρώτη μας επαφή είχε γίνει στο ατελιέ που είχε τότε στη Μονή Πετράκη στο Κολωνάκι ένα απόγευμα, το οποίο απόγευμα πέρασε με ατελείωτες ώρες συζητήσεων και ανταλλαγές απόψεων, και ήταν αυτό που με οδήγησε στο τέλος η Αθήνα από προορισμός διακοπών, να γίνει η μόνιμη κατοικία μου. Δεν επέστρεψα ποτέ στη Θεσσαλονίκη. Έτσι, μένοντας εδώ, ξεκίνησα να πηγαίνω στο ατελιέ στην αρχή κάποιες ώρες, έπειτα άρχισα να πηγαίνω όλη την ημέρα, μέχρι που έφτασα να γίνω αναπόσπαστο κομμάτι αυτού του χώρου.

Γ.Μ.: Εσύ, Βενέδικτε, πώς βρέθηκες στον Οίκο;

ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ: Κατά τύχη (ξεκινάει γελώντας). Με τον Χρήστο γνωριστήκαμε σε εντελώς ξένο περιβάλλον, εκτός οίκου δηλαδή, μιλήσαμε και ξεκίνησε η πρώτη κουβέντα για τον οίκο. Μου εξήγησε τι κάνει εδώ, πόσα χρόνια είχε υπάρξει μετά τον θάνατο του Κωστή, πώς συνέχισε μόνος του και τι θα ήθελε να κάνει στο μέλλον. Έτσι απλά λοιπόν ξεκίνησε και η δική μου συνεργασία.

Γ.Μ.: Πώς έχετε μοιράσει τις αρμοδιότητές σας, γιατί νομίζω ο καθένας σας ασχολείται με ένα δικό του κομμάτι. Χρήστο, θα μου πεις εσύ σαν ο πιο παλιός;

Χ.Π.: Εγώ έζησα έναν κώδικα με τον Κωστή για δέκα χρόνια. Μαζί του ήταν η πρώτη μου εμπειρία με τη μόδα. Ζούσα σε ένα πλαίσιο που είχε όλα αυτά που εγώ ονειρευόμουν για τη μόδα πριν μπω ενεργά μέσα σε αυτή. Ήξερα δεν ήξερα λοιπόν, εγώ έπρεπε να μπω μέσα στον τρόπο που λειτουργούσε ο Κωστής και να δρομολογηθώ. Υπήρξε μια άλφα διαδικασία για να γίνει όλο αυτό. Και δίπλα μάλιστα σε έναν άνθρωπο ο οποίος ήταν απίστευτος σε κάποια πράγματα, εικοσιπέντε χρόνια που είμαι στο χώρο δεν έχω συναντήσει κάποιον άλλον άνθρωπο να του μοιάζει ούτε στη θετική αλλά ούτε και στην αρνητική του πλευρά. Σκέψου ότι ο Κωστής ήταν ένας καλλιτέχνης που μπορούσε σε ένα σαββατοκύριακο να σχεδιάσει δύο τρεις κολεξιόν. Φαντάσου ότι για να φτιάξει κάποιος μία κολεξιόν, πρέπει να έχει κάνει εκατό σχέδια για να επιλέξει τα καλύτερα. Για τον Κωστή όμως ήταν κάτι πολύ εύκολο. Εκεί που έπινε καφέ, κάπνιζε τσιγάρο και μιλούσε, είχε ένα χαρτί με μολύβι μπροστά του και έβγαζε μοντέλα. Έτσι απλά.

Γ.Μ.: Εσύ μπορείς να το κάνεις αυτό;

Χ.Π.: Όχι σε αυτή την ταχύτητα. Τον Κωστή τον βοηθούσε ότι είχε ένα χέρι σχεδιαστικό, ήταν και ζωγράφος. Αν δεις τα σκίτσα του είναι πίνακες ζωγραφικής. Ξεκινούσε το σκίτσο σκιαγραφώντας το χέρι. Κανείς δεν καταλάβαινε τι ήθελε να κάνει. Ξεκινούσε από ένα χέρι ουσιαστικά και σου δημιουργούσε ολόκληρη την εικόνα για το ρούχο. Εγώ πρέπει να έχω το σώμα για να το ντύσω. Δουλεύω εντελώς διαφορετικά. Για εκείνον το σώμα με το ρούχο ήταν ένα. Αυτό ήταν ένα θετικό του. Αρνητικό του ήταν ότι δεν είχε σχέση με χρόνο, χρήμα και γενικότερα με πρακτικά θέματα. Δεν τον ενδιέφερε. Ήταν άλλης κατηγορίας άνθρωπος. Ήταν ένας γνήσιος καλλιτέχνης. Ακόμη και για τον εαυτό του, το ντύσιμο και το ρούχο δεν τον ενδιέφερε, παρά μόνο η τέχνη του. Εγώ σαν τελείως διαφορετικός άνθρωπος, μπόρεσα με αυτήν τη νοοτροπία και κούμπωσα και βρέθηκαν και οι ισορροπίες. Στη ζωή μου λοιπόν έζησα ένα déjà vu. Η συνάντησή μου με τον Βενέδικτο μου έφερε έναν άνθρωπο που ταιριάζω σε πάρα πολλά, αλλά ταυτόχρονα πολύ διαφορετικό.

Γ.Μ.: Η ιστορία επαναλαμβάνεται;

Χ.Π.: Ναι. Σε διαφορετικούς χρόνους. Η ίδια ακριβώς ιστορία.

Γ.Μ.: Βενέδικτε, ένιωσες ποτέ τον Χρήστο σαν αφεντικό σου;

Β.Α.: Αυτό δεν το αισθάνθηκα ποτέ. Ερχόμενος εδώ, ένιωσα από την αρχή μία ειλικρινή συνεργασία.

Γ.Μ.: Σχεδιάζετε λοιπόν και οι δύο;

Χ.Π.: Μετά από τέσσερα χρόνια συνεργασίας, έχουμε προχωρήσει σε ένα πιο εξελιγμένο επίπεδο πια. Εγώ είχα σταματήσει να κάνω prêt à porter. Κάποτε το είχαμε ξεκινήσει με τον Κωστή σε μια άλλη εκδοχή το 2000 περίπου, το οποίο σταμάτησε με τον θάνατό του γιατί εγώ δεν μπορούσα όλο αυτό να το διαχειριστώ μόνος. Αργότερα έκανα πάλι μια αρχή αλλά λόγω της κρίσης έκανα ξανά πίσω και αρκέστηκα να φτιάχνω στο ατελιέ τα πράγματα που ουσιαστικά είχα μάθει. Υψηλή ραπτική. Η επαφή μου όμως με τον Βενέδικτο μου το ξαναγέννησε αυτό. Πλέον ήταν άλλο ένα μυαλό δίπλα στο δικό μου μυαλό, και μπορέσαμε όλο αυτό να το εξελίξουμε. Αισθητικά λοιπόν το prêt-à-porter το έχει αναλάβει ο Βενέδικτος, κι εγώ υποστηρίζω το κατασκευαστικό κομμάτι, όμως πετάγομαι πολλές φορές και λέω και την γνώμη μου (συμπληρώνει γελώντας). Το κατασκευαστικό κομμάτι το έχω εγώ λόγω εμπειρίας που σιγά σιγά περνάει φυσικά και στον Βενέδικτο. Το εντυπωσιακό σε αυτή τη συνεργασία μας, είναι ότι επειδή είμαστε πολύ διαφορετικοί χαρακτήρες, μέσα από τις συγκρούσεις μας βγαίνει το καλύτερο δημιουργικό αποτέλεσμα.

Γ.Μ.: Το καλοκαίρι ο οίκος σας βρέθηκε στην εβδομάδα μόδας στο Λονδίνο. Βενέδικτε μίλησέ μου για αυτήν σας την εμπειρία…

Β.Α.: Όλο αυτό ξεκίνησε από μια ιδιωτική πρωτοβουλία που δημιουργήθηκε αρχικά στην Αθήνα και συνεχίστηκε στο Λονδίνο. Ένα κατάστημα συγκέντρωσε περίπου 7 brands, με σκοπό να πάμε όλοι μαζί στην έκθεση του Λονδίνου και όχι μόνος ένας ή δύο σχεδιαστές. Για αρκετό καιρό γινόταν η προετοιμασία για τη συμμετοχή της Ελλάδας στο εξωτερικό. Δουλέψαμε σκληρά κι εμείς όπως καταλαβαίνεις όλο το καλοκαίρι για να είναι η συλλογή έτοιμη, όμως αυτό που νιώσαμε βλέποντας τα ρούχα του οίκου μας στην Εβδομάδα Μόδας (London Fashion Week) στο Λονδίνο στη Βασιλική Ακαδημία Τεχνών, μας αντάμειψε. Ήταν μία φοβερή εμπειρία.

Γ.Μ.: Χρήστο νιώθεις ότι υπάρχει ελπίδα για μια επιχείρηση σαν τη δική σας να ανοίξει τα φτερά της και στο εξωτερικό;

Χ.Π.: Το ξέρεις κι εσύ πολύ καλά ότι αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα δεν ξέρουμε τι γίνεται. Η ελπίδα βέβαια πεθαίνει πάντα τελευταία. Από την άλλη έχουμε φάει πάρα πολύ ξύλο και πόση ελπίδα να έχεις με τόσο ξύλο που τρως; (αναρωτιέται γελώντας) Το θέμα είναι ότι υπάρχει ένας τεράστιος πλανήτης αυτή τη στιγμή, η επικοινωνία πλέον με τον κόσμο λόγω τεχνολογίας είναι άμεση, σε όλο αυτόν τον πλανήτη κινούνται χρήματα και υπάρχουν πάρα πολλές γυναίκες. Εμείς αγαπάμε πάρα πολύ την Ελλάδα και θέλουμε να μείνουμε στην Ελλάδα, όμως θέλουμε αυτό που κάνουμε να μπορέσει να επικοινωνηθεί με όσο γίνεται περισσότερες γυναίκες. Ο ρόλος της δημιουργίας μας είναι να φτιάχνουμε ρούχα που θα κάνουν όσες περισσότερες γυναίκες γίνεται να νιώθουν όμορφα. Ευχάριστα. Να λειτουργούν άνετα μέσα σε αυτά. Να βγάλουν από την ντουλάπα τους ένα ρούχο μας την ώρα που θα θελήσουν να το φορέσουν και να νιώθουν ευτυχείς που το έχουν. Αυτός ο οίκος έχει μια μεγάλη ιστορία στην Ελλάδα όμως δεν θέλουμε να μείνουμε μόνο εκεί. Όλες αυτές οι προσπάθειες που κάνουμε είναι για να μπορέσει αυτό που κάνουμε και δημιουργούμε με τόση αγάπη και μεράκι, να αγγίξει και να φλερτάρει και να δημιουργήσει σχέσεις και με άλλες γυναίκες και εκτός συνόρων.

Γ.Μ.: Πείτε μου πόσο εχθρικό είναι το ελληνικό κράτος απέναντι στο χώρο της μόδας;

Χ.Π.: Αν μου επιτρέπεις, θα σου απαντήσω εγώ γιατί δουλεύω σε αυτό το χώρο σαν επαγγελματίας είκοσι πέντε χρόνια, και έχω δουλέψει όπως καταλαβαίνεις και με διαφορετικές κυβερνήσεις. Θεωρώ ότι ποτέ καμία κυβέρνηση δεν έχει πάρει συγκεκριμένες αποφάσεις που θα μείνουν. Όσον αφορά στη μόδα, κανείς τους δεν έχει κατανοήσει ότι μπορεί να φέρει πάρα πολλά χρήματα. Να δημιουργήσει θέσεις εργασίας για παράδειγμα. Έχω πάει σε εκθέσεις του εξωτερικού παλαιοτέρα με οργανισμούς που επιδοτούνταν από το κράτος. Σε πληροφορώ ότι μετά από δέκα με δεκαπέντε χρόνια – γιατί αυτό τόσο παλιά είχε γίνει – αυτοί οι οργανισμοί χρωστούν σε εμένα χρήματα που τα είχα πληρώσει εγώ τότε προκαταβολικά για να μου επιστραφούν. Το κράτος όπως καταλαβαίνεις είναι άφαντο από παντού. Δεν υπάρχει καμία βιομηχανία μόδας. Ό,τι προσπάθεια κι αν γίνεται στην Ελλάδα. Όποιος στην Ελλάδα κάνει ρούχο, από την απλή μοδίστρα μέχρι το παιδί που προσπαθεί να γίνει σχεδιαστής, μέχρι τους καταξιωμένους σχεδιαστές, είναι όλοι αφημένοι μόνοι τους στον αγώνα. Δεν υπήρξε ποτέ κάτι που να μας βοηθήσει. Αντιθέτως, δημιουργούν καταστάσεις οι οποίες μας δυσκολεύουν.

Γ.Μ.: Υπήρξε όμως μια περίοδος άνθισης της ελληνικής βιομηχανίας μόδας με σημαντικούς δημιουργούς κάποτε. (Τσεκλένης, Billy Bo, Βούρος κ.ά.). Γιατί δεν ευδοκίμησε αυτή η εποχή;

Χ.Π.: Υπήρξαν κάποιες προσπάθειες στο παρελθόν, από αυτά που έχω μάθει κι εγώ από τους πιο παλιούς γιατί δεν την έζησα εκείνη την εποχή, με σπουδαίους δημιουργούς. Υπήρξε προσπάθεια να δημιουργήσουν για την Ελλάδα brand, made in Greece, αλλά δεν ευδοκίμησε τελικά ποτέ αυτό το πράγμα. Για να προχωρήσει ένα brand, πρέπει αρχικά εσύ ο ίδιος να το πιστέψεις και να το υποστηρίξεις. Δεν είδαμε ποτέ καμία κυβέρνηση να υποστηρίζει τα δικά της προϊόντα. Δεν έχουν συλλάβει το ότι η μόδα δεν είναι παγέτα, τακούνι, μίνι, ξανθό μαλλί, ντεκολτέ, ή underground, θολά, μαύρα, στα υγρά υπόγεια κ.λπ.. Αυτά είναι μία εικόνα. Η μόδα, μεταφράζεται σε λεφτά. Μεταφράζεται σε βιομηχανία. Αν ήμουν σε μία θέση που θα έπρεπε να πείσω κάποιον αν η μόδα αξίζει ή δεν αξίζει να της δώσουν προσοχή, θα τον έβαζα να δει την ταινία «Ο διάβολος φοράει Prada». Αν έχεις δει αυτή την ταινία, πίσω από το χιούμορ της, βλέπεις το τι σημαίνει μόδα παγκόσμια και τη δύναμή της. Κανείς δεν έχει δώσει σημασία στη μόδα στην Ελλάδα που είναι μια χώρα πάρα πολύ μικρή, πεταμένη σε μια γωνία, σε σχέση με τις χώρες της κεντρικής Ευρώπης, όπου έχει όμως δώσει τα φώτα του πολιτισμού και έχει μυαλά απίστευτα σε κάθε τομέα και φυσικά και στη μόδα. Όμως αυτά τα μυαλά και οι δημιουργοί πρέπει να γίνουν πρώτα έξω αναγνωρίσιμα, και μετά να έρθουν στην Ελλάδα για να τους αναγνωρίσουν και εδώ.Γ.Μ.: Βενέδικτε, γιατί εμείς οι γυναίκες πρέπει να προσέχουμε το ντύσιμό μας; Πόση δύναμη έχει η εικόνα μας;

Β.Α.: Δεν πρέπει μία γυναίκα να ντύνεται ούτε για τον άνδρα, ούτε για την κολλητή της φίλη, ούτε για τη μητέρα της ούτε για κανέναν. Δεν χρειάζεται να αποδείξει σε κανέναν άλλον άνθρωπο τίποτε. Μία γυναίκα πρέπει να ντύνεται για τον εαυτό της. Για εκείνα που εκπροσωπεί, για την ψυχολογία της, για τα μηνύματα που θέλει να δώσει στους άλλους. Μέσα από το ντύσιμο μια γυναίκα μέχρι λαογραφία μπορεί να επικοινωνήσει, μέχρι την κατάθλιψή της όπως και την άκρατη χαρά της ή τον δυναμισμό της και τις φοβίες της.

Γ.Μ.: Τι προτιμάει η Ελληνίδα στο ντύσιμό της; Τα πολλά χρώματα, τα εντυπωσιακά και φανταχτερά ρούχα, τα προκλητικά ή λόγω κρίσης δεν υπάρχει επιλογή και αρκούνται απλά στο φτηνό;

Β.Α.: Η Ελληνίδα ψάχνει τη χρηστικότητα στα ρούχα που πρώτα δεν το έκανε. Ψάχνει το μικρό μαύρο φόρεμα που μπορεί να το φοράει από το πρωί μέχρι το βράδυ για παράδειγμα. Ψάχνει να ντυθεί όσο πιο έξυπνα γίνεται με χαμηλότερο κόστος.

Χ.Π.: Όλα αυτά που προανέφερες, είναι το παρελθόν της Ελληνίδας. Εδώ που φτάσαμε με όλα αυτά που έχουνε συμβεί, έχει αρχίσει να πηγαίνει η κατάσταση προς αυτό που είπε ο Βενέδικτος. Μου έρχεται για αυτό μία πολύ μεγάλη αίσθηση και κατά βάθος το ελπίζω κιόλας. Γιατί εδώ στην Ελλάδα, είδαμε στο παρελθόν που άνθιζε και η μόδα, πολλά λάθος πράγματα. Όλες ψώνιζαν ασύστολα τα πάντα, ό,τι ερέθισμα και αν τους δίνανε, γέμιζαν ντουλάπες με ρούχα το ένα πάνω στο άλλο. Ναι μεν είμαστε ένας μεσογειακός λαός, ναι μεν σαν χαρακτήρες είμαστε έξω καρδιά, αλλά κάπου όλο αυτό μας κάνει να μην έχουμε μια σειρά και να ξεχνάμε την ποιότητα. Πλέον ευτυχώς οι γυναίκες ψωνίζουν βάση των αναγκών τους. Έχουν σταματήσει να ψωνίζουν ασυναίσθητα.

Γ.Μ.: Πόσο ένας άντρας μπορεί να επηρεάσει τη γυναίκα του στις επιλογές της;

Χ.Π.: Έχω κάνει τις καλύτερες πωλήσεις στη ζωή μου και τις πιο ξεκούραστες, όταν η γυναίκα συνοδεύεται από άντρα. Πάντα η γυναίκα ζητάει μια γνώμη και βοηθάει πολύ η γνώμη του άντρα που είναι ξεκάθαρη και θα πει αυτό μου αρέσει για αυτόν και αυτόν τον λόγο.

Γ.Μ.: Υπάρχει εκεί έξω μια εργαζόμενη μητέρα, θα μπορούσες να πεις ότι ίσως έχει πάρει και λίγα παραπάνω κιλά γιατί ποτέ δεν καταφέρνει να τρώει σωστά, ντύνεται πάντα «βολικά» για τη δουλειά της και τις υποχρεώσεις της, όμως έχει την ανάγκη να νιώσει ξανά γυναίκα και όχι μητέρα ή υπάλληλος κάποιου ή πελάτισσα ενός σούπερ μάρκετ. Χρήστο, εσύ τι μπορείς να κάνεις για αυτή τη γυναίκα;

Χ.Π.: Καταρχάς, επειδή έχω γαλουχηθεί και έχω μεγαλώσει μέσα στην υψηλή ραπτική, θα ξεκινήσω λέγοντάς σου τι σημαίνει η υψηλή ραπτική που την αντιπροσωπεύω. Έρχεται λοιπόν μια γυναίκα και σου λέει ντύσε με. Εσύ πρέπει πρώτα να την γνωρίσεις, πρέπει να την αγαπήσεις, να καταλάβεις τον χαρακτήρα της, πώς είναι το σώμα της και αυτό να το βγάλεις αξιοπρεπέστατο αρχικά στην ίδια, να δει εκείνη πρώτα τον εαυτό της και να της αρέσει, και στη συνέχεια στον κύκλο της. Για μένα ποτέ μια γυναίκα δεν έχει παραπανήσια κιλά. Εγώ σέβομαι την γυναίκα για αυτό που είναι. Είναι δική της επιλογή το πώς θέλει να είναι το σώμα της. Εγώ απλά θα μελετήσω το σώμα της για να βρω τι μου δίνει για να κάνω το αρνητικό της καλύτερο, και το θετικό της ακόμα καλύτερο. Δεν θα της πω να αδυνατίσει, απλά θα της πω ποια είναι η πραγματικότητα. Θα γίνω απλά ο καθρέφτης της. Θα της πω «πρέπει να σου κάνω μεγάλο ντεκολτέ γιατί το πρόσωπό σου είναι πολύ σκοτεινό». «Πρέπει να σου κάνω άνοιγμα κάτω γιατί έχεις μεγάλες πλάτες και πρέπει να φέρω ισορροπία». Θα της μιλήσω πάρα πολύ ειλικρινά. Η γυναίκα δεν χρειάζεται να έχει τις ιδανικές αναλογίες και στην τελική ποιος είναι αυτός που θα τις προσδιορίσει; Η γυναίκα κάνει παιδιά, η γυναίκα δουλεύει όλη την ημέρα, η γυναίκα έχει λίγο χρόνο. Εκτιμώ και σέβομαι τη γυναίκα που περιποιέται τον εαυτό της, σε όσο χρόνο καταφέρνει να του δώσει. Απλά να τον περιποιείται. Να μην τον αμελεί. Από εκεί και πέρα είναι η δική μας δουλειά να βελτιώσουμε αυτό που θα μας δώσει. Τώρα αν μια γυναίκα έχει αυταπάτες και νομίζει ότι αν τρώει εφτά burger θα πάει στο ράφτη να την κάνει αδύνατη, τότε δεν πρέπει να πάει στο ράφτη αλλά σε ψυχολόγο. Αν όμως η γυναίκα είναι εξοικειωμένη με τα εφτά μπέργκερ που τρώει και λέει εγώ έτσι θέλω να είμαι και πες μου την πρότασή σου να δείχνω ωραία, γιατί θέλω να είμαι ωραία, τότε ναι. Μπορούμε να τη βοηθήσουμε. Για μένα δεν υπάρχουν τέλειες αναλογίες. Αυτός άλλωστε είναι και ο ρόλος ο δικός μας. Πώς θα βοηθήσουμε για το καλύτερο αποτέλεσμα. Με την προϋπόθεση να υπάρχει μια εγκεφαλική ισορροπία και όχι αυταπάτες. Να ξέρουμε ποιοι είμαστε ή γιατί είμαστε έτσι. Θέλουμε να είμαστε έτσι; Αν δεν θέλουμε μπορούμε οι ίδιοι να το αλλάξουμε γιατί δεν μπορεί να μας αλλάξει κανένας άλλος. Απλά να μας βοηθήσει.

Γ.Μ.: Βενέδικτε, έχει ραντεβού μαζί σου στο ατελιέ. Εσύ πώς της συμπεριφέρεσαι;

Β.Α.: Εγώ θέλω να την κάνω να νιώσει μούσα. Μη λαμβάνοντας υπόψη μου όλα αυτά που είπες που ουσιαστικά καθορίζουν αυτή τη γυναίκα. Επειδή και η ίδια, κλείνοντας ένα ραντεβού εδώ ίσως θα θέλει να ξεχάσει την καθημερινότητα για μια ώρα, δεν θα της υπενθυμίσω ότι είναι μια ωραιότατη σωστή υπάλληλος σε μια εταιρεία, δεν θα της θυμίσω ότι είναι μια πιστή καταναλώτρια που ψωνίζει στο σούπερ μάρκετ για τα παιδιά της. Αυτό το ραντεβού που θα κάνει εδώ θα το κάνει γιατί θέλει να νιώσει ένα ωραίο παραμύθι, γιατί θέλει να μπει για λίγο στον κόσμο της μόδας ενός ατελιέ, θέλει να πάρει λίγο από αυτό το ωραίο και να επιστρέψει μετά στην όποια καθημερινότητά της. Γιατί αυτό ουσιαστικά ψάχνει κάθε γυναίκα πέρα από την ανάγκη για να ντυθεί που πολλές φορές αυτή η ανάγκη μπορεί είναι επίπλαστη, δεν είναι ότι δεν έχει να φορέσει. Αυτή την ανάγκη της θέλω εγώ να καλύψω. Είτε είναι περιποιημένη και είναι αυτό το στυλ της, είτε όχι. Οπότε όπως θα λειτουργήσω με μια γυναίκα που θα είναι υπέρ του δέοντος περιποιημένη και κομψή και στυλάτη, το ίδιο θα κάνω και με αυτή την καθημερινή ανθρώπινη γυναίκα. Με αυτή ίσως να ασχοληθώ και λίγο περισσότερο. Καμία γυναίκα δεν χρειάζεται να είναι μοντέλο ή να έχει κάποιο συγκεκριμένο οικονομικό επίπεδο. Ειδικά μαζί μου τώρα, γιατί εξαρχής είχα πει στο Χρήστο ότι ήθελα να δω τον Φαλιάκο πιο προσιτό για περισσότερες γυναίκες, υπάρχει σίγουρα πολυτέλεια, υπάρχει γκλάμουρ, υπάρχει ιστορία, αλλά αυτό πλέον υπάρχει για όλους. Μια γυναίκα για να έρθει εδώ δεν είναι απαραίτητο ότι θέλει να αγοράσει νυχτερινή τουαλέτα, να την συνοδεύει μια τζάγκουαρ και να πάει σε μια δεξίωση, μπορεί να έρθει εδώ να πάρει μια μπλούζα, και κάθε μέρα να βγαίνει να περπατάει στο δρόμο και να νιώθει όμορφη όλες τις ώρες. Το υπερβολικό life style που επέβαλαν για πολλά χρόνια, είναι παλιό για μένα. Είναι άσχετο με το τώρα. Τώρα η γυναίκα θέλει να ντύνεται όμορφα από το πρωί γιατί δουλεύει, γιατί θα συνεχίσει μετά τη δουλειά της με μια έξοδο χωρίς να επιστρέψει σπίτι της γιατί θα προκύψει και ένα βραδινό κάλεσμα. Γι αυτό και ένας σχεδιαστής πρέπει να υπηρετεί το τώρα και τις ανάγκες της εποχής, χωρίς να περιορίζεται.Το Maison Faliakos σε συνεργασία με το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα «Βασίλειος Παπαντωνίου», παρουσίασαν μία γεύση από τα 35 και επιπλέον χρόνια ιστορίας του οίκου μόδας στον πολιτιστικό χώρο του ΠΛΙ «Κανάρη 4» από 1η Νοεμβρίου ως 4 Νοεμβρίου 2018.
Στα εκθέματα βρίσκονταν μοναδικά φορέματα υψηλής ραπτικής από το αρχείο του οίκου, παραγγελίες υψηλής ραπτικής από ιδιωτικές συλλογές, νέες δημιουργίες, φωτογραφικό υλικό από επιδείξεις μόδας, φωτογραφίσεις και παρουσιάσεις συλλογών αλλά και πρωτότυπα σχέδια και πίνακες των σχεδιαστών του οίκου, καλύπτοντας την ιστορία αλλά δείχνοντας παράλληλα τη νέα του κατεύθυνση.
Στο πλαίσιο της έκθεσης έγιναν δύο εργαστήρια για τους σπουδαστές της σχολής σχεδίου μόδας Pansik. Στο πρώτο ο Χρήστος Πετρίδης, Chief Creative Officer του οίκου έδειξε στους σπουδαστές moulage, την τεχνική κατασκευής ενδύματος πάνω σε κούκλα. Στο δεύτερο ο Βενέδικτος Αντύπας, Creative Director, συζήτησε με τους σπουδαστές σχετικά με τα σχέδιά τους, τον τρόπο ανάπτυξης μίας συλλογής και το πώς λειτουργεί ένας οίκος μόδας στην Ελλάδα σήμερα.
Η έκθεση, την οποία επιμελήθηκαν προσωπικά οι σχεδιαστές του Maison Faliakos, είχε μεγάλη προσέλευση από καλλιτέχνες, ανθρώπους της μόδας αλλά και μη, δίνοντας έτσι την ευκαιρία σε όλους να δουν ένα μικρό κομμάτι του μαγικού, συνήθως ιδιωτικού, κόσμου της υψηλής ραπτικής.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

This slideshow requires JavaScript.

.

%d bloggers like this: