ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΓΕΡΑΚΙΝΑ ΜΠΟΥΡΙΚΑ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: CHRISTOS XENITOPOULOS

Ο Νίκος Ορφανός δηλώνει παιδί της ροκ, του αμερικάνικου σινεμά και των κινημάτων αμφισβήτησης. Ο φετινός χειμώνας τον φέρνει να ισορροπεί ανάμεσα σε δύο κόντρα ρόλους: στον καλό και τον κακό. Ανάμεσα στον Αριστοφάνη και τον Σαίξπηρ.

Εγώ θα κρατήσω τα λόγια που χαράχτηκαν περισσότερο στο μυαλό μου μιλώντας μαζί του: «Ο Αριστοφάνης μας θυμίζει συνεχώς ότι οι αξίες δεν είναι δεδομένες, συνεχώς επαναπροσδιορίζονται, πρέπει να κερδίζονται και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι χωρίς αξίες, χωρίς άξονες και όρια, δεν υπάρχει κανενός είδους ελευθερία παρά μόνο ασυδοσία και παρακμή».

Νίκος Ορφανός και Γερακίνα Μπουρίκα

ΓΕΡΑΚΙΝΑ ΜΠΟΥΡΙΚΑ: Νίκο, πες μου αρχικά δύο λόγια για την παράσταση του Αριστοφάνη στην οποία πρωταγωνιστείς.

ΝΙΚΟΣ ΟΡΦΑΝΟΣ: Οι ιστορίες του παππού Αριστοφάνη είναι ουσιαστικά τέσσερα έργα του Αριστοφάνη σε ένα. «Η Ειρήνη», «Οι Αχαρνείς», «ο Πλούτος» και οι «Όρνιθες». Την διασκευή αυτή την είχε κάνει ο Δημήτρης Ποταμίτης – ένας θεατράνθρωπος που δεν ζει πια, σε ένα θέατρο που είχε ιδρύσει στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, το θέατρο «Έρευνας» στα Ιλίσια – κρατώντας τον πυρήνα της πλοκής και συνενώνοντας τα επεισόδια, δημιουργώντας μια πιο αθώα εκδοχή, ειδική για παιδιά, στην προσπάθειά του να μεταδώσει σε πιο νέες γενιές τα μηνύματα της αρχαίας κωμωδίας που είναι πολύ οικουμενικά και πολύ ουμανιστικά. Θέλει να μεταδώσει τις αξίες της ειρήνης, της αδελφοσύνης, της κατανόησης και της δημοκρατίας, με τη λογική ότι η θεατρική αγωγή αυτού του είδους πρέπει να απευθύνεται και στους υπό διαμόρφωση πολίτες κι όχι μόνο στους ώριμους ενήλικες θεατές. Εγώ πρωταγωνιστώ στα δύο από αυτά τα έργα, κάνοντας τον Τρυγαίο στην Ειρήνη και τον Χρεμύλο στον Πλούτο. Στα άλλα δύο πρωταγωνιστής είναι ο Μέμος Μπεγνής.

Γ.Μ.: Πόσο εύκολο είναι για τα παιδιά που βαριούνται εύκολα, να παρακολουθήσουν μία τέτοια παράσταση;

Ν.Ο.: Γίνεται πολύ εύκολο γιατί διανθίζεται με τραγούδια – απαραίτητο στοιχείο σε μία παράσταση που απευθύνεται σε παιδιά – γιατί τα παιδιά προσλαμβάνουν πολύ εύκολα μηνύματα μέσω της μουσικής και ενεργοποιούνται πάρα πολύ γιατί έχουν άλλο κώδικα θέασης σε σχέση με το ενήλικο κοινό. Φυσικά, σκέψου ότι τα παιδιά δεν μπορούν και να κάθονται στατικά για πολλή ώρα κάπου προσηλωμένα. Η προσοχή τους είναι σε άλλο στάδιο διαμόρφωσης, οπότε η μουσική τα ανακουφίζει, κάνει την πλοκή να την προσλαμβάνουν καλύτερα και ταυτόχρονα τα κρατάει σε εγρήγορση. Σκέψου ότι η παράσταση απευθύνεται σε παιδιά από πέντε ετών και άνω, ωστόσο ο τρίχρονος γιος μου είδε άνετα το πρώτο μέρος.

Γ.Μ.: Ο Αριστοφάνης, αν έβλεπε τη ζωή των Ελλήνων σήμερα, πιστεύεις ότι θα έκλαιγε ή θα έβαζε τα γέλια;

Ν.Ο.: Νομίζω θα γελούσε, γιατί στον πυρήνα της κοινωνίας δεν έχουμε αλλάξει από τους προγόνους μας, αν εξαιρέσεις ότι είμαστε πολύ πιο ενοχικοί και μικροπρεπείς. Τι θέλω να πω; Στην αρχαία κοινωνία ήταν εντελώς διαφορετική η σχέση του πολίτη με το κράτος. Ύψιστο καθήκον του πολίτη τότε, ήταν να κάνει το καθήκον του απέναντι στην πόλη του και αυτό που ονομάζουμε δημόσιο. Εμείς αυτό το έχουμε απαξιώσει. Έχουμε μία προσήλωση στον ιδιωτικό βίο, παρά στο δημόσιο. Γενικά ο πατριωτισμός μας επαναπροσδιορίστηκε μετά την εμβάπτιση του Ελληνισμού στον Χριστιανισμό και έγινε ένας άλλου τύπου πατριωτισμός, που πρωτίστως αναδεικνύει την ιδιωτική στάση απέναντι στη σχέση με το υπερφυσικό, σε – αν όχι σημαντικότερη – εξίσου βαρύτητα σχέση με την πόλη και αυτό που λέμε κράτος. Αλλά στον πυρήνα έχουμε κάποια χαρακτηριστικά που μας σφραγίζουν και πέρα από τα λογής DNA και τις πληθυσμιακές αλλοιώσεις που έχουμε υποστεί από τις ιστορικές εισβολές, έχουμε κάποια πράγματα που νομίζω δείχνουν ότι είμαστε άνετα απόγονοι των αρχαίων ημών. Είμαστε η διχόνοια – το στοιχείο του αλληλοφαγώματος είναι κάτι το οποίο μας σφραγίζει – η παγαποντιά, η κατεργαριά, ο χρηματισμός και η τάση γενικότερα προς τη διαφθορά. Γιατί από τότε υπήρχαν πράγματι τα ψήγματα για όλα αυτά, τα οποία εμείς σήμερα τα έχουμε κάνει επιστήμη. Δηλαδή για να καταλήξω, ο Αριστοφάνης σήμερα δεν θα ήξερε τι να πρωτογράψει. Θα είχε πάρα πολλά θέματα. Δεδομένου ότι στα έργα του που έχουν σωθεί, λίγο πολύ τα μοτίβα επανέρχονται. Και τα πρόσωπα επανέρχονται. Ο Αριστοφάνης μας θυμίζει συνεχώς ότι οι αξίες δεν είναι δεδομένες, συνεχώς επαναπροσδιορίζονται, πρέπει να κερδίζονται και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι χωρίς αξίες, χωρίς άξονες και όρια, δεν υπάρχει κανενός είδους ελευθερία παρά μόνο ασυδοσία και παρακμή.

Γ.Μ.: Γιατί δεν σε βλέπουμε πια στην τηλεόραση;

(Την στιγμή που διατύπωνα την ερώτησή μου, πέρασε από κοντά μας ο αγαπημένος ηθοποιός Σωκράτης Πατσίκας και αντέδρασε στην πρότασή μου γελώντας. «Γιατί γελάτε;» τον ρώτησα και μου έδωσε τη δική του απάντηση προχωρώντας: «Γιατί είναι επαγγελματίας. Γι’ αυτό δεν παίζει στην τηλεόραση. Οι επαγγελματίες πληρώνονται», και χάθηκε στο βάθος της αίθουσας.)
Ν.Ο.: Ακριβώς. Αυτό που λέει ο κύριος Πατσίκας είναι σωστό (συμπλήρωσε γελώντας κι εκείνος).
Δεν με βλέπετε καταρχάς για πρακτικούς λόγους. Σταμάτησα να παίζω στην τηλεόραση γιατί είχα εκλεγεί βουλευτής για ένα διάστημα. Οπότε εκ των πραγμάτων δεν έπαιζα στην τηλεόραση. Παρόλο που είχα προτάσεις τότε, τις αρνήθηκα. Μετά η τηλεόραση η ίδια μπήκε σε μία αυτοαναφορικότητα και είχε πολλά οικονομικά προβλήματα και θεσμικά οπότε ήταν κάπου μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Υπήρχε μια ραγδαία πτώση των τηλεοπτικών σειρών. Τώρα αρχίζει να στέκεται ξανά στα πόδια της. Τώρα βλέπω πως γίνονται κάποιες σειρές που έχουν κάποιες πολύ καλές ποιοτικές αξιώσεις, γιατί θεωρώ ότι πελαγοδρομήσαμε με ευτελείς ποιοτικά σειρές τα προηγούμενα χρόνια. Δηλαδή εν γένει θεωρώ ότι γενικώς η ελληνική τηλεόραση έχει πέσει σε ένα επίπεδο επιφανειακής ψυχαγωγίας και έχει χάσει μεγάλο μέρος της ουσίας που είχε κατακτήσει τα προηγούμενα χρόνια. Νομίζω λοιπόν ότι καλώς με αγνοεί η ελληνική τηλεόραση προς το παρόν, γιατί κι εγώ δεν θα ήθελα να κάνω κάτι τώρα. Πρωταγωνιστώ σε δύο πολύ ωραίες θεατρικές παραγωγές, δεν έχω καθόλου χρόνο αυτό τον καιρό, συν οι προσωπικές μου δραστηριότητες που έχω, όπως και την οικογένειά μου, οπότε από μακριά κι αγαπημένοι. Ας κάνει τον κύκλο της η τηλεόραση να βρει λίγο τον εαυτό της, γιατί εγώ αυτή τη στιγμή δεν βρίσκω κάτι σε αυτή που να μπορώ καλλιτεχνικά και ποιοτικά να το υπερασπιστώ.

Γ.Μ.: «Ηθοποιός σημαίνει φως»;

Ν.Ο.: Δεν σημαίνει φως, ηθοποιός. Αυτό ήταν απλώς ένα τραγούδι που είπε ο Χορν σε μια θεατρική παράσταση. Δεν ορίζει τον ηθοποιό. Ηθοποιός είναι ένας άνθρωπος ο οποίος έχει ένα ταλέντο σε κάτι πολύ συγκεκριμένο όπως έχουν οι σεφ, οι φωτογράφοι, οι δημοσιογράφοι, οι συγγραφείς… Τίποτε απολύτως παραπάνω. Γι αυτό και απορώ που ο κόσμος κι εσείς ακόμα, επιμένετε να μας παίρνετε συνεντεύξεις. Δεν έχουμε να πούμε κάτι σημαντικότερο από τον οποιοδήποτε ευσυνείδητο και καλλιεργημένο πολίτη αυτής της χώρας. Εγώ θα ήθελα επίσης να διαβάσω ανθρώπους από άλλα επαγγέλματα που να λένε απόψεις όπως σας λέω εγώ τώρα, αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει ενδιαφέρον. Δεν θεωρώ ότι οι απόψεις μου έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα επειδή βγαίνω στη δημοσιότητα. Απλώς είναι κοντά στη δημοσιότητα το επάγγελμά μου. Από την εμπειρία μου – που είμαι εδώ και τριάντα χρόνια στο επάγγελμα – θα σου πω ότι οι ηθοποιοί είναι άνθρωποι που λειτουργούν με το συναίσθημα, παρασύρονται από το θυμικό και έχουν ελάχιστη λογική συγκροτημένη σκέψη ιδίως όσον αφορά σε γενικότερα θέματα όπως πολιτική. Δηλαδή εγώ όταν διαβάζω δηλώσεις ηθοποιών για την πολιτική, γενικά τις θεωρώ αστείες. Δηλαδή είναι ζήτημα να υπάρχουν τέσσερις-πέντε σε όλο τον κλάδο που να λένε σοβαρά πράγματα για την πολιτική. Οι περισσότεροι λένε πράγματα του καφενείου. Γι’ αυτό και σου λέω ότι δεν διαφέρουν από τον περισσότερο κόσμο.

Γ.Μ.: Γενικότερα όμως υπάρχει η αίσθηση πως αμφισβητούν την εξουσία κάνοντας κατά κάποιο τρόπο πολιτική.

Ν.Ο.: Κατά κανόνα οι ηθοποιοί είναι κλάδος ο οποίος πηγαίνει με τον ισχυρό. Είναι πάντα με την εξουσία, παρόλο που καλλιεργείται η εντύπωση ότι αμφισβητεί την εξουσία. Ποτέ δεν αμφισβητεί την εξουσία. Είναι πάντα με τις εξουσίες οι ηθοποιοί. Ανέκαθεν ήταν, γιατί χωρίς προστάτες και χορηγούς δεν μπορούσε να υπάρξει κλαδικά το επάγγελμα από αρχαιοτάτων χρόνων. Επομένως δεν υπάρχει αμφισβήτηση, παρά μόνο καλλιτεχνική αμφισβήτηση. Λέμε πρωτοπόρους αυτούς οι οποίοι ξαφνικά σπάνε τις καλλιτεχνικές τους φόρμες. Όχι ότι φέρνουν ένα έργο. Στη μουσική βλέπουμε ανθρώπους με μήνυμα κοινωνικό. Στο θέατρο δεν βλέπουμε παραστάσεις με κοινωνικό μήνυμα παρά μόνο τόσο όσο.

Γ.Μ.: Πολιτικός, τι σημαίνει;

Ν.Ο.: Πολιτικός για μένα σημαίνει καταρχάς μία φυσική συνέπεια του ενεργού πολίτη. Σημαίνει κάτι που έχει φιλοπατρία, έχει ευσυνειδησία, έχει αίσθηση χρέους και καθήκοντος, προσφοράς και ανιδιοτέλειας. Τώρα το αν οι πολιτικοί στην Ελλάδα είναι έτσι, ας κρίνει ο καθένας σε σχέση με αυτούς που ψηφίζει. Γενικότερα δεν θα ήθελα να πω τι σημαίνει γιατί θα έλεγα ισοπεδωτικά πράγματα και είμαι κατά των ισοπεδωτικών συμπερασμάτων. Όπως και αυτά που σου είπα για τους ηθοποιούς είναι σε γενικές γραμμές.

Γ.Μ.: Κι εσύ όμως έγινες πολιτικός. Πώς ένιωθες τότε;

Ν.Ο.: Ένιωσα κάποιες φορές ότι έχανα κατά κάποιο τρόπο τον εαυτό μου. Γιατί ξαφνικά ο εαυτός μου ήταν κάτι το οποίο διωκόταν υπό μία έννοια. Εμείς οι ηθοποιοί μαθαίνουμε από τη σχολή να είμαστε ο εαυτός μας για να μπορούμε να εκφραζόμαστε, να έχουμε αυτοπεποίθηση, να είμαστε κοινωνικοί, να μην ντρεπόμαστε να εκτιθέμεθα πάνω στη σκηνή και ξαφνικά το χιούμορ μου, ο ευτράπελος τρόπος που βλέπω τη ζωή, τα ευφυολογήματά μου διαστρεβλώνονταν και με χαρακτήριζαν πράγματα τα οποία ούτε είχα διανοηθεί ποτέ ότι θα μου λέγανε. Κι εκεί ξαφνικά έχασα τον εαυτό μου για ένα διάστημα γιατί δεχόμουν επιθέσεις και από το ίδιο μου το κόμμα για αυτή μου τη συμπεριφορά, και ήμουνα μεταξύ δύο πυρών και έλεγα, «πώς πρέπει δηλαδή να είμαι εδώ μέσα σε αυτό το πράγμα; Εγώ μπήκα εδώ να κάνω μια δουλειά και ό,τι προκύψει, ανάλογα με την εμπιστοσύνη των ανθρώπων στους οποίους εκτεθήκαμε για να μας ψηφίσουν… τι είναι αυτό το πράγμα με τη συμπεριφορά;». Γι αυτό και στην Ελλάδα, δεν έχουμε πολιτική. Έχουμε παραπολιτική. Δεν αξιολογούν τους πολιτικούς από αυτά που κάνουν αλλά από αυτά που λένε. Έχουμε γίνει λίγο σαν δημοσιογράφοι. Η πολιτική έχει υποταχθεί στην παραδημοσιογραφία. Οι πολιτικοί κινούνται σαν να είναι δημοσιογράφοι, οι δημοσιογράφοι που μπαίνουν στην πολιτική παραμένουν δημοσιογράφοι-τηλεπαρουσιαστές. Κανείς δεν κάνει πολιτική. Γιατί πολιτική σημαίνει για μένα να λύνεις τα προβλήματα της κοινωνίας. Κανείς δεν ξέρει να δώσει την παραμικρή λύση. Πάνε κάποιοι στο εξωτερικό, τους λένε κάποια πράγματα απ’ έξω, τους λένε τι βολεύει κάποιον, τι θέλει ένα σωματείο, τι θέλουν κάποιοι δικοί μας, πώς να ροκανίσουνε λεφτά. Κανείς δεν κάθισε να πει: «τι θέλουμε εδώ ρε παιδιά; Υπάρχει ένα πρόβλημα. Πως μπορούμε να το λύσουμε; Ελάτε όλοι». Δεν υπάρχει αυτός ο τρόπος σκέψης.

Γ.Μ.: Υπάρχει κάτι που σε έχει στιγματίσει αρνητικά και θα ήθελες να το σβήσεις από το βιβλίο της ζωής σου;

Ν.Ο.: Όχι, δεν θέλω να σβήσω τίποτε, γιατί κάθε αρνητικό με οδηγεί στο να καταλαβαίνω πού θέλω να πάω και ποιος θέλω να είμαι. Δηλαδή στην πολιτική μου σύντομη θητεία, ήταν πολλές οι φορές που δέχτηκα επιθέσεις διαδικτυακές κυρίως, προσωπικού ύφους και μεγάλης προσβλητικότητας, σε σημείο να εκπλαγώ πολύ, μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι αυτό ήταν στοχευμένο και πληρωμένο και στην ορμή του ενεργοποιούσε και άλλους πολλούς χρήσιμους ηλίθιους. Στην αρχή είχα σοκαριστεί, μετά όμως κατάλαβα, και αυτό ήταν το μεγάλο μάθημα που πήρα από τη μικρή μου πολιτική ενασχόληση, ότι εγώ δεν θα γίνω σαν αυτή τη διαδικτυακή αλητεία που βγαίνει και βρίζει συνέχεια, δεν θα αφήσω να μολύνουν τη ζωή μου και τις προσωπικές μου σχέσεις οι πολιτικές διαφορές και οι πολιτικές προκαταλήψεις που κυριαρχούν. Δηλαδή δεν θα αφήσω αυτό το μίσος το οποίο πολλοί βολεύονται να υπάρχει, να με καταλάβει και να μου αλλοιώσει τη σχέση μου με τους ανθρώπους.

Γ.Μ.: Πατέρας, σύζυγος, επαγγελματίας. Ποιο όνειρό σου έχει απομείνει μέχρι στιγμής απραγματοποίητο;

Ν.Ο.: Πολλά. Τώρα νομίζω θα ήθελα πάρα πολύ να ζήσω με κάποιο τρόπο σε μια χώρα του εξωτερικού. Δεν λέω να κάνω καριέρα. Δεν με ενδιαφέρει. Θα μπορούσα να ζήσω και δουλεύοντας σε ένα εστιατόριο, που λέει ο λόγος. Ούτε σου λέω ότι θα ήθελα να μεταναστεύσω. Απλώς σου λέω πως θα ήθελα πάρα πολύ να μου δινόταν η ευκαιρία να βιώσω μια άλλη καθημερινότητα. Αλλά εντάξει, αν δεν πραγματοποιηθεί δεν θα πάθω και τίποτα. Δηλαδή τα σημαντικότερα όνειρά μου τα έχω κάνει πραγματικότητα. Ζω όπως θέλω να ζω, έχω τη γυναίκα που θέλω, έχω καταφέρει να κάνω την οικογένεια που θέλω και μεγαλώνει ο γιος μου όπως θα ήθελα κι εγώ να είχα μεγαλώσει. Ένα όνειρο ζωής που το πραγματοποίησα ήταν ότι κατάφερα να πάω στην Αμερική, γιατί είμαι πολύ αμερικανόφιλος όσον αφορά στην κουλτούρα. Είμαι παιδί της ροκ και του αμερικάνικου σινεμά και των κινημάτων αμφισβήτησης.

Γ.Μ.: Τι κάνεις τις ώρες της μοναξιάς σου;

Ν.Ο.: Θα ακούσω μουσική. Δεν θα κάνω τίποτε άλλο. Πάντα ακούω μουσική. Η δική μου ώρα είναι όταν είμαι εγώ με μια μελωδία στο κεφάλι μου.

Γ.Μ.: Διαβάζεις;

Ν.Ο.: Διαβάζω μέσα στο τρένο και στα διαλλείματα των προβών. Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ, να διαβάσω αλλού. Διαβάζω πάντα εφημερίδες, είμαι μανιακός της εφημερίδας και της τυπωμένης σελίδας. Θεωρώ λειτουργικά αναλφάβητους αυτούς που έχουν πάψει να διαβάζουν εφημερίδες. Δεν υπάρχει άλλη νηφαλιότερη ενημέρωση από τον έντυπο τύπο, όλοι μου οι φίλοι, καλλιεργημένοι άνθρωποι, που έχουν σταματήσει να διαβάζουν εφημερίδες και πληροφορούνται μόνο από το διαδίκτυο, από δυο τρεις συνωμοσίες τις έχουν καταπιεί και μου τις λένε σε βαθμό εξωφρενικό. Κατά κανόνα διαβάζω κυριακάτικες εφημερίδες, λογοτεχνία θα διαβάσω στοχευμένα πλέον, γιατί πλέον έχω και την ύλη για ένα μεταπτυχιακό που κάνω, οπότε μου τρώει χρόνο. Στοχευμένα λέγοντας εννοώ ότι όπως τώρα που είμαι στον «Ερωτευμένο Σαίξπηρ» διάβασα όλη τη βιογραφία του Σαίξπηρ και ξαναδιαβάζω κάποια έργα του.

Γ.Μ.: Έχεις στα χέρια σου ένα μαγικό κουμπί και μπορείς πατώντας το να βρεθείς όπου μπορείς να φανταστείς. Πού θα πας;

Ν.Ο.: Πού να πάω; Δεν ξέρω πού να πάω. Πού θα ήθελα να πάω τώρα;

Γ.Μ.: Ναι. Κυριακή. Πέντε παρά τέταρτο το απόγευμα.

Ν.Ο.: Τώρα επειδή έχω έγνοια τις παραστάσεις, δεν μπορώ να τους αφήσω και να εξαφανιστώ. Γιατί θα πάθουν νευρικό κλονισμό τριάντα άνθρωποι από δύο θιάσους. Θα πουν «ο Νίκος πού πήγε; Πώς θα κάνουμε πρεμιέρα;» (συμπληρώνει γελώντας). Οπότε το κουμπί αφού κάνω ό,τι θέλω, θα το πατήσω λίγο αργότερα, άλλη μέρα, και λέω να βρεθώ στην Καλιφόρνια. Που επίσης θέλω να πάω πολύ. Θέλω να πάω στις πόλεις που έχουν δημιουργήσει οι αγαπημένοι μου μουσικοί, ηθοποιοί και σκηνοθέτες. Θα ήθελα να πατήσω το κουμπί και να πάρω την οικογένειά μου και να βρεθούμε σε μία συναυλία του Bruce Springsteen. Με μια ελληνική σημαία στην πλάτη. Κάτι τέτοιο θα μου άρεσε, αλλά όχι για πάντα. Θέλω να ξαναγυρίσω πίσω. Δεν μπορώ.

Γ.Μ.: Θέλω να κλείσουμε με τη δεύτερη παράσταση στην οποία συμμετέχεις.

Ν.Ο.: Η δεύτερη παράσταση είναι «Ο Ερωτευμένος Σαίξπηρ» και είναι από την ομώνυμη ταινία. Εγώ σε αυτή είμαι ο λόρδος Γουέσεξ. Δηλαδή είμαι αυτός ο ποίος διεκδικεί το κορίτσι που ερωτεύεται ο Σαίξπηρ. Είμαι ο αντίζηλος. Ο Σαίξπηρ είναι ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος. Ο λόρδος Γουέσεξ είναι ένας ευγενής, ξεπεσμένος λόρδος, ο οποίος εκπροσωπεί την εξουσία, την καθεστηκυία τάξη, η οποία δεν μπορεί να αλλάξει, όσο κι αν θέλουμε. Ο έρωτας δεν αλλάζει τα πάντα, πάντοτε. Αυτός είναι ένας ρόλος ας πούμε κακός, αλλά όχι ακριβώς, που στην ταινία τον έπαιζε ο Κόλιν Φερθ. Εδώ τον κάνουμε πιο σκοτεινό, με τον Γιάννη Κακλέα που σκηνοθετεί. Αυτό εμένα μου αρέσει πολύ γιατί οι δύο μου ρόλοι στην παιδική παράσταση είναι κωμικοί και πολύ αστείοι ενώ ο άλλος είναι στον αντίποδα. Μου αρέσει πάρα πολύ όταν κάνω αντίθετα πράγματα και μεταξύ τους αλλά και σε σχέση με μένα.ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

This slideshow requires JavaScript.

.

%d bloggers like this: