ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΑΙΗ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Ο ήλιος έγειρε θαρρείς πιο νωρίς εκείνη την ημέρα. Η βροχή είχε καθαρίσει τους δρόμους που σαν καθρέπτες πια αντανακλούσαν το γλυκό φως από τα χιλιάδες λαμπιόνια που στόλιζαν τους δρόμους και τα δέντρα. Το κρύο είχε δυναμώσει εδώ και ώρες και μερικές νιφάδες χιονιού έπεφταν που και που από ψηλά. Η παραμονή της νέας χρονιάς φέτος ήταν το λιγότερο ειδυλλιακή. Ο εμπορικός πεζόδρομος που φιλοξενούσε τα εκατοντάδες καταστήματα είχε φορέσει και αυτός τα γιορτινά του. Γιρλάντες, λαμπάκια που αναβόσβηναν χαρούμενα και τεράστιοι Αγιοβασίλιδες και ξωτικά είχαν στηθεί έξω από τα καταστήματα που περίμεναν ανυπόμονα να υποδεχθούν εκείνους που είχαν αφήσει τα ψώνια τους για την τελευταία στιγμή.

Το πιο σημαντικό στολίδι της πόλης όμως ήταν ο κόσμος. Όπου και αν γύριζες το κεφάλι σου έβλεπες οικογένειες. Ντυμένοι στα καλά τους ρούχα χαρούμενοι, πιασμένοι χέρι-χέρι να συναντούν γνωστούς και φίλους και να αγκαλιάζονται σαν να μην είχε συμβεί ποτέ…

Χέρια να αγγίζουν πρόσωπα, φιλιά να ανταλλάσσονται και σφιχτές αγκαλιές σαν να μην είχε συμβεί ποτέ. Σαν να είχαν ξυπνήσει όλοι από ένα κακό όνειρο…

Τα κάλαντα σε όλες τις γλώσσες του κόσμου από παιδικές χορωδίες έντυναν γλυκά την γιορτινή ατμόσφαιρα. Ζέσταιναν τα πάντα γύρω σαν χνουδωτό μουσικό χαλί. Σαν να μην είχε συμβεί ποτέ..

«Ding, dong, ding dong» ένα ατμοσφαιρικό Χριστουγεννιάτικο τραγούδι ακούστηκε από όλα τα μεγάφωνα που είχαν στηθεί στον πεζόδρομο. Μια γυναικεία χορωδία ξεπρόβαλλε από ένα κατάστημα και περπατώντας αργά τραγουδούσαν τα λόγια από το παραδοσιακό Carol of the bells και το αποτέλεσμα ήταν υπέροχο. Νόμιζες πως θα αρχίσουν να ξεπηδούν πίσω από θάμνους και δέντρα καλικάντζαροι.

«Μαμά, μαμά ένας καλικάντζαρος! Κοίτα μαμά» ακούστηκε μια παιδική φωνούλα και πραγματικά η ατμόσφαιρα ήταν τέτοια, που πέντε – δέκα άνθρωποι γύρισαν σαν μαγεμένοι να κοιτάξουν εκεί που έδειχνε το παιδί περιμένοντας να δουν άλλη μια έκπληξη από την δημοτική αρχή που είχε αναλάβει να κάνει τις φετινές γιορτές φαντασμαγορικές. Σαν να μην είχε συμβεί ποτέ…

«Μαμά, μαμά κοίτα έχει μεγάλα αυτιά και βρώμικα ρούχα. Μαμά κοίτα καλικάντζαρος. Δεν είχες δίκιο μαμά! Υπάρχουν, στο έλεγα και δεν με πίστευες!» -τα μάτια του παιδιού έλαμπαν.

Η παράξενη φιγούρα πλησίαζε γρήγορα.  Ένας ρακένδυτος άντρας με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό περπατούσε γρήγορα απλώνοντας τα χέρια του δεξιά και αριστερά, παραμερίζοντας τον κόσμο. Τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα.

«Ding, dong, ding dong» τραγουδούσαν εκστασιασμένες οι γυναίκες κάτω από τον στολισμένο φανοστάτη.
«Μαμά κοίτα ο καλικάντζαρος γυρίζει γύρω γύρω. Τρελάθηκε;», ρώτησε το παιδί και η φωνή του είχε κάτι από Χριστούγεννα. Είχε αγάπη και συμπόνια.

Ο «Καλικάντζαρος» άφησε τα δάκρυά του να τρέχουν. Με τα χέρια υψωμένα ψηλά, τα μάτια να τρέχουν και τις νιφάδες του χιονιού να στολίζουν τα μακριά του γένια γύριζε γύρω από τον εαυτό του. «Ναι αγάπη μου, ο καλικάντζαρος τρελάθηκε» είπε η μητέρα του παιδιού και το τράβηξε λίγο πιο κοντά της, «έλα πάμε έχουμε ψώνια να κάνουμε», συμπλήρωσε λυπημένη.

«Ding, dong, ding dong», σαν να μην είχε συμβεί ποτέ..

Ο παράξενος άντρας άρχισε να κλαίει γοερά. «Αδέρφια», φώναζε. «Αδέρφια σηκώστε τα μάτια σας να δείτε» -μα κανείς δεν του έδινε σημασία. «Αδέρφια ακούστε με» -μα κανείς δεν άκουγε, κάποιοι μάλιστα απέφευγαν και να κοιτάξουν. «Αδέρφια» ούρλιαξε ξανά, ανεβαίνοντας στην πλάτη από ένα παγκάκι και η κραυγή του έκανε τη χορωδία να πάψει. Ο χρόνος σαν να σταμάτησε για λίγο και οι άνθρωποι πάγωσαν. Οι νιφάδες του χιονιού έπεφταν πιο γοργά τώρα. Στόλιζαν το κεφάλι του «καλικάντζαρου».

«Αδέρφια μου, πού πάτε; Τι κάνετε; Πώς γίνεται να μην το βλέπετε; Δείτε τα πρόσωπά σας για λίγο. Είστε όλοι τόσο χαρούμενοι. Πώς γίνεται να είστε χαρούμενοι; Πού πάτε μωρέ; Βγάλτε τις μάσκες σας. Πόσο θα κρύβεστε πια…  Δεν μπορεί αυτό που βλέπω να είναι αλήθεια. Βγάλτε τις μάσκες..»

Κάποιοι από τους ανθρώπους που σταμάτησαν για να ακούσουν τα λόγια του… τρελού, κούνησαν το κεφάλι σαν να κατάλαβαν. Ήταν φανερό πως ο άντρας είχε μάλλον χάσει τα λογικά του τότε…  Μιλούσε ακόμα για τις μάσκες. Μα κανείς δεν φορούσε μάσκα πια. Ήταν όλα όπως πριν. Σαν να μην είχε συμβεί ποτέ…

Ο «καλικάντζαρος» άρχισε ξαφνικά να γελά. Το γέλιο του αντηχούσε παντού.  Ένας κύριος με κοστούμι που μόλις είχε φτάσει στο σημείο, έκανε νόημα στη χορωδία να αρχίσει ξανά να τραγουδάει.  «Ding, dong, ding dong» σαν να μην είχε συμβεί ποτέ… Τίποτα να μην χαλάσει την γιορτινή διάθεση. Το γέλιο του όμως ξεπέρασε τις φωνές που έψαλαν το τραγούδι. Η κραυγή του έσπασε κάθε νότα που υψωνόταν στον ουρανό σαν σαπουνόφουσκα.

«Σας είπαν να φορέσετε μάσκες και εξεγερθήκατε όλοι. Ανόητα πρόβατα. Δεν τις θέλατε τις μάσκες, ξέρω γιατί. Βάλατε μάσκα για να καλύψετε το στόμα και τη μύτη σας από τον αόρατο εχθρό σας. Δυο μάσκες όμως πώς να χωρέσουν σε ένα πρόσωπο; Χα χα χα. Δεν χωράνε και χωρίς να το ξέρετε, βγάλατε τις δικές σας μάσκες. Αυτές που φοράτε χρόνια τώρα. Αυτές των καλών και συμπονετικών ανθρώπων. Αυτές της ευγένειας και του καθωσπρεπισμού. Ανόητα πρόβατα. Βάλατε τη μάσκα και γκρινιάζατε που κρυβόταν το μισό σας πρόσωπο… Αχαχαχα. Δεν είχατε ιδέα, έτσι; Δεν σας έκρυβε τίποτα. Το αντίθετο έγινε αδέρφια. Σας αποκάλυψε. Φάνηκε η αλήθεια σας. Ο αόρατος εχθρός σάς λάβωσε όλους. Ο θυμός σας, η αγανάκτηση. Η πίεση και όλα τα πρέπει σας, όλα εκεί πάνω στο πρόσωπό σας σε κοινή θέα. Τα περιφέρατε παντού. Στα λεωφορεία που πλακωθήκατε στο ξύλο. Στο σούπερ μάρκετ που αρπαχτήκατε για το ενάμιση μέτρο απόσταση. Στο ασανσέρ που ξεχαστήκατε και πατήσατε το κουμπί χωρίς γάντια. Όλα εκεί σε κοινή θέα. Ντροπή αδέρφια. Ντροπή πολύ μεγάλη.

«Ding, dong, ding dong» οι γυναίκες ίσα που ακούγονταν πια. Γιατί η φωνή και τα λόγια του «τρελού καλικάντζαρου» ήταν πιο δυνατά από οτιδήποτε άλλο. Δυο άντρες με στολή πλησίασαν τον άντρα αποφασιστικά και τον κατέβασαν από το παγκάκι. Δεν αντιστάθηκε, μόνο συνέχισε να γελάει. Τρομακτικά σχεδόν κάθε του χαχάνισμα έκοβε τη νύχτα στα δύο και από τη χαραμάδα έσταζε αλήθεια. Πικρή, άσχημη αλήθεια.

«Ding, dong , ding dong»…

«Βγάλτε τις μάσκες αδέρφια! Χαχαχαχα! Δεν μπορεί να είναι αλήθεια αυτό το πρόσωπό σας. Όχι, δεν θέλω να σας κοιτάω. Αδέρφια! Ακούστε με..».

«Ding, dong , ding dong»… δεν περπατούσε. Άφηνε τους άντρες να τον  σέρνουν. Μόνο γέλαγε και το γέλιο του όλο και ξεμάκραινε.

«Ding, dong, ding dong», το τραγούδι ακουγόταν όλο και πιο δυνατά πια. Σαν να μην είχε συμβεί ποτέ…

«Ding, dong, ding dong»

«Καλή χρονιά αδέρφια…».

Books and Style

Books and Style