ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΗΜΗΤΡΑ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Οι σχέσεις Ελλήνων και Αιγυπτίων έχουν μακραίωνη ιστορία. Οι πρώτες ανταλλαγές αγαθών ανάμεσα στην Κρήτη και την Αίγυπτο πραγματοποιούνται από τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ. (περί το 2600 π.Χ.). Σύμφωνα με τον Αιγύπτιο αρχαιολόγο Γαζάλ, η πρώτη επαφή ανάγεται στον 16ο π.Χ. αι. (περίπου το 1630) όταν η μινωική Κρήτη συμμάχησε με τους Αιγύπτιους εναντίον των Υξώς, σημιτικό φύλο που είχε καταλάβει την εξουσία στην Αίγυπτο.

Στην Ραψωδία Ξ της Οδύσσειας, ο πολυμήχανος βασιλιάς της Ιθάκης αφηγείται στον χοιροβοσκό Εύμαιο τα γεγονότα μιας ναυτικής αποστολής που είχε ξεκινήσει από την Κρήτη με προορισμό την Αίγυπτο. Μονιμότερου χαρακτήρα παρουσία μαρτυρείται από τον 8ο π.Χ. αι. οπότε οι Μιλήσιοι αποβιβάζονται στην Αίγυπτο, κοντά στη λιμνοθάλασσα Μπούρουλους, όπου πιθανόν έχτισαν το τείχος των Μιλησίων που αναφέρει ο Ηρόδοτος. Αργότερα, τον 7ο π.Χ. αι., Κάρες και Ίωνες μισθοφόροι βοήθησαν τον βασιλιά Ψαμμήτιχο Α΄ να αντιμετωπίσει τοπικούς πρίγκιπες που υποστηρίζονταν από τους Ασσυρίους. Στους Έλληνες μισθοφόρους, αλλά κατόπιν συμφωνίας και σε Έλληνες πειρατές που έκαναν επιδρομές σε περιοχές του Δέλτα του Νείλου, ο Ψαμμήτιχος παραχώρησε γη στις ΒΑ επαρχίες του Δέλτα, με αντάλλαγμα την υπεράσπισή του. Τότε οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ Αιγύπτου και Ελλάδας ενισχύθηκαν κι επεκτάθηκαν. Έτσι, ο Ψαμμήτιχος επέτρεψε σε Έλληνες εμπόρους από τη Μίλητο να ιδρύσουν το δικό τους ναύσταθμο στη Ναυκράτιδα.

Ο Ψαμμήτιχος ενδιαφέρθηκε και για τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας. Στους χρόνους της 26ης Δυναστείας, οι Έλληνες πληθαίνουν. Έλληνες στρατιώτες παίρνουν το μέρος του βασιλιά Απρίη εναντίον του σφετεριστή Άμασι, ο οποίος όταν κατακτά την εξουσία, για να εξασφαλίσει τη νομιμοφροσύνη τους, τους μεταφέρει στη Μέμφιδα.

Στις μέρες του διαδόχου του, Ψαμμήτιχου Γ΄, οι Πέρσες κατακτούν την Αίγυπτο. Για μια ακόμη φορά, στο πλευρό του Αιγύπτιου βασιλιά πολεμούν Έλληνες μισθοφόροι. Τις επόμενες δεκαετίες, πολλές επιχειρήσεις των Αιγυπτίων, τόσο αμυντικές όσο και επεκτατικές, θα έχουν την υποστήριξη Ελλήνων, με εξέχοντες τον Αθηναίο στρατηγό Χαβρία και τον βασιλιά της Σπάρτης Αγησίλαο Β΄. Αλλά και οι ισορροπίες που διαμορφώθηκαν ανάμεσα στους Έλληνες και τους Πέρσες είχαν αντίκτυπο στην Αίγυπτο. Η περσική κυριαρχία επιβάλλεται για μια ακόμη φορά το 335 π.Χ. για να ανατραπεί οριστικά από τον Αλέξανδρο, που παραλαμβάνει τη «σατραπεία» από τους Πέρσες τρία χρόνια αργότερα.

Η Ναύκρατις υπήρξε χωνευτήρι των ελληνικών πολιτισμικών ρευμάτων στο αιγυπτιακό περιβάλλον κι έπαιξε πρωτοποριακό ρόλο στην επαφή των δύο πολιτισμών. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, στην ίδρυση της Ναυκράτιδας συμμετείχαν πολλές ιωνικές πόλεις, καθώς και η αιολική Μυτιλήνη, που προστάτευαν από κοινού την πόλη. Οι Σάμιοι, οι Αιγηνίτες και οι Μιλήσιοι είχαν τις δικές τους συνοικίες, καθεμιά με το ιερό της, ενώ οι υπόλοιποι Έλληνες μοιράζονταν κοινό τέμενος- το Ελλήνιον.

Η Ναύκρατις εξήγε αντικείμενα από φαγεντιανή, σκαραβαίους, παπύρους, λινάρι και σιτηρά. Ωστόσο, η έντονη οικονομική και εμπορική δραστηριότητα που ανέπτυξε έγινε γνωστή, κυρίως χάρη στα πλούσια κεραμικά της. Άκμασε σε όλη τη διάρκεια της 26ης Δυναστείας και παρέμεινε ελληνική στα χρόνια της περσικής κατοχής.

Με την ίδρυση της Αλεξάνδρειας έπαψε να αποτελεί μοναδικό εμπορικό κέντρο στην Αίγυπτο, αλλά διατηρήθηκε ως διαμετακομιστικός σταθμός για κάθε εισαγωγική κι εξαγωγική δραστηριότητα. Έκοψε, μάλιστα, και δικά της νομίσματα, διατήρησε τα προνόμιά της και απέκτησε πολλά νέα κτήρια στα χρόνια των πρώτων Πτολεμαίων.

Άρχισε να παρακμάζει σταδιακά κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής κατάκτησης. Τα αρχαιολογικά ευρήματα που σχετίζονται με την πόλη σταματούν τον 2ο μ.Χ. αι. και τα περισσότερα εκτίθενται στο Μουσείο Ελληνορωμαϊκών Αρχαιοτήτων της Αλεξάνδρειας.

Books and Style

Books and Style