ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΑΙΗ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

«Αμάν ρε παιδιά, μου τα ρημάξατε τα λουλούδια. Πόσες φορές θα το πούμε; Δεν είναι γήπεδο ο δρόμος. Τραβάτε αλλού να παίξετε. Είναι και καταμεσήμερο. Μπρος… φευγάτε από ‘δω μπροστά. Στις μανάδες σας γρήγορα», τους φώναξε για άλλη μια φορά και η φωνή της σήμερα είχε μια παράξενη τρυφεράδα. Αυστηρή αλλά και τρυφερή συνάμα.

Έσκυψε και βάλθηκε να μαζεύει στην πλαστική σακούλα τα σπασμένα κλωνάρια των φυτών. Έπειτα έπιασε τη σκούπα και άρχισε να σκουπίζει με μανία την αυλή της. Την σκούπιζε δυνατά και επίμονα λες και ήταν δικό της το λάθος. Λες και έφταιγε το άψυχο τσιμέντο που μάζευε χώματα. Ο ήλιος κρυμμένος όλη μέρα σχεδόν πίσω από τα σύννεφα έλουζε με ένα μουντό, απόκοσμο φως εκείνο το απομεσήμερο που μόνο Ιούλιο δεν θύμιζε.

Μάζεψε όλα τα φύλλα στη μέση της αυλής και γύρισε να πάρει το φαράσι. Ένα βουητό παράξενο έσπασε το μονότονο τραγούδι των τζιτζικιών. Τα φύλλα που είχε μαζέψει στην αυλή άρχισαν να στροβιλίζονται και να πετάνε στον αέρα σχηματίζοντας έναν στρόβιλο. Έκανε τον σταυρό της και έτρεξε μέσα στο σπίτι. Το καντήλι είχε σβήσει. «Ήμαρτον Κύριε», ψιθύρισε και έκανε δυο τρεις φορές ακόμη τον σταυρό της. Αμέσως μετά βάλθηκε να αποκαταστήσει την τάξη. Άναψε το καντήλι και το καρβουνάκι της για να λιβανίσει. Έπειτα βγήκε πάλι στην αυλή της. Μάζεψε τα σκορπισμένα φύλλα ξανά και τα έβαλε στην πλαστική σακούλα. Σειρά είχαν οι κοτούλες της. Τις καθάρισε και τις τάισε. Είχαν και δυο τρία αβγουλάκια που δεν τα είδε το πρωί. Τα μάζεψε και μπήκε μέσα. «Θα φτιάξω ένα κέικ να κεράσω εκείνα τα άτιμα που θα ‘ρθουν αύριο να παίξουν στον δρόμο», σκέφτηκε. »Πολύ τα αποπήρα σήμερα. Λες και τι έκαναν τα πουλάκια μου; Έπαιζαν και έπεσε η μπάλα στα λουλούδια… Χαράς το πράγμα».

Μία ώρα μετά το σπίτι και η αυλή ως έξω μοσχοβολούσε πορτοκάλι και βανίλια. Ήπιε τον καφέ της και μάζεψε το φλιτζάνι της και το πιατάκι. Κάθισε στον καναπέ της και πήρε στα χέρια της το παλιό μπλε τετράδιο της. Της άρεσε να γράφει. Πάντα έγραφε. Σε στιγμές χαλάρωσης ή και σε στιγμές μεγάλης ψυχικής φόρτισης. Ήταν πάλι περίπου ένας μήνας που έγραφε τις σκέψεις της καθημερινά. Ο γιατρός της είχε πει πως βοηθούσε.

«Σήμερα η μοναξιά μου ήταν σκληρή μαζί μου. Με χάλασε πάλι.

Και αυτή η αυλή με έφαγε πια. Πολύ κουράστηκα. Κάθε μέρα την σκουπίζω και τον αμάζευτο έχει. Λύσσαξα και εγώ με τα λουλούδια. Θέλω λουλούδια και θέλω λουλούδια, να τώρα! Ένα σωρό φύλλα κάθε μέρα.

Ήρθαν και εκείνα τα παλιόπαιδα, να το πάλι. Θεέ μου σχώρα με, τι λέω; Άκου παλιόπαιδα!

Ήρθαν τα παιδιά να παίξουν και μου έσπασαν την κόκκινη μολόχα. Δεν βαριέσαι. Έτσι είναι άμα έχεις αυλή, δεν ξαποσταίνεις.

Τα μάλωσα πάλι η κακίστρα. Τι μου φταίνε; Παιδιά είναι και παίζουν.

Πήρα τρία αυγά σήμερα από τις κότες και έφτιαξα ένα κέικ. Αύριο θα βγω να τα κεράσω και να τους πω πως δεν με μέλει άμα παίζουν εδώ.

Παιδιά είναι. Το κέικ αυτό είναι για τα παιδιά λοιπόν.

Όσο για την μολόχα, άμα δεν συνέρθει θα πάρω άλλη. Σιγά.

Εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να τα καταφέρουμε.

Ήταν να τα καταφέρουμε; Ποιοι;

Τέλος πάντων κουράστηκα φαίνεται και γράφω ότι να ‘ναι. Εγώ το μόνο που ήθελα ήταν ένα σπίτι με αυλή και τενεκέδες χρωματιστούς με λουλούδια.

Ήθελα και μερικές κότες.

Όλα τα έχω λοιπόν. Τι γκρινιάζω;

Εγώ το μόνο που ήθελα ήταν ένα σπίτι με αυλή, λουλούδια και κότες. Και να τα καταφέρουμε»

Τα μάτια της βάρυναν και ένιωσε να νυστάζει. Ξάπλωσε πίσω να ξεκουραστεί. Την επόμενη μέρα δεν βγήκε να σκουπίσει την αυλή. Ούτε την επόμενη. Η μολόχα έβγαλε μπουμπούκια νέα, μα το κέικ ξεράθηκε στο πιάτο.

Books and Style

Books and Style