ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΑΝΑ ΖΑΧΑΡΗ

Η συνέχεια του μαγικού παραμυθιού, με ηρωίδα την Μεμέλα. Μια φορά κι έναν καιρό, λοιπόν…

Διαβάστε το πρώτο μέρος από τα Παραμύθια της Μεμέλας, ακολουθώντας τον παρακάτω σύνδεσμο:
booksandstyle.gr/τα-παραμυθια-τησ-μεμελασ-μεροσ-πρωτο/

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

«Η κυρία Μετομέλη και τα κίτρινα αρκουδάκια»

Η Μεμέλα, από τότε που πρωτοανέβηκε στο σπιτάκι του ρολογιού, πήγε πολλές φορές βόλτα εκεί όπου έμεναν τα παραμύθια και κάθε φορά δεν προλάβαινε καλά-καλά να πιαστεί απ’ την ομπρέλα και μ’ ένα ακόμα φφφούιτ, βρισκόταν στον παραμυθότοπο.

Έτσι και τώρα, βρέθηκε να περπατάει μαζί με τον ανθρωπάκο του ρολογιού, τον κυρ-Φουντούκη Παραμυθιά, στον ωραιότερο δρόμο που είχε δει ποτέ της. Τα δέντρα που φύτρωναν δεξιά κι αριστερά, όμως, δεν έβγαζαν φρούτα!

Σ’ ένα δέντρο, όπως πρόσεξε, κρεμόντουσαν τόπια σε διαφορετικά χρώματα και μεγέθη. Σ’ ενός άλλου τα κλαδιά καθόντουσαν κούκλες που χτυπούσαν τα χεράκια τους σαν να της έλεγαν «έλα, έλα να μας πάρεις» και σ’ άλλα δέντρα, άλλα παιχνίδια κι όλος ο δρόμος έμοιαζε με τεράστιο παιχνιδότοπο. Η Μεμέλα δεν ήξερε πού να πρωτοτρέξει και ποιο παιχνίδι να πρωτοπάρει.

Ο κυρ-Φουντούκης, την κοίταξε και γέλασαν και τα μουστάκια του.

«Δε χρειάζεται να βιάζεσαι εσύ!», της εξήγησε. «Αυτά βιάζονται ποιο θα πρωτοπαίξει μαζί σου! Αλλά, όπως σου είπα κι άλλοτε, υπάρχει χρόνος! Τι θα ʼλεγες για κανένα… γλειφιτζούρι;», και της έδειξε τα λαμπερά λουλούδια. Τότε μόνο η Μεμέλα πρόσεξε πως τα λουλούδια στην άκρη του δρόμου ήταν ζαχαρωτά. Έκοψε ένα και το δάγκωσε. Το στόμα της γέμισε από γλυκό χυμό φράουλας ανάμικτο με κρέμα βανίλιας. Χοροπηδώντας ευτυχισμένη, ακολούθησε τον ανθρωπάκο, ώσπου φτάσανε μπροστά σ’ ένα σπιτάκι. Από την πόρτα του έβγαιναν θεσπέσιες μυρωδιές κι ο ανθρωπάκος με τη Μεμέλα μπήκαν μέσα. Μια μικροσκοπική κυρία, που της Μεμέλας της φάνηκε ολοστρόγγυλη, τους καλωσόρισε χαρούμενα, ενώ ανακάτευε με μια κουτάλα ένα πηχτό χυλό σε μια βαθιά γαβάθα. Ήταν τυλιγμένη με μια άσπρη ποδιά και στήριζε τη γαβάθα στη στρογγυλή κοιλιά της. Ήταν η κυρία Μετομέλη.

«Καλώς τους! Καλώς τους!», φώναξε γεμάτη χαρά μόλις τους είδε. «Καλά που μού ʼστειλες το γάτο σου, κυρ-Φουντούκη, και μού ʼπε πως θα ʼρθείτε. Οι μελόπιτες και τα μελοκούλουρα είναι κιόλας έτοιμα. Όπου να ʼναι θα βγουν και οι μελόταρτες. Ελάτε! Κοπιάστε!».

Η Μεμέλα κοίταζε τις λιχουδιές με ενθουσιασμό που όλο και μεγάλωνε, ενώ ένας χοντρός πορτοκαλής γάτος πιο κει, έγλειφε τα μουστάκια του. Ο κυρ-Φουντούκης του χάιδεψε το κεφάλι και τον έξυσε πίσω απ’ τ’ αυτιά.
«Μπράβο, Μελένιε! Έκανες καλή δουλειά!»

«Και ανταμείφτηκε γι’ αυτό!». Τους έδειξε ένα πιάτο, που κάποτε περιείχε γάλα, πριν το ρουφήξει όλο ο Μελένιος. Στο στρογγυλό πρόσωπο της κυρίας Μετομέλη, το στόμα της άνοιξε πέρα ως πέρα σ’ ένα πλατύ χαμόγελο. Τους έβαλε να καθίσουν σ’ ένα στρογγυλό τραπεζάκι, σκεπασμένο με λουλουδάτο τραπεζομάντιλο, έφερε μια μεγάλη κανάτα γεμάτη γάλα και πιάτα γεμάτα λιχουδιές. Τα μελοκούλουρα έλιωναν στο στόμα κι η Μεμέλα μπουκώθηκε μ’ αυτά.

«Μην τα φας όλα», της σύστησε ο κυρ-Φουντούκης. «Άφησε λίγο χώρο. Αργότερα θα περάσουμε κι από το Τυρολίβαδο και τη Ντοματολίμνη. Δεν ξέρεις τι ωραίες πίτσες φτιάχνουν εκεί! Θα γλύφεις και τα δάχτυλά σου!»

«Άσε που σε λίγο θα ʼρθουν και τα κίτρινα αρκουδάκια, ο Πονηρούλης κι ο Χαζούλης». Συμφώνησε κι η κυρία Μετομέλη. «Αν και υπάρχει μπόλικο για όλους, αυτά τα καημένα, είναι λες και δεν χορταίνουν ποτέ! Τις προάλλες έφαγαν τρία ταψιά μελωμένο παντεσπάνι κι ήθελαν κι άλλο! Πώς δεν τα ʼπιασε η κοιλιά τους; Αναρωτιέμαι!»…

Ο Πονηρούλης κι ο Χαζούλης στριμώχτηκαν στην πόρτα καθώς πάλευαν ποιος θα μπει πρώτος. Στο τέλος έπεσε ένα κουβάρι στο πάτωμα κι άρχισαν να δέρνονται.

Η κυρία Μετομέλη στάθηκε από πάνω τους με τα χέρια στη μέση.

«Αν δεν κάτσετε φρόνιμα, δεν έχει φαί!»

Στη στιγμή, τα αρκουδάκια χωρίστηκαν, σηκώθηκαν και τινάχτηκαν, ενώ την κοίταξαν με αθώο ύφος που έλεγε: «Μα, γιατί; Εμείς είμαστε τα καλύτερα και πιο φρόνιμα αρκουδάκια που είδες ποτέ!»

Ήταν τόσο αστεία έτσι όπως στεκόντουσαν με τις χοντρές κοιλίτσες τους παριστάνοντας τα αθώα, που η Μεμέλα έβαλε τα γέλια.

«Μην τα μαλώνεις, κυρία Μετομέλη. Είναι τόσο αστεία!»

Τα αρκουδάκια έτρεξαν κατά πάνω της και την αγκάλιασαν.

«Είσαι φίλη μας! Είσαι φίλη μας! Είσαι η μοναδική μας φίλη!», της τραγούδησαν.

Έμοιαζαν τόσο με το αγαπημένο της αρκουδάκι, το παιχνίδι που της είχε κάνει δώρο η νονά της, που η Μεμέλα τα αγκάλιασε κι αυτή χαρούμενα.

«Έλα να παίξουμε ένα παιχνίδι», της είπε ο Πονηρούλης, «εσύ θα μου δίνεις ένα κουλουράκι κι εγώ θα παίρνω δύο! Σύμφωνοι;»

«Σταμάτα Πονηροχοντρέ!», τον σκούντηξε ο Χαζούλης. «Όλο πονηριές είσαι! Θες να τα φας όλα εσύ και να μην μου αφήσεις τίποτα! Αλλά το καλό κοριτσάκι θα δώσει και σ’ εμένα». Γύρισε τα στρογγυλά καφέ ματάκια του στη Μεμέλα και την κοίταξε. «Και μετά θα παίξει μαζί μου. Έτσι δεν είναι;»

«Θα παίξω και με τους δύο», αποφάσισε η Μεμέλα μετά από λίγη σκέψη. «Αρκεί να είστε φρόνιμοι και καλοί και να μην κάνετε ζαβολιές, Πονηρούλη!»

Δεν πρόλαβε να το πει, κι ο Πονηρούλης έβγαλε τη γλώσσα του στον Χαζούλη που αμέσως έβαλε τα κλάματα και του έδωσε μια κλωτσιά. Τα δυο άταχτα αρκουδάκια βρέθηκαν πάλι κουβάρι στο πάτωμα. Το κουβάρι ξεδυάλινε σα να του ʼκανε κάποιος μάγια, μόνο όταν εμφανίστηκαν δύο τεράστιες στοίβες με λουκουμάδες. Τα αρκουδάκια έδεσαν από μια πετσέτα γύρω απ’ το λαιμό τους κι έπεσαν με τα μούτρα στο φαί.

Σε λίγο η Μεμέλα, ο Πονηρούλης και ο Χαζούλης, χορτάτοι και νυσταγμένοι απ’ τη γλυκιά ζεστασιά του σπιτιού, ξάπλωσαν σε τρεις κουβερτούλες που τους έστρωσε η κυρία Μετομέλη και αποκοιμήθηκαν, ενώ εκείνη κι ο κυρ-Φουντούκης τους έλεγαν τις ιστορίες του Παραμυθότοπου.

Συνεχίζεται…

.

%d bloggers like this: