ΑΠΟ ΤΗΝ EURYDICE TRICHON

-Κυρ Μηνά, Κυρ Μηνά τρέξε, είναι απέξω ο Κύριος Δημήτρης με τ’ αμάξι του, δεν μπορεί λέει να σταματήσει για πολύ… εμποδίζει τη κυκλοφορία…

Πράγματι η κυκλοφορία στην οδό Πατησίων στις 11 εκείνο το πρωί του 189… ήταν στο φόρτε της. Αμάξια κάθε λογής περνούσαν, κάρα χειροκίνητα, κάρα που τα σέρνανε γαϊδούρια και άλογα, μόνιππα, λαντό… Το αμάξι του Δημήτρη Κυριακού ήταν ένα ωραίο μόνιππο που το οδηγούσε ο ίδιος.

Ο Μηνάς στο πατάρι, χωμένος στα χαρτιά του κάνει τον κουφό. Είναι δυσάρεστο να σε απασχολούν όταν είσαι μέσα σε λογαριασμούς και αγωνιάς να βρεις λύσεις στα προβλήματα της διαχείρισης… Ειδικά όταν ο αχαΐρευτος κουνιάδος του, ο αδελφός της Ευρυδίκης, ξεμπουκάρει απρόσκλητος με το λουσάτο αμάξι του. Κι όπως το συνηθίζει δεν είναι καθόλου διακριτικός και δεν περνάει απαρατήρητος. Φέρνει τα επάνω κάτω. Άσε που όταν έρχεται όλο και κάτι σπουδαίο έχει να προτείνει για να ξεσηκώσει τα μυαλά των γυναικών της οικογένειας.

Δεν έβλεπε ποτέ με καλό μάτι τις επισκέψεις του Δημήτρη ο Μηνάς. Όχι πως τον αντιπαθούσε αλλά ήταν από άλλη ράτσα. Όταν διάσχιζε με μόνιππο την οδό Πατησίων και στάθμευε στα καλά καθούμενα μπροστά στο σπίτι, τον έκανε ρεζίλι με το ύφος και τους τρόπους του. Εκείνος ήταν σεμνός και ταπεινός δεν του άρεσαν οι φιγουρατζήδες…

Ο περιβόητος Δημήτρης με το αμάξι, τις γκέτες και τα χιονάτα κολάρα τραβούσε όλα τα βλέμματα της γειτονιάς επάνω του! Ίσως και να τον ζήλευε λίγο που ήταν ψηλός και ομορφάντρας, άνετος και χουβαρντάς. Δεν του χρειαζόταν να κοπιάζει πολύ για να κερδίζει τη ζωή του. Μπαρμπέρης στο παλάτι, όλα τα χρωστούσε στα μαγικά του δάχτυλα. Πολλά εύκολα λεφτά περνούσαν από αυτά τα δάχτυλα αλλά δεν έμεναν για πολύ. Όλα τα σπαταλούσε στον έκκλητο –για τα μέτρα και τα σταθμά του Μηνά- βίο του.

Όταν παραπονιόταν στην Ευρυδίκη για τα φερσίματα του αδελφού της, εκείνη που τον λάτρευε έπαιρνε πάντα το μέρος του.

-Είναι νέος Μηνά, είναι κεφάτος, δεν έχει να θρέψει οικογένεια… ας χαρεί τη ζωή του!

Αλλά ο Μηνάς δεν έλεγε να το χωνέψει, δεν μπορούσε να διανοηθεί τόση ευκολία και ανεμελιά.

-Κυρ-Μηνά, κατέβα, φώναξε πάλι ο Αλκιβιάδης, ο Κύριος Δημήτρης έχει κάτι να σου πει!

Ο Μηνάς με βαριά καρδιά παράτησε το γραφείο και κατέβηκε τη στενή ξύλινη σκάλα. Σε λίγο ήταν στη πόρτα όπου τον περίμενε ανυπόμονα ο Δημήτρης ντυμένος ως δανδής παίζοντας νευρικά με το μπαστούνι του .

-Μηνά, αχ βρε Μηνά, σήκωσε κεφάλι και συ μια φορά! Κάνε και καμιά τρέλα και συ νέος άνθρωπος είσαι ! Δεν σε πήραν δα τα χρόνια! Ξέρεις, δεν είμαστε αιώνιοι! Του φώναξε γελώντας καλόκαρδα χτυπώντας τον στην πλάτη. Και καθώς ο Μηνάς σιωπούσε με εγκαρτέρηση, του έβαλε στο χέρι ένα πολυτελή φάκελο.

-Είναι για σένα και την Ευρυδίκη να έρθετε στο χορό των Συντεχνιών..είναι την άλλη Κυριακή, είμαι σίγουρη πως η αδελφούλα μου θα χαρεί να την βγάλεις κι αυτή μια φορά έξω, να δει και κείνη λίγο κόσμο… Τι την κρύβεις τέλος πάντων!

-Δεν τα χρειάζεται αυτά η Ευρυδίκη! μούγκρισε χτικιασμένος ο Μηνάς παρατηρώντας τον Δημήτρη που με ένα σβέλτο σάλτο ανέβηκε πάλι στο αμάξι. Το κροτάλισμα των οπλών του αλόγου αντήχησε χαρούμενα καθώς το όχημα πήρε το δρόμο της Ομόνοιας.

Παρ όλες τις ελπίδες του Μηνά η Ευρυδίκη ενθουσιάστηκε με την ιδέα του χορού. Πάντα λαχταρούσε να μοιραστεί κάτι από τις εμπειρίες του ζωηρού μπερμπάντη. Την ημέρα του χορού έβαλε τα δυνατά της να γίνει όσο γίνεται πιο όμορφη. Φόρεσε μαύρο στενό φόρεμα και δανείστηκε από την ξαδέλφη της, τη μοδίστρα, ένα υπέροχο «βιζίτ» ολοκέντητο με μαύρες αστραφτερές χάντρες. Όταν παρουσιάστηκε μπροστά στον άντρα της όμορφα χτενισμένη με ξεκούραστο χαμογελαστό πρόσωπο, ο Μηνάς έμεινε εμβρόντητος. Είχε κι αυτός φορέσει το μαύρο γαμπριάτικο κουστούμι του με λευκό κολλαριστό πουκάμισο και σκούρα γραβάτα. Αλλά… έλα που η ζήλεια του δεν τον άφηνε να απολαύσει ούτε κι αυτή την χαρούμενη στιγμή στη ζωή του ζευγαριού τους… Η προσεγμένη εμφάνιση της γυναίκας του σήκωσε μέσα του ολόκληρη φουρτούνα. Κοίταξε την Ευρυδίκη μερικά λεπτά σιωπηλός εξετάζοντας την εμφάνισή της από επάνω ως κάτω, ξερόβηξε, κι ύστερα της είπε επιτακτικά.

-Βγάλτα όλα αυτά, δεν πάμε πουθενά!

Η Ευρυδίκη τον κοίταξε έκπληκτη. Πήγε να πει κάτι αλλά τελικά σιώπησε. Σα να κατάλαβε, έβγαλε με αργές κινήσεις το βιζίτ, και βγήκε από το δωμάτιο με γοργά βήματα.

Το βράδυ στο τραπέζι ο Μηνάς ήταν βλοσυρός. Το είχε μετανιώσει; Ποιος ξέρει…Ωστόσο κάποια στιγμή καθώς έτρωγαν σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε την Ευρυδίκη.

-Λυπάσαι που δεν πήγαμε; Τη ρώτησε με κάποια αγωνία στη φωνή.

Η Ευρυδίκη γέλασε.

-Λες να μη σε ξέρω; Ποτέ δεν πίστευα πως θα πηγαίναμε!

 

Ευρυδίκη Τρισόν Μιλσανή

(από το βιβλίο ΠΑΤΗΣΙΩΝ 41 που μόλις κυκλοφόρησε στις εκδόσεις ΑΡΧΕΙΟ)

Books and Style

Books and Style

%d bloggers like this: