ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΛΙΑΝΟΥ

Κάποτε ζούσε ένας βασιλιάς σ’ ένα Παλάτι, κτισμένο πάνω στην κορυφή ενός ψηλού βουνού. Ο Βασιλιάς ήταν πολυμήχανος και τετραπέρατος. Είχε φτιάξει την πόλη του όμορφα και οργανωμένα και είχε κτίσει γύρω-γύρω από την πόλη πολύ ψηλά τείχη, για να προστατεύουν τους κατοίκους από τις επιθέσεις των βαρβάρων. Έτσι, όλοι ζούσαν ευτυχισμένοι και χαρούμενοι. Όλα κυλούσαν τόσο αρμονικά στην πόλη…

Ο Βασιλιάς είχε προνοήσει για όλα, ακόμη και για το πρόβλημα με το πόσιμο νερό που είχε δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια, μιας και δεν έβρεχε πια. Ο Βασιλιάς, λοιπόν, αφού είχε συμβουλευτεί κι άλλους αρχιτέκτονες και επιστήμονες, έμαθε ότι η πόλη θα κινδύνευε στο μέλλον από την ξηρασία. Είχαν χτίσει το Παλάτι κι όλη την πόλη πολύ ψηλότερα από τις πηγές του ποταμού και το νερό κυλούσε προς τα κάτω, προς τη θάλασσα.

Να έχτιζε την πόλη από την αρχή ήταν μάλλον αδύνατον, αυτό όμως που έκανε ήταν να φτιάξει μια πλατφόρμα σε όλες τις στέγες των σπιτιών. Οι στέγες φτιάχνονταν επίπεδες και ο Βασιλιάς μαζί με τους συμβούλους του, δημιούργησαν μια επίπεδη πλατφόρμα σε κάθε στέγη. Η πλατφόρμα αυτή κατέληγε σε τρία τοιχώματα, που και αυτά κατέληγαν σε τρεις σωλήνες, και αυτοί οι σωλήνες οδηγούσαν σε μια τεράστια δεξαμενή. Αυτή η δεξαμενή βρισκόταν πολύ βαθιά στα έγκατα της γης, πιο βαθιά και από τα θεμέλια του Παλατιού. Η δεξαμενή είχε δύο ανοίγματα με φίλτρα.

Από εκεί, λοιπόν, περνούσε το νερό της βροχής κι αφού φιλτραριζόταν, πήγαινε σε μια άλλη μεγαλύτερη δεξαμενή που είχε κτιστεί ακριβώς δίπλα στην πρώτη. Από αυτήν τη δεύτερη δεξαμενή, δύο μεγάλες σωληνώσεις οδηγούσαν στην κεντρική υδρορροή, σε ένα άλλο ακόμη πιο πολύπλοκο σύστημα από μικρούς και μεγάλους σωλήνες και σωληνάκια που το καθένα συνδεόταν με τους σωλήνες των σπιτιών, κι από εκεί κυλούσε από τις βρύσες γάργαρο και δροσερό νερό.

Οι κάτοικοι της πόλης αυτής ασχολούνταν, ως επί το πλείστον, με την αναπαραγωγή και εκτροφή των… σύννεφων! Λόγω του ύψους που ήταν κτισμένη η πόλη, οι κάτοικοι, με τις οδηγίες του Βασιλιά, είχαν εφεύρει μία μηχανή πολύ ιδιαίτερη και πρωτότυπη: τη «συννεφο-αναγέννηση». Κάθε ηλιόλουστη μέρα, οι κάτοικοι της Χώρας έβγαιναν πρωί-πρωί και συγκέντρωναν σκέψεις, τις χαρούμενες σκέψεις όλων. Αυτές λοιπόν τις έβαζαν μέσα σε ένα τεράστιο χωνί που οδηγούσε σε μία μεγάλη μπουκάλα. Εκεί, λοιπόν, κάθε βράδυ στοιβάζονταν οι σκέψεις και περίμεναν ολόκληρες εβδομάδες, μήνες άλλες φορές˙ και ύστερα από μια ιδιαίτερη και επίπονη διεργασία -και αφού ανακατεύονταν μέσα σε μια τεράστια χύτρα με μπόλικη κρέμα σαντιγί για να είναι αφράτες- έμπαιναν σε ένα τεράστιο μηχάνημα, που έμοιαζε πιο πολύ με κανόνι!

Κάθε δύο ώρες, λοιπόν, ακούγονταν κανονιοβολισμοί από τις αποθήκες του Παλατιού, και πουφ και παφ και παφ και πουφ… οι σκέψεις ταξίδευαν στον ουρανό κι έπαιρναν μορφές και σχήματα περίεργα. Γίνονταν σύννεφα κι ένα-ένα στη σειρά, άλλο άσπρο, άλλο ροζ, άλλο μπεζ κρεμ, και να τα σύννεφα σιγά-σιγά, παφ, παφ, πουφ, παφ, συγκρούονταν το ένα με το άλλο και παστώνονταν και άλλαζαν χρώμα από τα νεύρα τους σε γκρι και άρχιζαν να κλαίνε γιατί ένιωθαν απόγνωση και αγανάκτηση και αδικία.

Όταν έκλαιγαν τα σύννεφα, έκλαιγαν για ώρες, ημέρες, ακόμη και για εβδομάδες ολόκληρες, και τότε τα δάκρυα έτρεχαν στις επίπεδες σκεπές, το νερό συγκεντρωνόταν στην πλατφόρμα κι από εκεί περνούσε από τα χιλιάδες μεγάλα, μικρά και μικροσκοπικά σωληνάκια για να φτάσει στο τέλος στη δεξαμενή. Εκεί φιλτραριζόταν και έφευγε όλη η αλμύρα, ενώ το καθαρό νερό κυλούσε σε μιαν άλλη δεξαμενή και έπαιρνε το δρόμο του για τις σωληνώσεις και το μεγάλο υδραγωγείο, όπου αποθηκευόταν για τις επόμενες δύσκολες μέρες που δεν θα υπήρχε νερό στο Παλάτι.

Τα καμάρια του Βασιλιά, όμως, ήταν τα τέσσερα αηδόνια του, που το καθένα είχε ένα ξεχωριστό κελάηδισμα κι είχαν την ικανότητα όταν κελαηδούσαν να κάνουν τον Ήλιο να ανατέλλει, τα λουλούδια ν’ ανθίζουν, τους ανθρώπους να ερωτεύονται και να χαμογελούν. Τα αηδόνια δεν είχαν κλουβιά, αλλά πετούσαν ελεύθερα στον κήπο του Παλατιού˙ κι όταν άκουγαν τα ονόματά τους, επέστρεφαν πίσω στα δωμάτιά τους, στο Παλάτι. Το καθένα είχε από ένα παρατσούκλι κι όλα μαζί, όταν τα φώναζες, σχημάτιζαν τη λέξη «Ελπίδα». Το πρώτο και μεγαλύτερο το ονόμαζαν Ελ, το δεύτερο, το πιο σκανταλιάρικο, το φώναζαν Πι, το τρίτο αηδόνι και το πιο σοφό Δέλτα και το τέταρτο, το πιο όμορφο, το έλεγαν Άλφα. Ήταν σ’ αυτό που είχε αδυναμία ο Βασιλιάς. Αλλά και ο Άλφα ένιωθε το ίδιο δέσιμο με τον Βασιλιά του.

Όλοι γνώριζαν -και στο Παλάτι και στην Πόλη- ότι ο Άλφα ήταν το αηδόνι που κελαηδούσε πολύ όμορφα και κρυστάλλινα. Ήταν τόσο μελωδικό το τραγούδι του, που έκανε τις χρυσές ακτίνες του Ήλιου να χορεύουν και να θέλουν να σηκωθούν πιο νωρίς από τη μέρα, προτού γεννηθεί το πρωινό, ώστε να πάνε να τον θαυμάσουν.

Οι κάτοικοι σέβονταν και αγαπούσαν πολύ τα τέσσερα αηδόνια του Παλατιού και πολλές φορές πήγαιναν στους κήπους τα παιδιά τους, για να τα θαυμάσουν και να τ’ ακούσουν να γλυκοκελαηδούν. Η ζωή κυλούσε σαν το νερό στο Παλάτι, εκεί ψηλά. Κανένας δεν φανταζόταν τι επρόκειτο να συμβεί. Μια μέρα, οι αγγελιοφόροι έφεραν στον Βασιλιά ένα γράμμα ότι κάποιος γείτονας επιθυμούσε να επισκεφτεί τη Χώρα και να συνομιλήσει μαζί του, για το πρόβλημα του νερού που αντιμετώπιζε.

Χαρούμενος ο Βασιλιάς, καλεί το συμβούλιό του ώστε να μαγειρευτούν από όλα τα καλά για τους ξένους και να είναι έτοιμη η μηχανή «συννεφο-αναγέννηση» για παρουσίαση. Τα αηδόνια του στον κήπο μόλις είχαν αρχίσει να κελαηδούν και να ονοματίζουν τη στιγμή «πρωί», καλώντας τις ακτίνες του Ήλιου σε ένα χορό διονυσιακό. Η πλάση λούστηκε από φως και τα λουλούδια άνθισαν. Τα παιδιά άρχισαν να τρέχουν εδώ και εκεί, ανάμεσα στα λουλούδια του αγρού. «Πόση ευτυχία χωρά αυτός ο κήπος;» παρατηρούσαν οι καλεσμένοι που είχαν φτάσει στην ηλιόλουστη Πολιτεία. Όλη την ευτυχία και τα πλούτη που βρίσκονταν μπροστά τους, δεν τα χόρταιναν ούτε με τα μάτια, ούτε με το νου.

Δύο από αυτούς, με μύτες κυρτές και χαιρέκακο πρόσωπο, που μετά βίας έκαναν ένα ελαφρύ μειδίαμα στραβοκοιτάζοντας τα πάντα, έλεγαν μεταξύ τους: «Πρέπει να είναι μεγάλοι μάγοι αυτοί και να έχουν ξόρκια δυνατά!». Εκείνη τη σκηνή, σαν από μια παράσταση θεατρική, ξεπήδησε μπροστά τους και δούλευε σαν καλοκουρδισμένο ρολόι χωρίς να χρειάζεται ούτε έναν υποβολέα για να την υποστηρίξει, η χαρά και η ευτυχία, που ξεχείλιζαν από τη μια άκρη της Χώρας ως την άλλη. Σε κάθε μπαλκόνι ανθούσαν τα λουλούδια και τα φύλλα των δέντρων γίνονταν πυκνότερα. Ο κύκλος της ζωής μεγάλωνε…

«Είναι άδικο να υπάρχει τόση ομορφιά μόνο σε μια γειτονιά! Γιατί αυτοί οι εδώ να τρώνε και να πίνουν;» είπε ο πιο σκοτεινός στη μορφή καλεσμένος. «Μα, κι εμείς σε λίγο θα έχουμε αυτή την ευκαιρία, θα μοιραστούμε όλη τη γνώση και θα έχουμε πόσιμο νερό και μια στάλα φως. Ο Βασιλιάς θα μας δανείσει ένα από τα αγαπημένα του αηδόνια, για να προσκαλέσει μία από τις ακτίνες του Ήλιου και στο δικό μας μέρος».

Ξέσπασε μπόρα δυνατή… Όλοι έτρεχαν να κρυφτούν κάτω από στέγες και υπόστεγα. Μέσα σ’ αυτόν τον χαμό, ένας από τους κακούς καλεσμένους άρπαξε το τέταρτο αηδόνι…

«Σιγά τ’ αβγά!», αντιμίλησε ο άλλος καλεσμένος, που είχε μια μύτη γαμψή σαν του γύπα, «εγώ θέλω τώρα να έχω τα πάντα, αλλιώς να μην έχουν ούτε αυτοί. Τα θέλω τώρα»!

Σκέψεις βλοσυρές έκαναν αναμεταξύ τους οι καλεσμένοι και ξαφνικά η μηχανή «συννεφο-αναγέννηση» άρχισε να παίρνει μπρος. Άρχισε να αρπάζει μία-μία τις σκέψεις τους και να τις εκτοξεύει προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, παφ, πουφ, παφ, πιφ και κουλουκουρού, μπαμ και μπουμπουνητά ακούστηκαν και αστραπές και ένας πανζουρλισμός. Ξέσπασε μπόρα δυνατή… Όλοι έτρεχαν να κρυφτούν κάτω από στέγες και υπόστεγα. Μέσα σ’ αυτόν τον χαμό, ένας από τους κακούς καλεσμένους άρπαξε το τέταρτο αηδόνι, τον Άλφα, το έβαλε μέσα σε μια δερμάτινη σακούλα και έτρεξε γρήγορα μακριά από το Παλάτι.

Η βροχή συνεχιζόταν, το ίδιο και οι αστραπές κι οι κεραυνοί…

«Κάποιος έκανε πολύ κακές σκέψεις, πολύ τρομερές» έλεγε ο Βασιλιάς. «Θα έχουμε νερό για τα επόμενα πέντε χρόνια. Προστατέψτε τ’ αηδόνια μου! Γρήγορα στα δωμάτιά τους!» Οι αυλικοί άρχισαν να σφυρίζουν στα αηδόνια. Ένα-ένα έμπαιναν από το παράθυρο και πήγαιναν να κουρνιάσουν στα στεγνά καγκελάκια τους, όμως ο Άλφα δεν φαινόταν πουθενά. Για ώρες σφύριζαν οι αυλικοί του Παλατιού. Κατέβηκαν στα κάτω πατώματα του Παλατιού, στο πλυσταριό, στο μαγειρείο, στους στάβλους… Πουθενά το τέταρτο αηδόνι. Είχε κάνει φτερά! Έτρεξαν να πουν στον Βασιλιά τα κακά μαντάτα. Μετά από κάποιες ώρες τρέξιμο, ο άνθρωπος με τη γαμψή μύτη έφτασε σε μια πόλη σκοτεινή και άσχημη. Μια σιδερένια πόρτα άνοιξε στο άκουσμα της φωνής του. «Άνοιξε πόρτα, σφηνοπόρτα! Άνοιξε στα δυο!» Η μεγάλη σιδερένια πόρτα άνοιξε διάπλατα και η θέα ήταν ακόμα πιο αποκρουστική από μέσα. Υπήρχε μια άσχημη μυρωδιά που απλωνόταν σε όλη την περιοχή. Και αυτή η σκοτεινιά παντού…

Ο Μοβενέ, έτσι έλεγαν τον άνθρωπο που έκλεψε το αηδόνι, προχώρησε σ’ έναν ανηφορικό κακοτράχαλο δρόμο κι έφτασε μπροστά από ένα κακοφτιαγμένο και σκοτεινό φρούριο, που το φύλαγαν τέσσερις, το ίδιο ασχημομούρηδες, φρουροί. «Κάντε πέρα! Κάντε πέρα βρωμερά σκουλήκια…»

Άστραψε και βρόντηξε ο Μοβενέ, έσπρωξε με τις μακριές χερούκλες του την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιό του, το ίδιο σκοτεινό και κρύο. Έβγαλε το αηδόνι από το δερμάτινο σακούλι του και το έβαλε μέσα σ’ ένα κλουβί. «Εδώ θα μείνεις μέχρι αύριο το πρωί και μετά θα αρχίσεις να κελαηδάς, όταν σε διατάξω. Να κελαηδάς δυνατά και καθαρά, να φωνάξεις τις ακτίνες του Ήλιου για να έρθουν στη Χώρα μου», είπε ο κακάσχημος άντρας.

Το αηδόνι πήγε και κρύφτηκε σ’ ένα σωρό από χαρτιά, στη γωνία του κλουβιού του. Ήταν πολύ τρομαγμένο. Ένιωθε τόσο μόνο μακριά από τα αδέρφια του. Παρακαλούσε να το βρουν γρήγορα και να έρθει να το πάρει ο καλός του Βασιλιάς, για να το οδηγήσει πίσω στη φωτεινή Χώρα του.

Το επόμενο πρωί, μέρα δεν ξημέρωσε. Το σκοτάδι απλωνόταν παντού και σύννεφα γκρίζα έκαναν βόλτες. Τι αποκρουστική είναι αυτή η χώρα, σκέφτηκε το αηδόνι.

«Σήκω τεμπέλη, ώρα για δουλειά! Εμπρός, ξεκίνα να κελαηδάς. Κάλεσε τις αχτίδες του Ήλιου να έρθουν στη χώρα μας. Να έρθουν γρήγορα, να έρθει η μέρα και σε εμάς», είπε ο Μοβενέ ταρακουνώντας το κλουβί του Άλφα. Το αηδόνι τρόμαξε. Έκανε μια βόλτα στο κλουβί. Ήπιε λίγο νερό. Έκανε μερικές γαργάρες. Άνοιξε το στόμα του να κελαηδήσει… Μα τίποτα δεν ακούστηκε. Αυτός, που ήταν το πιο όμορφο αηδόνι με την πιο κρυστάλλινη λαλιά, δεν κελαηδούσε πια… Τι φοβερό, είχε χάσει τη φωνή του!

«Έλα, λοιπόν, τεμπέλικο πουλί! Σήκω… Σήκω! Σε διατάζω…» Μάταιες όμως ήταν όλες οι φοβέρες και οι κραυγές του Μοβενέ. Ο Άλφα δεν κελαηδούσε πια. Είχε χάσει την λαλιά του. Μπήκε στο κλουβί του και πάλι σκυφτός. Πήγε στη γωνιά του κλουβιού και κρύφτηκε κάτω από τα χαρτιά. Τώρα που έφυγε το κελάηδισμά του, δεν θα μπορούσε να φωνάξει τις αχτίδες, ούτε για τον Αγαπημένο του Βασιλιά. Ο Άλφα δεν έτρωγε πια. Έχασε σιγά-σιγά και τα όμορφα πούπουλά του.

Περνούσαν οι στιγμές, οι ώρες και οι μήνες και ο Ήλιος δεν φαινόταν. Ούτε τα αδέρφια του. Κάποιοι είπαν ότι από την Ηλιόλουστη Χώρα η «συννεφο-αναγέννηση» δούλευε κάθε μέρα, γιατί οι άνθρωποι έκαναν μονάχα στενάχωρες και τρομερές σκέψεις. Έβρεχε τόσο πολύ, που είχε πλημμυρίσει όλη η πλάση και πλέον όλοι έμεναν στα ψηλότερα δέντρα.

Στο μεταξύ, ο Μοβενέ ούρλιαζε κάθε στιγμή και κάθε πρωί και νύχτα, απαιτώντας από τον Άλφα να κελαηδήσει για να φέρει τον Ήλιο. Άδικος όμως ο κόπος. Ο Άλφα είχε μείνει σκυφτός σε μια γωνιά στο κλουβί του. Δεν μπορούσε ούτε να σφυρίξει πια. Έτσι ο Μοβενέ κάλεσε τους μάγους και τους σοφούς της Σκοτεινής του Χώρας, για να λύσει το μυστήριο με το αηδόνι Άλφα.

Μετά από μια μεγάλη σύσκεψη, οι σοφοί αποφάσισαν: «Το αηδόνι δεν μπορεί να κελαηδήσει, γιατί δεν είναι μαζί με τα αδέλφια του. Το αηδόνι ονομάζεται Άλφα. Αλλά δεν έχει λαλιά όσο είναι μόνο του. Το όνομά του συμβολίζει μια λέξη μαγική, που μόνο όταν είναι και τα τέσσερα αηδόνια μαζί μπορούν να καλέσουν τις αχτίδες του Ήλιου. Αυτή η λέξη είναι η Ελπίδα! Μονάχα τότε οι αχτίδες θα υπακούσουν. Είναι ανούσιο να το κρατάς φυλακισμένο. Στο τέλος θα πεθάνει από μελαγχολία! Το κρίμα στο λαιμό σου, Μοβενέ», είπαν οι σοφοί και οι μάγοι.

Ο Μοβενέ είχε αλλάξει τόσα χρώματα στο πρόσωπό του από τον θυμό! Τρόμαξε όμως. Δεν ήθελε να κάνει κακό στο αηδόνι. Τον Ήλιο ήθελε να φέρει στην πόλη του. Οι μάγοι και οι σοφοί, όμως, του έλεγαν την αλήθεια. Το αηδόνι είχε αρρωστήσει. Μια λύση υπήρχε. Θα έπρεπε να ελευθερώσει το αηδόνι. Έκανε ό,τι μπορούσε για την μαυριδερή πόλη του, αλλά δεν ήθελε να φορτωθεί το θάνατο του αηδονιού.

Ανέβηκε στο σκοτεινό δωμάτιο, εκεί που κρατούσε το αηδόνι φυλακισμένο. Πλησίασε το κλουβί κι άνοιξε την πόρτα. «Ορίστε, τεμπέλικο πουλί, είσαι ελεύθερο. Φύγε πριν αλλάξω γνώμη!» Ο Άλφα έκανε έναν κύκλο γύρω από τον Μοβενέ και κατόπιν βγήκε πετώντας από το ανοιχτό παράθυρο. Πέταξε γρήγορα. Πέταξε μακριά. Στη χώρα του. Στη Χώρα της Ελπίδας.

.

%d bloggers like this: