ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΓΕΡΑΚΙΝΑ ΜΠΟΥΡΙΚΑ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΠΑΝΟΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ: PETER TAMAS

«Η μάνα πρέπει αυτό να το καταλάβει. Ότι είναι πάρα πολύ σημαντικό να γνωρίζει ότι έχει φέρει στον κόσμο έναν μοναδικό άνθρωπο που μπορεί να έχει κάποια χαρακτηριστικά δικά της, δεν είναι όμως συνέχειά της, άρα δεν θα ικανοποιήσει τις δικές της ανεκπλήρωτες ανάγκες» – Τένια Μακρή

Κάποιοι άνθρωποι δεν χρειάζονται συστάσεις. Ένας από αυτούς είναι και η Τένια Μακρή. Μία γυναίκα που ένα χρόνο πριν μιλώντας μαζί της για πρώτη φορά, ζήτησα τη βοήθειά της για ένα άρθρο που ετοίμαζα για την «ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ» εφημερίδα που δούλευα τότε, κι εκείνη είχε την καλοσύνη να παραμείνει μαζί μου αμέσως μετά το τέλος της δουλειάς της, μέχρι τις δώδεκα το βράδυ, δίνοντάς μου τις πολύτιμες πληροφορίες της και συμβουλές.

Είναι γνωστό σε όλους, ότι η Τένια Μακρή εκτός από οικογενειακή σύμβουλος και σύμβουλος σχέσεων, είναι και μία επιτυχημένη συγγραφέας που έχει στο ενεργητικό της οκτώ βιβλία. Η πρόσφατη έκδοση του καινούργιου της βιβλίου με τίτλο «ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΩ ΜΕ ΣΕΝΑ ΜΑΜΑ;» (εκδόσεις Κλειδάριθμος), ήταν η αφορμή για να ξαναβρεθούμε.

Ένα βιβλίο που σκοπό έχει να σε βοηθήσει να κατανοήσεις, να κρίνεις και να δεις καθαρά τη σχέση σου με τον άνθρωπο που σε έφερε σ’ αυτόν τον κόσμο. Τη μητέρα σου. Να σου εξηγήσει, να σε απενοχοποιήσει και να σε καθησυχάσει. Να σε κάνει να καταλάβεις πως ποτέ δεν είναι αργά να γνωριστείς ουσιαστικά μαζί της και κατ’ επέκταση να κατανοήσεις τον ίδιο σου τον εαυτό.

Γερακίνα Μπουρίκα και Τένια Μακρή

ΓΕΡΑΚΙΝΑ ΜΠΟΥΡΙΚΑ: «ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΩ ΜΕ ΣΕΝΑ ΜΑΜΑ;» Τένια, μίλησέ μου για το νέο σου βιβλίο.

ΤΕΝΙΑ ΜΑΚΡΗ: Το νέο μου βιβλίο το σκεφτόμουν πάρα πολύ καιρό, το κουβέντιαζα αρκετά με την κόρη μου, την Βιργινία, και αυτό γιατί σε κάθε μου πελάτη που συναντούσα, πάντα είχαμε έντονες αναφορές στη μητέρα. Οπότε λοιπόν είπα, «πρέπει αυτό το θέμα να το ερευνήσω περισσότερο». Το κουβέντιασα με την Βιργινία όπως σου είπα, η οποία είναι και αυτή μέσα στο επάγγελμα, παλεύει και εκείνη με τα ίδια κύματα και μου είπε «μάνα, είναι μια πολύ καλή ευκαιρία ν’ ασχοληθείς λίγο περισσότερο με αυτό και να το γράψεις». Έτσι λοιπόν αποφάσισα να κάνω ένα ερωτηματολόγιο και να το δώσω σε εκατόν πενήντα άτομα, παιδιά και μαμάδες, ενήλικους βέβαια. Το ερωτηματολόγιο αυτό περιλαμβάνεται στο βιβλίο για όποιον θέλει να απαντήσει και ο ίδιος. Οπότε μετά από αυτό, είδα πραγματικά το τι περιέχει αυτή η σχέση των ανθρώπων με τη μητέρα και άρχισα αυτό το ερωτηματολόγιο να το αναλύω, να διαβάζω βέβαια αρκετά πάνω σε αυτό το θέμα, το τι έχει γραφεί μέχρι τώρα και τελικά να βγει αυτό το βιβλίο το οποίο έχουμε μπροστά μας.

Γ.Μ.: Ο πρώτος που επηρεάζεται από το περιεχόμενο ενός βιβλίου, είναι ο ίδιος ο συγγραφέας. Κατά τη διάρκεια της συγγραφής αυτού του βιβλίου, ανακάλυψες λάθη δικά σου στη συμπεριφορά σου ως μητέρα;

Τ.Μ.: Καταρχήν θα ξεκινήσω λέγοντας ότι θα ήταν υπερβολικό να πω όχι, γιατί δεν θα είναι αλήθεια. Με αφορμή αυτό το βιβλίο, θυμήθηκα τα δικά μου λάθη. Αναμφισβήτητα, όσο διαβασμένος κι αν είσαι, όσο κατατοπισμένος, πράγμα το οποίο εγώ ζητώ πάντα από τους γονείς να το κάνουν αυτό, να είναι ενσυνείδητος ο ρόλος τους ως γονείς, διαβάζοντας και μιλώντας με κάποιους ειδικούς, μπορεί να κάνεις λάθη. Εμείς λοιπόν, ο άντρας μου κι εγώ, που ήμασταν και οι δύο στο ίδιο επάγγελμα, υποτίθεται πως ήμασταν και οι δύο δουλεμένοι και υποτίθεται πως τα λάθη μας προς τη Βιργινία θα ήταν τα λιγότερα. Όταν λοιπόν η Βιργινία μεγάλωσε και ασχολήθηκε κι εκείνη με το επάγγελμα και άρχισε και η ίδια να ανακαλύπτει τον εαυτό της, της είπα κάποια στιγμή: «Αγάπη μου, εγώ και ο πατέρας σου θα πρέπει να κάναμε κάποια λάθη μεγαλώνοντάς σε». Μου απάντησε πάρα πολύ απλά γελώντας: «Άστο μάνα, μην το συζητάς», που σημαίνει τι; Ότι ενώ εμείς μπορεί να ήμασταν αρκετά προσεκτικοί, μπορεί να είχαμε μια μεγαλύτερη συνειδητότητα στη στάση μας, αναμφισβήτητα όμως υπάρχουν λάθη τα οποία έχουμε κάνει. Γιατί όπως όλοι, το παιδί μας προσπαθούμε να το γνωρίσουμε, δεν ξέρουμε τι κουβαλάει και δεν ξέρουμε οι δικές μας επιλογές πώς το έχουν σμιλεύσει.
Λέω πλέον πολλές φορές στην κόρη μου, «Βιργινία είχες έρθει για τον πατέρα σου κι εμένα για να μας αλλάξεις, να μας κάνεις να γίνουμε πιο τρυφεροί, αν και την τρυφεράδα την είχαμε και οι δύο, να γίνουμε αν θέλεις, λίγο διαφορετικοί από αυτό που είμαστε, κι αυτή τη δυναμικότητα που έχουμε που παραλίγο να σε συνθλίψουμε, να την καταστείλουμε ούτως ώστε να μην σου κάνουμε ζημιά». Όλα αυτά, γιατί και οι δυο μας ήμασταν πολύ δυνατές προσωπικότητες, αλλά από την άλλη πλευρά, μας δόθηκε ένα παιδί πάρα πολύ ευαίσθητο. Νομίζω λοιπόν, ότι εκείνο είναι το μεγαλύτερο λάθος που αντιληφθήκαμε και ο άντρας μου κι εγώ ευτυχώς αρκετά νωρίς, για να μπορέσουμε να κάνουμε μία Βιργινία η οποία ό,τι ζημιά κι αν έπαθε, μέχρι εμείς να το αντιληφθούμε αυτό, ελπίζω να το έχει δουλέψει σωστά στη δική της ψυχοθεραπεία και να έχει ηρεμήσει μέσα της.

Γ.Μ.: Σαν κόρη, κατανόησες τη δική σου μαμά;

Τ.Μ.: Πάρα πολύ. Την μάνα μου την είχα δουλέψει στη δική μου ψυχοθεραπεία αρκετά. Γιατί αν δεν δουλέψεις το πρόσωπο αυτό, αν δεν δουλέψεις τον πατέρα σου, την οικογένειά σου, δεν μπορείς να πας μπροστά. Γιατί ό,τι και να λέμε, το κληροδότημα είναι κληροδότημα. Μπορεί να κουβαλάμε πράγματα από τις άλλες γενιές που έχουνε αποτυπώσει μέσα μας τα δικά τους χαρακτηριστικά, όμως το περιβάλλον μας είναι εκείνο που τελικά μας σμιλεύει. Αρχής γεννωμένης από την μητέρα μας, εμβληματικό πρόσωπο, ο πατέρας μας στη συνέχεια και μετά άλλα πρόσωπα που έχουν μια κάποια κυριαρχία επάνω μας, έχουν κάποια δύναμη. Εγώ λοιπόν τη μητέρα μου την γνώρισα περισσότερο μετά τα τριάντα δύο μου που έγινα κι εγώ μητέρα. Μέχρι τότε την κοιτούσα, δεν την έβλεπα. Από εκεί και πέρα άρχισα να την βλέπω, άρχισα να την αναλύω, να την καταλαβαίνω και βλέπω τώρα, μετά από άλλα τριάντα χρόνια περίπου ότι ανακάλυψα πολλά πράγματα που δεν τα είχα δει σ’ εκείνη και τα ανακάλυψα γράφοντας. Αυτό ήταν μια καταπληκτική αποκάλυψη η οποία με έκανε να ηρεμήσω ακόμη περισσότερο. Να συγχωρήσω εμένα, να συγχωρήσω εκείνη γι’ αυτά που είδα σε μένα και να αποκτήσω πολύ μεγαλύτερη γαλήνη.

Γ.Μ.: Πώς γίνεται μια μητέρα που θα πέθαινε για το παιδί της, ταυτόχρονα να καταφέρνει να το πληγώνει; Μήπως και σε αυτή την αγάπη τελικά δεν υπάρχει ανιδιοτέλεια;

Τ.Μ.: Κοίταξε, η μητρική αγάπη, Γερακίνα μου, είναι μυθοποιημένη. Πιστεύουμε ότι ανιδιοτελώς η μητέρα μας μας προσφέρεται, όμως δεν είναι έτσι. Γιατί και αυτή η γυναίκα έχει τις δικές της ανάγκες, δικά της αθεράπευτα αν το θέλεις κομμάτια, μώλωπες, τους οποίους κουβαλάει από τη δική της τη μάνα. Αν λοιπόν αυτά τα πράγματα δεν τα έχει εξισορροπήσει με τον εαυτό της, πρέπει να σου πω ότι έρχονται ατόφια στη συμπεριφορά της και στη στάση της απέναντι στο παιδί της. Από την άλλη πλευρά, δεν είναι υποχρεωτικό να την αγαπάμε τη μητέρα μας. Δηλαδή αυτό που μας λέει «τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου». Άλλο είναι να τους τιμήσεις και άλλο να τους αγαπήσεις. Είναι τελείως διαφορετικά πράγματα. Αν η μάνα μας μας έχει πονέσει, αν η μάνα μας δεν μας έχει σεβαστεί, αν η μάνα μας δεν μας έχει υπολογίσει σαν μοναδικές προσωπικότητες με τις δικές μας, αν το θέλεις, τρύπες, με τα δικά μας μειονεκτήματα, και όλα αυτά θέλει να μας τα αλλάξει, να μας τα επισημαίνει και να μας στηλιτεύει για αυτά, τότε πρέπει να σου πω ότι δεν την αγαπάμε, πρέπει να σου πω ότι τη μισούμε, γιατί εκείνο το οποίο περιμένουμε είναι από την μάνα μας a priori, να μας καταλάβει, να μας νταντέψει.

Γ.Μ.: Ταυτόχρονα όμως πληγωνόμαστε αν νιώθουμε έτσι για τη μητέρα μας. Και νιώθουμε ενοχές.

Τ.Μ.: Αυτό νιώθουμε ακριβώς. Κοίταξε… ο Μωσαϊκός νόμος, αυτός που λέει «τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου», έχει αποτυπωθεί τόσο πολύ μέσα μας, που δεν τολμάμε να πούμε ότι «τη μάνα μου δεν την έχω αγαπήσει». Το είχα δει αυτό πάρα πολύ έντονα στη Γερμανία που πήγα και παρουσίασα το βιβλίο, όπου παιδιά που μόλις είχαν γεννηθεί, τα πήραν οι γιαγιάδες από τις αγκαλιές των μανάδων τους και τα έφεραν στην Ελλάδα γιατί έπρεπε οι γονείς να μείνουν πίσω για να δουλέψουν, για να μεγαλώσουν και να προσφέρουν στα παιδιά τους και στην υπόλοιπη οικογένεια. Τα παιδιά αυτά λοιπόν σήμερα είναι τραγικά πληγωμένα. Μου έλεγε μία κυρία: «Μου τηλεφωνεί η μητέρα μου και δεν θέλω να την ακούω. Είναι ξένη». Και μια άλλη κυρία μου έλεγε ότι «με το γιο μου δεν μπορώ να συνεννοηθώ, τον άφησα σαράντα ημερών και τώρα που τον έχω πίσω, με πληγώνει τόσο πολύ αλλά καταλαβαίνω το γιατί». Άρα λοιπόν δεν είναι ούτε απαραίτητο ούτε υποχρεωτικό να λέμε ότι τη μάνα μας πρέπει να την αγαπήσουμε, όπως επίσης να περιμένουμε κι εκείνη να μας αγαπήσει. Πολύ σκληρή αλήθεια, αλλά οι αλήθειες πολλές φορές είναι σκληρές.

Γ.Μ.: Μέχρι τώρα, μέσα από τα βιβλία σου ανέλυες τη σχέση των δύο φίλων. Τι σε έκανε να αποφασίσεις τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή να ασχοληθείς με αυτή την σχέση παιδιού – μητέρας; Ήταν κάτι που το είχες ανάγκη ή έτυχε;

Τ.Μ.: Δεν έτυχε, ούτε κάτι δικό μου ήταν. Έγινε μετά απ’ όλη την παρατήρηση και μετά από όλη αυτή την εμπειρία που μου έχει δώσει το επάγγελμά μου. Εκείνο το οποίο είναι γεγονός, είναι πως όταν ζευγαρώνουμε, Γερακίνα μου, αυτό το οποίο περιμένουμε από τον σύντροφο ή τη σύντροφό μας, είναι να μας καλύψει τις συναισθηματικές μας ανάγκες τις οποίες δεν κάλυψαν οι γονείς μας και ιδιαιτέρως η μητέρα μας. Έτσι λοιπόν, διαλέγουμε τον ή τη σύντροφο. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι μας σηματοδοτούν γνωστές συμπεριφορές τις οποίες δεν μπορούμε να τις καθορίσουμε, όμως νιώθουμε ότι «αφού αυτή την συμπεριφορά την ξέρω, άρα μπορώ να την χειριστώ και καλύτερα». Από ποιον όμως την ξέρω; Από τη μάνα μου και τον πατέρα μου την ξέρω. Όταν λοιπόν το βλέπω αυτό και γίνεται συνεχώς και παρατηρώ ότι οι περισσότερες συγκρούσεις στα ζευγάρια, όταν δεν υπάρχει παθολογία, είναι αποτέλεσμα αυτής πραγματικά της έλλειψης ικανοποίησης συναισθηματικών αναγκών προερχόμενες από το παρελθόν μας, δεν θα μπορούσα να μην το ερευνήσω περισσότερο.

Γ.Μ.: Η φύση δίνει την ευκαιρία στις περισσότερες γυναίκες να γίνουν μητέρες. Πόσο εύκολο είναι να γίνουν άξιες μητέρες;

Τ.Μ.: Εγώ δεν θα σου έλεγα άξιες. Θα σου έλεγα σωστές. Και σωστή μάνα είναι εκείνη η οποία καταρχήν καταλαβαίνει ότι το μεγαλύτερο κατόρθωμά της είναι να κάνει ένα παιδί συναισθηματικά ανεξάρτητο. Ένα παιδί δηλαδή που να παίρνει αποφάσεις για τον εαυτό του, χωρίς να φοβάται τη συνέπεια των αποφάσεων. Αυτό σίγουρα είναι κάτι που το καλλιεργεί η μητέρα. Το δεύτερο, είναι να σου δώσει να καταλάβεις ποιος είσαι. Να σου κάνει την εικόνα σου. Την εικόνα μας τη φτιάχνει η μάνα μας, δεν μας τη φτιάχνει ο πατέρας μας. Ο πατέρας μας έρχεται και βάζει πινελιές. Η μάνα μας όμως κάνει το σκαρίφημα, αλλά κάνει και το τελείωμα της προσωπικότητάς μας. Η μάνα πρέπει αυτό να το καταλάβει. Ότι είναι πάρα πολύ σημαντικό να γνωρίζει ότι έχει φέρει στον κόσμο έναν μοναδικό άνθρωπο που μπορεί να έχει κάποια χαρακτηριστικά δικά της, δεν είναι όμως συνέχειά της, άρα δεν θα ικανοποιήσει τις δικές της ανεκπλήρωτες ανάγκες -αυτό το γράφω και στο βιβλίο- αλλά να το σεβαστεί ως μία μοναδικότητα την οποία θα τη γνωρίσει, θα την εξιχνιάσει, θα τη σεβαστεί και θα βάλει την πλάτη της να βγει το άτομο αυτό ανοιχτά. Τότε μιλάμε για μια σωστή μάνα.

Γ.Μ.: Το επάγγελμά σου, Τένια, σαν οικογενειακή σύμβουλος, έχει μεγάλη ευθύνη. Ένιωσες ποτέ ότι κάποιος πελάτης σου σε εκμεταλλεύτηκε ρίχνοντας επάνω σου την ευθύνη για την άσχημη κατάληξή του;

Τ.Μ.: Πρέπει να σου πω ότι αυτό μου έχει τύχει μία φορά, αλλά ήταν απολύτως δικαιολογημένη. Κάποτε, ένα παιδί είχε απευθυνθεί σε μένα γιατί ήταν ένα παιδί εξαρτημένο από ουσίες. Ο άνθρωπος αυτός ήρθε μία φορά στην πόρτα μου, του είπα ότι «δεν μπορώ εγώ να σε αναλάβω, όμως μπορείς να απευθυνθείς εκεί» και τον κατεύθυνα πού να πάει. Εγώ ποτέ δεν αναλαμβάνω τέτοιου είδους περιπτώσεις γιατί δεν είμαι ειδικευμένη. Δυστυχώς το παιδί αυτό μετά λίγες ημέρες πέθανε, ο αδερφός του όμως ο οποίος ήταν κι εκείνος σε μια ίδια κατάσταση, μου τηλεφωνεί ακόμη και με βρίζει. Πιστεύει ότι εγώ είμαι η αιτία που πέθανε ο αδερφός του. Αλλά εντάξει. Το καταλαβαίνω. Γιατί περίμενε κι εκείνος ότι θα σωνόταν αν τον αναλάμβανα εγώ.

Γ.Μ.: Θεωρείς ότι η τηλεόραση μέσα από τις εκπομπές των τελευταίων ετών έχει να δώσει κάτι ενδιαφέρον ή και διδακτικό στον κόσμο;

Τ.Μ.: Θα μπορούσε, αλλά δεν το θέλει. Στεκόμαστε πάρα πολύ στην επιφάνεια, στεκόμαστε σε οτιδήποτε μπορεί να μην πονάει και ξεχνάμε ότι ο άνθρωπος πάρα πολλές φορές επιζητεί τον πόνο για να νιώσει, γιατί αυτές οι εποχές που ζούμε, Γερακίνα μου, μας έχουνε παγώσει συναισθηματικά και μας έχουν φοβίσει. Ο φόβος μας παγώνει και η ανασφάλεια. Όταν λοιπόν περνάς μέσα από αυτά τα συναισθήματα για να μπορέσεις να νιώσεις, θα πρέπει να πονέσεις. Η τηλεόραση όμως θέλει να είναι τα πράγματα πάρα πολύ ελαφρά, γιατί πιστεύουν πως αν προσθέσουν περισσότερο πόνο στον άνθρωπο με το να του βγάζουν κάποιες αλήθειες στην επιφάνεια, ότι θα είναι περισσότερο επιβαρυντικό αυτό. Από την άλλη πλευρά ο άνθρωπος όταν φοβάται, δεν λειτουργεί. Όταν φοβάσαι έχεις φαντασιώσεις, τα πράγματα τα κάνεις μεγαλύτερα από αυτά που είναι και γίνεται μια στρέβλωση μέσα στο μυαλό σου. Αν νιώσει λοιπόν κάποιος, τότε γίνονται ρωγμές μέσα του που τον κάνουν να κινητοποιηθεί. Η χαρά δεν του κάνει ρωγμές, η χαρά είναι πυροτέχνημα. Εκείνη τη στιγμή παίρνεις μια αναπνοή και λες «ξαναπάω». Όμως ξαναπέφτεις γρήγορα στην ίδια προηγούμενη κατάσταση. Η τηλεόραση λοιπόν θα μπορούσε, όχι να προσφέρει πόνο αλλά να προσφέρει συναίσθημα. Όλα σήμερα είναι καταγραφή γεγονότων χωρίς συναίσθημα, χωρίς τίποτα. Μία κατάσταση η οποία σου θυμίζει ρομπότ και μία κατάσταση που σου λέει «μείνε παγωμένος, γιατί έτσι μπορώ να σε χειραγωγήσω».

Γ.Μ.: Τι δεν θα συγχωρούσες ποτέ σε κάποιον;

Τ.Μ.: Δεν υπάρχει τίποτα που δεν συγχωρείται. Δεν υπάρχει τίποτα. Δεν είναι να συγχωρήσουμε ή όχι. Είναι να καταλάβουμε γιατί κάνει κάποιος κάτι. Και από εκεί και πέρα, δεν μου έχει πει κανείς ότι είμαι Θεός. Εκείνο που πρέπει να συγχωρήσω είναι τον εαυτό μου που πόνεσε τόσο πολύ. Γιατί από τη στιγμή που έχω πονέσει πολύ, δεν μπορώ να ενεργήσω.

Γ.Μ.: Ποια λέξη θα ήθελες να ουρλιάξεις στους ανθρώπους;

Τ.Μ.: Ξυπνήστε.

Γ.Μ.: Τελικά, ό,τι δεν μας σκοτώνει μας κάνει πιο δυνατούς;

Τ.Μ.: Αναμφισβήτητα. Αρκεί να ασχοληθείς με αυτό, να καταλάβεις τι επίπτωση είχε αυτό μέσα σου, τι συνέπειες σου δημιούργησε, για ποιο λόγο; Για να μην το ξανακάνεις και ξαναπονέσεις. Γι’ αυτό και όσες φορές επαναλαμβάνουμε τα λάθη που κάνουμε, είναι γιατί δεν μας έχει μείνει τίποτα από το μάθημα που έχουμε διδαχθεί.

Γ.Μ.: Πες μου την πιο τρυφερή σου ανάμνηση από τα παιδικά σου χρόνια.

Τ.Μ.: Η σκηνή που έχω από τα παιδικά μου χρόνια, είναι από την Δ΄ Δημοτικού. Τότε, λοιπόν ήμουν ένα παιδί χαρά γεμάτο. Αφενός ήμουν στρουμπουλή, ένα στρόγγυλο παιδί, όχι ότι δεν είμαι σήμερα, τουλάχιστον είμαι πιστή στο μέγεθος, (συμπληρώνει γελώντας), αλλά ήμουν και του θεάτρου, ήμουνα του τραγουδιού και της χαράς. Έχοντας όλα αυτά μαζί λοιπόν, όταν είχε το σχολείο σκετς και ποιήματα «η Βαγγελιώ μέσα» (συνεχίζει γελώντας περισσότερο). Σε ένα σκετς λοιπόν τότε, στο οποίο με είχαν μεταμφιέσει, θυμάμαι τη μητέρα μου να με παρακολουθεί και να κλαίει. Η μάνα μου που ήταν μία πάρα πολύ όμορφη γυναίκα, είχε έναν σινιόν τότε στο μαλλί της και ήταν τόσο όμορφη, κι εγώ την θυμάμαι να με βλέπει πάνω στη σκηνή και να κλαίει. Στο λέω τώρα και πάλι συγκινούμαι. Αυτό, Γερακίνα μου, ποτέ δεν θα το ξεχάσω. Την έχω μπροστά μου.

Γ.Μ.: Τένια, έρχεται μια μητέρα και σε ρωτάει: «Εγώ γιατί να πάρω το βιβλίο σου και να το διαβάσω;»

Τ.Μ.: Για να γνωρίσεις εσένα, θα της απαντούσα.

Γ.Μ.: Η δεκατετράχρονη κόρη της μπορεί να το διαβάσει;

Τ.Μ.: Η κόρη σου είναι ακόμη μικρή. Από την ηλικία όμως των εικοσιπέντε και μετά, αναμφισβήτητα μπορεί να το διαβάσει. Για να γνωρίσει εκείνη και να γνωρίσει εκείνη μέσα από εσένα.

Γ.Μ.: Γιατί στην ηλικία των 25;

Τ.Μ.: Σου είπα για την ηλικία των εικοσιπέντε και μετά, γιατί τότε μεστώνει το μυαλό μας. Κυριολεκτικά. Ως όργανο, τότε μεστώνει το μυαλό μας. Είναι το τελευταίο όργανο το οποίο ολοκληρώνεται. Και τότε πια νιώθουμε ότι έχουμε φύγει από την επιρροή των γονιών μας, άλλοι περισσότερο κι άλλοι λιγότερο. Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να κατηγορούμε τους γονείς μας για αυτά τα οποία έχουν συμβεί, και θα πρέπει να καταλάβουμε ότι αν υπάρχουν πραγματικά μώλωπες που έχουν προκληθεί από τη σχέση αυτή με τη μητέρα μας, τους γονείς μας, τότε πια γίνεται δική μας ευθύνη αυτό να το θεραπεύσουμε.

Γ.Μ.: Τον άντρα της, θα τον βοηθήσει αυτό το βιβλίο;

Τ.Μ.: Πάρα πολύ. Καταρχήν θα τον βοηθήσει να γνωρίσει τη δική του μάνα, και δεύτερον να εκτιμήσει τη δική του γυναίκα.

Όση ώρα κράτησε η συνέντευξη, μια πίτα -πικάντικη κολοκυθόπιτα με διάφορα τυριά- σιγοψηνόταν στον φούρνο. Μας την είχε τάξει από την προηγούμενη ημέρα. «Μα είναι δυνατόν να έρθετε πρώτη φορά σπίτι μου και να μην σας φιλέψω;» με ρώτησε έκπληκτη όταν της είπα ευγενικά ότι δεν χρειαζόταν να μπει σε τόσο κόπο για εμάς. Μετά από δύο κομμάτια από την καταπληκτική πίτα, η Τένια μας ξεπροβόδισε μαζί με τον Βερ, τον σκύλο της, που όλη την ώρα ήταν στη συντροφιά μας. «Είναι καταπληκτική μαγείρισσα. Ήθελα να φάω κι άλλο κομμάτι αλλά κρατήθηκα με το ζόρι», μου ομολόγησε ο Πάνος το μυστικό του, την ώρα που μπαίναμε στο αυτοκίνητο για να φύγουμε. Του υποσχέθηκα ότι δεν θα τον μαρτυρήσω!

.

%d bloggers like this: