ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ : ΓΕΡΑΚΙΝΑ ΜΠΟΥΡΙΚΑ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: CHRISTOS XENITOPOULOS

Με την Αλκυόνη Παπαδάκη συναντηθήκαμε στο καφέ ενός βιβλιοπωλείου. Έναν ελληνικό παρήγγειλε εκείνη κι εγώ έναν παγωμένο καφέ. Η συζήτησή μας ξεκίνησε απλά, μιλώντας για όλα τα καινούργια, μα κάναμε βήματα και πίσω στα παλιά που καθορίζουν τα καινούργια. Βήμα το βήμα, με έναν τρόπο αναπάντεχο και μαγικό, η συνάντηση αυτή εξελίχθηκε σε ένα ταξίδι ψυχής στην άγνωστη πλευρά της αγαπημένης συγγραφέως.

ΓΕΡΑΚΙΝΑ ΜΠΟΥΡΙΚΑ: Κυρία Παπαδάκη, θέλω να ξεκινήσουμε την κουβέντα μας με το νέο μυθιστόρημά σας «Το χαμόγελο του δράκου». Θέλω όμως να μου πείτε εκείνες τις δικές σας σκέψεις που κρύβονται πίσω από την ιστορία του.

Αλκυόνη Παπαδάκη και Γερακίνα Μπουρίκα

ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ: Να μου πεις… μίλα μου στον ενικό, σε παρακαλώ.

Γ.Μ.: Σύμφωνοι. Πες μου, λοιπόν.

Α.Π.: Αρχικά θα σου πω πως εγώ δεν δίνω τόσο μεγάλη σημασία στην ιστορία, στην πλοκή της ιστορίας, όσο στο κατά πόσο αυτά τα γεγονότα που διαδραματίζονται έχουν ανταπόκριση στις ψυχές των ανθρώπων. Εμένα μου αρέσει να κάνω περίπατο, κι αυτό είναι κάτι που το λέω συχνά, στα σκοτεινά δρομάκια της ψυχής. Στα αφώτιστα, μου αρέσει να κινούμαι. Μου αρέσει να περιγράφω πώς βιώνει κανείς τις καταστάσεις εντελώς εσωτερικά. Βέβαια δεν λέω ότι δεν με ενδιαφέρει η ιστορία, αλλά το περισσότερο βάρος το ρίχνω στην ψυχολογία των ηρώων.

Γ.Μ.: Η αφορμή για να ξεκινήσει το συγκεκριμένο βιβλίο ποια ήταν;

Α.Π.: Η αφορμή ήταν ένας φίλος ζωγράφος που μια μέρα ζωγράφιζε τυχαία έναν δράκο να γελάει. Εγώ τότε δεν είχα αρχίσει ακόμη να γράφω το βιβλίο. Η εικόνα όμως αυτή του χαμογελαστού δράκου, μου είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση κι έτσι σκέφτηκα ότι το βιβλίο που θα γράψω θα είναι το χαμόγελο του δράκου. Χωρίς να ξέρω ακόμη το υπόλοιπο περιεχόμενό του. Στη συνέχεια βρήκα την ιστορία. Σκέψου ότι ο δράκος είναι πάντα στην ψυχή μας. Όλοι λίγο ως πολλοί κουβαλάμε έναν δράκο, ένα φόβο για κάτι. Στο βιβλίο αυτό περιγράφω ένα μικρό παιδί που κουβαλούσε αυτό το φόβο του δράκου. Το στοίχημα για εκείνο και για όλους εμάς, είναι να ξεπεράσουμε τον δράκο και να τον κάνουμε να χαμογελάσει, γιατί ακόμη κι αν δεν είναι μέσα στην ψυχή μας, καραδοκεί να μπει. Αυτό ουσιαστικά είναι το νόημα του βιβλίου.

Γ.Μ.: Οι ήρωες των βιβλίων σου είναι πραγματικοί άνθρωποι ή κομμάτια της φαντασίας σου;

Α.Π.: Τους ήρωές μου, πριν αρχίσω να γράφω ένα βιβλίο, τους έχω μελετήσει πάρα πολύ. Ξέρω πώς θα μιλήσουν, ξέρω πώς θα συμπεριφερθούν, δεν μου είναι άγνωστοι εντελώς. Κανένας ήρωας των βιβλίων μου δεν μου είναι εντελώς άγνωστος. Μπορεί να τον έχω βιώσει σε όλη μου τη ζωή, μπορεί να τον έχω δει για λίγο, αλλά σίγουρα μου έχει πει κάτι. Εκείνο που έκανα εγώ πάντα και κάνω ακόμη, είναι το να είμαι μαζί με όλους τους ανθρώπους χωρίς να με ενδιαφέρει σε ποιο μορφωτικό ή κοινωνικό επίπεδο βρίσκονται, επομένως έχω ζήσει κοντά στους ανθρώπους και ξέρω να τους ακούω. Πάντα από μικρό παιδί ήμουνα μαζί με τους άλλους. Με όποιο κόστος. Γιατί καμιά φορά έχει βαρύ κόστος.

Γ.Μ.: Πες μου τον σημαντικότερο λόγο που θα μου πρότεινες να διαβάσω αυτό το βιβλίο;

Α.Π.: Θα σου έλεγα «πάρε αυτό το βιβλίο, Γερακίνα, για να δεις πώς ένα μικρό παιδί μπορεί να ξεπεράσει τον δράκο που του έχουν φωλιάσει στην ψυχή του».

Γ.Μ.: Πιστεύεις πως οι άλλοι συνήθως ευθύνονται για τους φόβους μας;

Α.Π.: Ασφαλώς και άλλοι ευθύνονται. Και στην προκειμένη περίπτωση, ευθύνεται η μάνα.

Γ.Μ.: Οι επιλογές μας θα είναι ποτέ καθαρά δικές μας ή πάντα ακόμη και χωρίς να το νιώθουμε θα ακολουθούμε τα χνάρια της μάνας μας και θα μας επηρεάζει τελικά;

Α.Π.: Πάντα υπάρχει η μάνα μέσα στην ψυχή του ανθρώπου. Πάντα κάπου εκεί υπάρχει και δίνει το στίγμα της. Δύσκολο να ξεπεραστεί όταν δεν είναι καλό αυτό το στίγμα. Δεν είναι βέβαια πάντα εύκολο να πετύχουμε να πραγματοποιήσουμε όλες τις επιλογές μας, αλλά σίγουρα είμαστε οι επιλογές μας. Εγώ δηλαδή ειδικά, είμαι καθαρά οι επιλογές μου.

Γ.Μ.: Βάλε μου έναν τίτλο στη ζωή που έχεις ζήσει εσύ μέχρι τώρα.

Α.Π.: Θα είχα δώσει στη ζωή μου τον τίτλο που είχα δώσει στο προηγούμενό μου βιβλίο: «Μια ατέλειωτη φυγή».

Γ.Μ.: Έχεις μετανιώσει ποτέ για λόγια που δεν είπες;

Α.Π.: Ναι. Πολλές φορές. Έπρεπε να πω πολλά και δεν τα είπα. Γιατί δεν ήθελα να φέρω κανέναν σε δύσκολη θέση.

Γ.Μ.: Με τη σημερινή λογική σου, αν γύριζε πίσω ο χρόνος θα τα έλεγες αυτά τα λόγια;

Α.Π.: Τίποτα δεν θα έκανα. Πάλι τα ίδια θα έκανα. Μπορεί και χειρότερα (συμπληρώνει γελώντας).

Γ.Μ.: Εκπέμπεις μια ηρεμία. Κάποιος κοιτώντας σε, ίσως να έλεγε πως δείχνεις εύθραυστη. Τα βιβλία σου μαρτυρούν έναν άλλο δυναμισμό. Ποια προσωπικότητα τελικά κρύβεται πίσω από την εικόνα;

Α.Π.: Είμαι εύθραυστη. Γενικώς. Όμως στα δύσκολα ξυπνά μια δύναμη μέσα μου που με βοηθάει να τα καταφέρνω. Δηλαδή, όταν φτάσω στον πάτο και κάνω και μια γεώτρηση ακόμη πιο κάτω, θα βγω στα ανοιχτά. Θα έλεγα πως είμαι εύθραυστη μόνο στα λιγότερο οδυνηρά.

Γ.Μ.: Έχεις τιμωρήσει ποτέ κάποιον κάνοντάς τον ήρωα σε ένα βιβλίο σου αποδίδοντας δικαιοσύνη μέσα από εκεί;

Α.Π.: Ναι. Το έχω κάνει. Και μου έρχεται πολλές φορές αυτό χωρίς να το καταλάβω. Οι περισσότεροι από τους ήρωές μου πληρώνουν το κακό που έχουν κάνει. Όμως μου βγαίνει χωρίς να το έχω σχεδιάσει από πριν στο μυαλό μου. Δεν έχω πει ποτέ «αυτόν θα τον τιμωρήσω». Έρχεται έτσι η ζωή που ο καθένας βρίσκει την τιμωρία του χωρίς να χρειαστεί να την αποδώσει κάποιος.

Γ.Μ.: Τι σε τρομάζει στους νέους σήμερα; Τι θα ήθελες να τους φωνάξεις;

Α.Π.: Ξέρεις τι με τρομάζει; Η μοναξιά τους. Γιατί η τεχνολογία έχει προχωρήσει πάρα πολύ, πολύ περισσότερο από τον ανθρωπισμό και τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Αυτή η εικονική πραγματικότητα, με τρομάζει εμένα. Νομίζω ότι καμία φωτογραφία και κανένας υπολογιστής, δεν μπορεί να αναπληρώσει το άγγιγμα στο χέρι ενός ανθρώπου, την αγκαλιά, το βλέμμα. Βλέπω και παίρνω παράδειγμα μέσα από την εγγονή μου που είναι οκτώ χρονών και για τα παιδιά. Φοβάμαι ότι αυτή η γενιά θα βαδίσει σε άλλους δρόμους που για μένα είναι τρομακτικοί. Αυτό που θα τους φώναζα είναι: «κοιτάξτε τον άνθρωπο».

Γ.Μ.: Διαβάζω στο βιβλίο σου: «Να ’μαστε, λέει, στη βαρκούλα… και να ’χε φεγγαράδα… και ν’ αρμενίζαμε…». Θα ήθελες να μας έβγαζε στην Κρήτη η βαρκούλα; Σε ποιο λιμάνι θα κατεβαίναμε;

Α.Π.: Αγαπώ την Κρήτη πολύ. Έχω μέσα μου το κρητικό ταπεραμέντο, αλλά δεν μπορώ να μείνω για πολύ καιρό στην Κρήτη. Κάτι με βαραίνει. Υπάρχει μία υπερβολή στην Κρήτη. Γενικά. Και λίγο με βαραίνει ίσως, επειδή πάντα ήθελα να φύγω. Αν και ουσιαστικά δεν ήθελα να φύγω από την Κρήτη. Ήθελα να φύγω από το περιβάλλον μου εκεί. Όμως έχω την ανάγκη να πηγαίνω, να παίρνω δύναμη και να φεύγω. Το αγαπημένο μου μέρος εκεί είναι τα Χανιά. Είναι η πόλη που την αγαπώ πολύ. Εκεί θα πηγαίναμε. Έχει μια γοητεία που δεν τη βρίσκεις εύκολα.

Γ.Μ.: Αλκυόνη, θυμάσαι τον πρώτο σου έρωτα;

Α.Π.: Και βέβαια τον θυμάμαι. Ξεχνιέται ο πρώτος έρωτας; Λένε καμιά φορά ότι μία φορά ερωτεύεσαι. Ερωτεύεσαι πολλές φορές στη ζωή σου. Όμως ο πρώτος έρωτας, έχει χαρακιές. Δεν φεύγουν αυτές. Εγώ ήμουν δεκαεννέα με είκοσι χρόνων που έζησα τον πρώτο μου έρωτα.

Γ.Μ.: Τελείωσε με φυσιολογικό τρόπο ή έμεινε ανεκπλήρωτος;

Α.Π.: Εντελώς φυσιολογικά δεν τελείωσε, όμως τον έζησα. Αυτό έχει σημασία.

Γ.Μ.: Πες μου αυτό που σε χαρακτηρίζει σαν άνθρωπο.

Α.Π.: Το «μαζί» με χαρακτηρίζει. Εγώ είμαι με τους άλλους πάντα μαζί. Δεν κοίταξα το βιογραφικό κανενός, κι αυτό μου έκανε καλό στο να γνωρίζω τους χαρακτήρες των ανθρώπων. Από μικρό παιδί μεγάλωσα σε ένα σπίτι αστικό. Σε χωριό ήμασταν, αλλά το σπίτι μας ήταν διαφορετικό από τα υπόλοιπα. Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος, ο παππούς μου και η γιαγιά μου δάσκαλοι και δεν είχαν καμία σχέση με την αγροτική ζωή. Εγώ τα έβλεπα από το παράθυρο όλα αυτά.

Γ.Μ.: Τα ζήλευες αυτά που έβλεπες;

Α.Π.: Ναι. Πολύ. Πάρα πολύ. Γι’ αυτόν τον λόγο έφευγα τα μεσημέρια που κοιμόταν η γιαγιά μου κυρίως που είχε τον πρώτο λόγο. Έφευγα από το παράθυρο και πήγαινα σε άλλους ανθρώπους. Έμπαινα κι εκεί που τρώγανε, αρκεί να ήμουν μαζί τους. Όταν έρχονταν παιδιά στο σπίτι να παίξουμε, η γιαγιά μου θεωρούσε ότι δεν έπρεπε να κάνω παρέα με όλα αυτά τα παιδιά. Έβρισκε αφορμές να τα διώχνει και εμένα μου έμεινε αυτό. Μου έμεινε απωθημένο.

Γ.Μ.: Κατάφερες όμως να κάνεις φιλίες από τη στιγμή που μου λες πως προσπαθούσαν να σε απομονώσουν;

Α.Π.: Φυσικά είχα φίλους ό,τι κι αν γινόταν. Θα σου πω ότι εγώ πήγαινα σχολείο έχοντας ό,τι ήθελα. Ρούχα, παπούτσια, τα πάντα. Όμως δεν ένιωθα καλά σε σχέση με τους συμμαθητές μου. Γι’ αυτό έκρυβα τα παπούτσια μου σε ένα δέντρο και πήγαινα ξυπόλητη γιατί πήγαινε και η φιλενάδα μου, η Ελευθερία, ξυπόλητη. Τόσο πολύ ήθελα να είμαι με τους άλλους.

Γ.Μ.: Έχει πολύ ενδιαφέρον, ένα παιδί που ήσουν εσύ τότε, να λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο.

Α.Π.: Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Η γιαγιά μου ήταν αριστοκρατικής καταγωγής και είχε αυτές τις πεποιθήσεις παρόλο που ο γιος της σκοτώθηκε στο βουνό για να είμαστε όλοι το ίδιο. Σκέψου πως εγώ μεγάλωνα σε ένα σπίτι, που ο καθένας τους είχε μια αξία εντελώς διαφορετική. Έκρυβε βέβαια μεγαλείο το ότι σεβόταν ο ένας τον άλλον, κι αυτό το κατάλαβα πολύ αργότερα, αλλά εγώ σαν παιδί τότε, έβλεπα ότι δεν υπήρχε καμία επικοινωνία. Δεν έβλεπα αυτό που έβλεπα στις οικογένειες σε άλλα σπίτια. Να γελούν, να αστειεύονται, να βρίζονται. Εγώ δεν το ζούσα αυτό και μου είχε μείνει απωθημένο. Γι’ αυτό και προτιμούσα να είμαι πάντα με τους άλλους.

Γ.Μ.: Υπάρχει κάτι που το κρατάς μέσα σου σαν φυλαχτό από τα παλιά;

Α.Π.: Θα σου πω μια ιστορία που μπορεί να την θεωρήσεις και τραβηγμένη, είναι όμως αληθινή. Εκείνη την εποχή, όταν ήμουν εγώ μικρό παιδί, υπήρχε πολύ μεγάλη φτώχεια. Οι φίλες μου παίζανε μόνο με κούκλες που τους έφτιαχναν οι μανάδες τους ράβοντας πανιά. Οι δικοί μου οι γονείς αντίθετα, κάποια στιγμή που είχαμε έρθει στην Αθήνα, με πήγαν να μου αγοράσουν μια μεγάλη κούκλα από τα καταστήματα του Λαμπρόπουλου. Εγώ όμως άρχισα να τους ζητάω ένα άλλο κουκλάκι, κοκάλινο, που είχα δει στη βιτρίνα. Εκείνοι αρχικά μου είχαν πει όχι, γιατί αυτό ήταν ακριβότερο από την άλλη κούκλα. Οπότε κι εγώ, χωρίς να το σκεφτώ δεύτερη φορά, ξάπλωσα στο πάτωμα του μαγαζιού και δεν σηκωνόμουν μέχρι να ακούσω το ναι. Μπορεί να έφαγα και ξύλο, αλλά το κουκλάκι μου το πήραν τελικά. Τόσο πολύ το ήθελα. Οι φίλες μου όμως στο χωριό, ένιωθαν περίεργα που εγώ είχα κάτι τόσο ακριβό κι εγώ άρχισα να το αισθάνομαι αυτό. Η επόμενη δική μου κίνηση λοιπόν, ήταν να βάλω στο πάτωμα το κοκάλινο κουκλάκι και με το πόδι μου να τσακίσω το κεφάλι του. Παρόλο που το αγαπούσα πολύ, αυτό το έκανα γιατί δεν ήθελα να έχω κάτι που δεν το είχανε οι άλλοι. Η γιαγιά μου τότε απεφάνθη: «Αφήστε το αυτό το παιδί. Είναι σαλεμένο». Μπορεί να είχε και δίκιο (συμπληρώνει γελώντας). Η μαμά μου, μου είπε ότι είμαι αχάριστη με αυτά που μου προσφέρει ο Θεός. «Δεν πρέπει να καταστρέφεις τα δώρα που έτυχε να έχεις στη ζωή σου». Ο πατέρας μου είπε, «κοίτα να δεις, αυτό που έκανες δεν ήταν καλό, γι’ αυτό στη ζωή σου θα προσπαθείς να βοηθάς και τους άλλους να έχουν αυτά που έχεις κι εσύ. Αυτό είναι το καλύτερο». Τότε δεν το είχα καταλάβει ακριβώς, αργότερα όμως κατάλαβα πως είχε απόλυτο δίκιο. Σκέψου ότι ο ίδιος, όταν πήγαινε να ψωνίσει ύφασμα για μένα, να μου ράψει ρούχα η μοδίστρα που δούλευε με το μήνα στο σπίτι μας, ψώνιζε το ίδιο ακριβώς και για την κοπέλα που είχαμε στο σπίτι για τις δουλειές. Δεν μου είπε ποτέ τίποτε άλλο, όμως με αυτό μου έδειχνε ότι είμαστε όλοι ίσοι.

Γ.Μ.: Έτσι συμπεραίνουμε από ποιον έμοιασες τελικά.

Α.Π.: Ναι. Σε αυτό έμοιασα στον πατέρα μου. Στη μαμά μου έμοιασα στο ότι είχε μια φοβερή ματιά να βλέπει τα πράγματα και να τα περιγράφει. Αν έγραφε, θα έγραφε ακριβώς όπως γράφω κι εγώ. Είχε χιούμορ, ήταν γλωσσοπλάστης. Ήταν φοβερή.

Γ.Μ.: Θέλεις να κλείσουμε τη συνέντευξη με κάτι που θα ήθελες να πεις μα εγώ δεν το ρώτησα;

Α.Π.: Γερακίνα μου, ό,τι έχω να πω το έχω γράψει.

*Ευχαριστούμε το βιβλιοπωλείο Ευριπίδης για τη φιλοξενία του!
(Ανδρέα Παπανδρέου 11, Χαλάνδρι)

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

This slideshow requires JavaScript.

.

%d bloggers like this: