ΓΡΑΦΕΙ Η ΦΑΙΗ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Μα πώς βρέθηκα εδώ; Πού είμαι; Τα παιδιά μου, πού είναι τα παιδιά μου; «Βοήθεια… με ακούει κανείς; Βοήθεια…» Τρέχω κατά μήκος ενός ατελείωτου διαδρόμου. Όλα είναι άσπρα. Φωνάζω τα ονόματά τους. Μα πού είμαι; Πού είναι τα παιδιά και πώς βρέθηκα εδώ;

Τρέχω και φωνάζω, πρέπει να τις βρω. Πρέπει να τις βρω να βεβαιωθώ πως είναι καλά. Πονάω, δεν έχω ανάσα μα πρέπει να συνεχίσω να τρέχω… πρέπει να βγω από εδώ. Και ξαφνικά φτάνω στο τέρμα. Μια τεράστια σιδερένια γκρίζα πόρτα μπροστά μου. Το μυαλό μου σβήνει. Ο εγκέφαλός μου δεν δίνει πια εντολές στο σώμα μου. Δεν αισθάνομαι τίποτα. «Πού είμαι;» Τι να κάνω τώρα; Τόση ώρα παρακαλώ για μια έξοδο και να την τώρα μπροστά μου. Απλώνω το χέρι μου, αγγίζω το πόμολο της πόρτας. Τρέμω. Το τραβάω πίσω. Πισωπατάω… όχι δεν μπορώ. Αρχίζω ξανά να τρέχω μακριά από την πόρτα… λίγα βήματα πιο κάτω σταματάω.

Γυρίζω αργά το σώμα μου. Η πόρτα. Προκλητική, αμείλικτη να κρύβει ό,τι εύχομαι και ό,τι απεύχομαι μαζί πίσω από το ψυχρό της μέταλλο. «Πρέπει να πάω. Πρέπει να ανοίξω». Στιγμές της ζωής μου παίζουν στο μυαλό μου σαν παλιά ταινία. Τα μωρά μου, στο μαιευτήριο… τα πρώτα τους βήματα συνοδεύουν τα δικά μου βήματα προς το τέλος του διαδρόμου. Η πρώτη μέρα που στάθηκαν μπρος στην πόρτα του σχολείου… και εγώ μπροστά από τη δική μου πόρτα. Μια σταλιά ανθρωπάκια μπροστά σε μια θεόρατη τρομακτική πόρτα. Απλώνω το χέρι μου να την ανοίξω καθώς στο μυαλό μου τις βλέπω να κάνουν εκείνο το πρώτο βήμα προς τη σχολική τους τάξη… Ανοίγω την πόρτα και κάνω το πρώτο βήμα. Δεν βλέπω τίποτα, σκοτάδι.

«Μαμά φοβάμαι το σκοτάδι», ακούω τις φωνές τους και μετά τη δική μου να λέει «πρέπει να πας, μην το αφήνεις να σε τρομάζει άλλο… πρέπει να πας». Κάνω ένα βήμα και βυθίζομαι στο απόλυτο μαύρο. Ένα βήμα ακόμα και ακούω την πόρτα να κλείνει πίσω μου, σιγά-σιγά τα μάτια μου συνηθίζουν το σκοτάδι και αρχίζω να βλέπω. Βλέπω. «Όχι!». Ουρλιάζω αλλά δεν υπάρχει κανείς να με ακούσει. Βλέπω παιδιά πεσμένα κάτω, βλέπω γυναίκες με άδεια βλέμματα πλάι σε άψυχα κορμάκια να σπαράζουν και πονάω. Θέλω να μάθω πού είναι τα παιδιά μου. Φωνάζω, ικετεύω κάποιος να μου πει. Να μου πει πως είναι καλά. Μα καθώς ρωτάω δεξιά και αριστερά, καταλαβαίνω πως δεν με ακούει κανείς. Δεν με βλέπει κανείς.

Έχω πεθάνει; Δεν με νοιάζει, ας είναι εκείνες καλά. Φωνάζω, ρωτάω ακόμα και ας μην με ακούνε και ας μην με βλέπουν… ώσπου όλα σκοτεινιάζουν ξανά. Κλείνω τα μάτια μου και εύχομαι με κάθε κύτταρο του κορμιού μου, με όση δύναμη έχω, «Παναγιά μου, ας είναι καλά τα παιδιά μου» και τότε στο μυαλό μου παίζουν ξανά εικόνες. Παιδικά κορμάκια σκόρπια παντού. Κάποια στη γη, κάποια στη θάλασσα. Ένα μοιάζει σαν να κοιμάται στην κούνια του. Χριστέ μου δεν είναι πάνω από δύο χρονών. Μα δεν κοιμάται. Κλείνω τα μάτια μου ξανά. Παναγιά μου, φύλαξε τα παιδιά του κόσμου όλα… μαζί και τα δικά μου.

«Μαμά, ξυπνήσαμε». Δύο παιδικές φωνές με καλωσορίζουν στη νέα μέρα. Ανοίγω τα μάτια μου. Όνειρο ήταν, σκέφτομαι. Όνειρο ήτανε για εμάς, μα για άλλους αληθινός, φρικιαστικός εφιάλτης.

Books and Style

Books and Style