ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΦΑΙΗ ΤΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Εκείνο το τραπεζάκι ήταν το πιο ταλαιπωρημένο από όλα. Βρισκόταν στην άκρη του μικρού καφενέ και είχε ρόλο μάλλον βοηθητικό μέσα στο κατάστημα. Ήταν ακριβώς δίπλα από τον πάγκο και τη μικρή βιτρίνα που υπήρχε στο βάθος του καταστήματος. Είχε σηκώσει τούτο το τραπέζι βάρη! Ήταν βαμμένο πράσινο σκούρο αλλά σε κάποια σημεία το είχε φάει η σκουριά. Μέσα από την πράσινη βαφή φαινόταν καθαρά πως υπήρχε ένα γερό στρώμα κόκκινης.

Εκείνο το πρωινό, άρχισε σαν όλα τα άλλα, μόνο που η μέρα έμελε να εξελιχθεί εντελώς αναπάντεχα.

Ο κυρ-Μανώλης άνοιξε τον καφενέ του όπως κάθε πρωί στις έξι παρά είκοσι. Ξεκλείδωσε την παλιά σιδερένια πόρτα και δίχως να κοιτάει, άπλωσε το χέρι του και με ακρίβεια βρήκε στο σκοτάδι τον διακόπτη για το φως. Πώς να μην τον βρει στα τυφλά; Σαράντα χρόνια έκανε αυτήν την κίνηση πρωί και βράδυ. Το ήξερε τούτο το ντουβάρι όσο καλά ήξερε και τον εαυτό του. Περπάτησε σέρνοντας κάπως τα κουρασμένα πόδια του ως το βάθος του καταστήματος, και φτάνοντας στο μικρό τραπεζάκι ακούμπησε το τελαράκι που μόλις είχε αγοράσει από τον ψαρά στην προβλήτα του λιμανιού. Μμμ… μύριζε θάλασσα! Λίγες γαρίδες, λίγη αθερίνα και μερικά όστρακα, αρκούσαν για τους μερακλήδες που θα έφταναν πριν το μεσημέρι να πιουν το τσιπουράκι τους, πριν πάνε για φαγητό στα σπίτια τους.

Ο κυρ-Μανώλης μπήκε στην κουζίνα του και φόρεσε την ποδιά του. Ήταν ώρα να ψήσει το καφεδάκι του, έβαλε τη συσκευή που ζέσταινε την χόβολη (δώρο του γιου του για να εκσυγχρονιστεί ο καφενές) στην πρίζα και περίμενε ώσπου να ζεσταθεί. Ετοίμασε το χαρμάνι του και άρχισε να ανακατεύει. Μία, δύο, δέκα, πενήντα, εβδομήντα, εβδομήντα μία, αισθάνθηκε ένα σφίξιμο στο στήθος, εβδομήντα δύο, έμοιαζε σαν ένα χέρι να τον έσφιγγε στο στήθος και τον λαιμό. «Μπα, ιδέα μου θα είναι» σκέφτηκε και συνέχισε να ανακατεύει.

Κάποιος γέρος κάποτε του είχε πει πως τον ελληνικό καφέ πρέπει να τον ανακατέψεις τόσες φορές όσες και τα χρόνια εκείνου που θα τον έπινε. Ο κυρ-Μανώλης είχε σε δέκα μέρες τα γενέθλία του. Έκλεινε τα εβδομήντα τέσσερα! Εβδομήντα τρεις, αισθάνθηκε τα πόδια του να λυγίζουν -ευτυχώς η καρέκλα και το τραπεζάκι ήταν δυο βήματα μακριά. Εκεί είχε αφήσει και το κινητό του τηλέφωνο. Με το ζόρι πρόλαβε και κάθισε στην ψάθινη καρέκλα. Στην προσπάθειά του να φθάσει το τηλέφωνο, έσπρωξε το κασελάκι με τα θαλασσινά και εκείνα σκορπίστηκαν στο πάτωμα.

Την επόμενη μέρα ο καφενές έμεινε κλειστός. Σαράντα μέρες μετά, ο καφενές άναψε ξανά τα φώτα του, το τραπεζάκι με το πράσινο χρώμα φιλοξενούσε ένα βάζο με φρέσκα λουλούδια. Ο καφετζής φόρεσε την ποδιά του… ήταν ώρα να ψήσει το καφεδάκι του. Έπρεπε μάλιστα να το ανακατέψει τόσες φορές, όσα και τα χρόνια του. Τριάντα δύο. Έτσι έλεγε ο συγχωρεμένος ο πατέρας του… «Αχ, βρε κυρ-Μανώλη, μου λείπεις πολύ» ψιθύρισε και ήπιε την πρώτη γουλιά.

Books and Style

Books and Style

%d bloggers like this: