ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΙΚΗ ΝΑΣΣΗ

Το έθιμο της αντεκδίκησης –βεντέτας, του οποίου μία μορφή είναι γνωστή και στην αρχαία ελληνική εποχή ως αυτοδικία, ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο σε περιοχές και κοινωνίες κλειστές, όπως στην γειτονική Αλβανία, όπου διατηρείται έως και σήμερα σε φθίνουσα πορεία, στην Κρήτη, στη Μάνη και φυσικά και στο Σούλι.

Κοινωνίες διαβιούσες συνήθως σε ορεινές και δυσπρόσιτες περιοχές και μη έχουσες τη δυνατότητα να έλθουν σε επαφή με τον πολιτισμό και να ανοίξουν τους πνευματικούς και πολιτισμικούς ορίζοντες, αδυνατούσαν να διαχειριστούν με πιο ανθρώπινο και πολιτισμένο τρόπο αυτές τις καταστάσεις…

Γνωστό και στην αρχαία ελληνική κοινωνία και την τραγωδία το έθιμο αυτό, δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί καθαρά ελληνικό, αφού ισχύει και σε κοινωνίες της Ασίας και των Βαλκανίων…

Η βεντέτα καταγράφεται ως κυρίαρχο εθιμικό στη λειτουργία της σουλιώτικης κοινωνίας. Οι ρίζες της είναι βαθιές και αναζητώνται στην ομηρική αλλά και προομηρική εποχή. Ανάμεσα στα γένη στα οποία είχε δημιουργηθεί η βεντέτα επικρατούσαν ισχυρά μίση και, όπως αναφέρει ο Ι. Λαμπρίδης, η εκδίκηση για φόνο ήταν ιερό καθήκον και χρέος σε κάθε οικογένεια. Τα μίση εξ αυτής και το πνεύμα εκδίκησης υποχρέωνε πολλές οικογένειες να έχουν ψηλό περίβολο στις κατοικίες τους και να διατηρούν περίκλειστο ιδιωτικό πηγάδι, ενώ πολλές αναγκάζονταν ακόμη και να μετοικήσουν σε χωριά υποτελή στους Σουλιώτες, όπως του Φαναρίου, Λάμαρης και της  Λάκκας.

Η πυρπόληση οικιών ή ολόκληρου χωριού ήταν ένας ακόμη τρόπος αντεκδίκησης και βεντέτας μεταξύ γενών ή οικογενειών και επίλυσης των διαφορών μεταξύ τους με τη βία. Ακόμη και η κλοπή αμνοεριφίων ή η παραβίαση των ορίων των βοσκοτόπων θα μπορούσε να γίνει αφορμή για καταφυγή στα όπλα και αιματηρές συμπλοκές μεταξύ τους, αναφέρει και ο Πουκεβίλ.

Αλλά η πλέον βάρβαρη αντίδραση σε αυτές τις διαφορές υπήρξε ο φόνος αρσενικού μέλους μίας οικογένειας. Ο Κοραής αλλά και ο Λάμπρος Κουτσονίκας χαρακτηρίζουν το έθιμο αυτό «βάρβαρον συνήθειαν».

Η λέξη που χρησιμοποιούσαν οι Σουλιώτες για να δηλώσουν τον όρο βεντέτα είναι  γκιακ=αίμα, (gjak,u), μας πληροφορεί ο Λ. Κουτσονίκας και το επιβεβαιώνουν και οι γέροντες του Φαναρίου με τη φράση «αίμα αντί αίματος», (γκιακ ν’ γκιακ) ή « ντο μαρ γκιάκουν»=θα πάρω το αίμα πίσω, θα εκδικηθώ.

Η λέξη είναι πελασγική gjaht/oj=κυνηγώ, gjah-u=κυνήγι, θήραμα, gjahtar,i= κυνηγός, gjak,-u=αίμα και ταυτίζεται με την αρχαία ελληνική ιακχή και ιαχή=κραυγή- αλαλαγμός των εν τη μάχη διωκόντων, θρήνος- ολολυγμός των διωκόμενων, κραυγή των κυνηγών, κραυγή των ψυχών των νεκρών, ενώ τη συναντάμε και σε άλλες γλώσσες επίσης, όπως Jagd -γερμ=κυνήγι, jaceo- λατ=νοσώ, πεθαίνω, jugulo- λατ=φονεύω, σφάζω…

Στο λεξικό του Μάρκου Μπότσαρη αναφέρεται επίσης η λέξη «χακ» που σημαίνει δίκαιο. Πρόκειται για πελασγική επίσης λέξη και ταυτίζεται με την αρχαία ελληνική Αιακός (ο δίκαιος βασιλεύς, παππούς του Αχιλλέα και εις εκ των τριών δικαστών-κριτών του Κάτω Κόσμου). Η λέξη αυτή είναι γνωστή στους Αρβανίτες του Φαναρίου και της Λάκκας Σουλίου και η συνήθης φράση των Ελλήνων Αρβανιτών ήταν «ντο μαρ χάκ’ν»=θα πάρω το δίκιο μου, εκδίκηση, αλλά όχι κατ’ ανάγκην με αίμα…

Στην Αλβανία επίσης η λέξη βεντέτα αποδίδεται με τη λέξη «γκιακ»…

Λέγεται ότι η μακρόχρονη έχθρα ανάμεσα στα γένη των Μποτσαραίων και των Τζαβελαίων αποδίδεται σε φόνο αδελφού του Τζαβέλλα από αδελφό του Γιώργη Μπότσαρη. Αναφέρεται δε από τον Λάμπρο Κουτσονίκα και ένα χαρακτηριστικό περιστατικό, το οποίο παρ’ ολίγον να οδηγήσει σε βεντέτα μεταξύ των δύο και συγγενικών εξ αγχιστείας οικογενειών, Μπότσαρη και Κουτσονίκα, εξ αιτίας του Λεοντάρη Παλάσκα, αλλά οι καπεταναίοι, λογικά σκεπτόμενοι και λόγω και της συγγένειας μεταξύ τους, κατάφεραν να την αποσοβήσουν…

Ο Περραιβός μας πληροφορεί ότι στη διάρκεια αυτών των συγκρούσεων διαμεσολαβητικό ρόλο είχαν μόνο οι γυναίκες, διότι οι άνδρες θεωρούσαν και μικροπρέπεια και ντροπή να αντιστέκονται σε γυναίκες, από τις οποίες ελάμβανε η πολιτεία το παραγωγικό δυναμικό και τους πολεμιστές της. Και αυτό καταδεικνύεται και από την αποζημίωση που εδίδετο για τον φόνο γυναίκας, η οποία ισοδυναμούσε με τον αριθμό των τέκνων που εν δυνάμει θα τεκνοποιούσε. Και η υψηλή αυτή αποζημίωση λειτουργούσε ανασταλτικά στην πρόθεση να φονεύσουν γυναίκα.

Βέβαια δεν κατάφερνε πάντα η μεσολάβηση μιας γυναίκας να επιτυγχάνει τον σκοπό της, με συνέπεια φάρες Σουλιωτών να αναγκάζονται να μετοικήσουν, για να αποφύγουν την αντεκδίκηση…

Είναι βέβαιο πάντως ότι και οι Σουλιώτες, διαπιστώνοντας ότι το έθιμο αυτό είχε ως συνέπεια το ξεκλήρισμα οικογενειών και κυρίως τον θάνατο των αρσενικών μελών τους, απαραίτητων στην άμυνα και τη διεξαγωγή του πολέμου, το αποδυνάμωσαν σταδιακά, θεσπίζοντας την οικονομική αποζημίωση.

Ένα ακόμη έθιμο, το οποίο επίσης αποτελούσε ένδειξη βεντέτας μεταξύ γενών, ήταν ο σχηματισμός λιθοσωρού στον τόπο, όπου φονεύτηκε ένας άνδρας.

Ο λιθοσωρός λειτουργούσε ταυτόχρονα και ως ένδειξη των συνόρων μιας ελεγχόμενης από οικογένεια, γένος ή χωριό περιοχής, μας πληροφορεί η Ψιμούλη.

Τοπωνύμιο Λιθοσωριά βρίσκεται κοντά στο χωριό Αλεποχώρι –Μπότσαρη της Λάκκας Σουλίου.

Η εξήγηση για το σχετικό έθιμο στη σουλιώτικη κοινωνία, εκτός της δικαιολόγησης περί κλειστής κοινωνίας, βρίσκεται και στην ιδιοσυγκρασία των Αρβανιτών. Είναι η περηφάνια, η οποία ορισμένες φορές καταντά αλαζονεία και η οποία αποτελούσε και ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά αυτής της φάρας.

Πολλά περιστατικά με πρωταγωνιστές και από τις δύο πλευρές έχουν παραδοθεί με την προφορική παράδοση στα παιδιά και εγγόνια και, μέσα από τη συμβίωση και τους ισχυρούς δεσμούς οικογενειών και πατριών, διαδόθηκε από γενιά σε γενιά το ηθικό χρέος και ο τρόπος με τον οποίο όφειλαν να αντιδράσουν σε ό τι θεωρούσαν ότι τους μείωνε ή τους ντρόπιαζε, ακόμη και αν αυτή η προσβολή ήταν ανάξια λόγου για τα δικά μας σημερινά κριτήρια…

Όπως και να έχει, το έθιμο αυτό τείνει να παραδοθεί πλέον στην λήθη και καλό θα ήταν οι διαφορές των ανθρώπων και των λαών να επιλύονται με διάλογο και όχι με αίμα…

(Περισσότερα στοιχεία για την αντεκδίκηση στο βιβλίο «Στοιχεία Τοπικής Ιστορίας»)

Books and Style

Books and Style