ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΦΑΙΗΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

«Πάψε πια! Βούλωσέ το! Μ’ ακούς; Δεν θέλω να ακούσω ούτε μία σου λέξη ακόμα!», ούρλιαξε κλαίγοντας και η φωνή της ράγισε τη σιωπή της νύχτας. Τα επόμενα λεπτά, η γειτονιά σηκώθηκε στο πόδι για άλλη μια φορά. Πίσω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα οι γείτονες αναρωτιούνταν τι έγινε πάλι.

Δεν άργησαν να βγουν στις αυλές και τα μπαλκόνια για να σχολιάσουν το πρόβλημα.

«Τι θέλει πια και φωνάζει;», «Τι να θέλει; Τη δόση της θα θέλει», «Παναγιά μου, βάλε το χέρι σου και απόψε, θα μας βρει κανένα κακό», «Εγώ σας είπα να μαζέψουμε υπογραφές και να την διώξουμε από την πολυκατοικία», οι γείτονες αντάλλασαν ανήσυχα τις απόψεις τους.

«Πάψε! Πάψε!», ακούστηκε άλλη μία φορά η φωνή της και το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο θόρυβος από γυαλιά που σπάνε. Έπειτα σιωπή. Απόλυτη, βαριά σιωπή.

«Να πάρουμε τηλέφωνο την αστυνομία. Γρήγορα. Κάτι έγινε στον τέταρτο όροφο».

Δέκα καλοκαίρια νωρίτερα.

Το ερωτευμένο ζευγάρι περνούσε ατελείωτες ώρες μαζί. Σύμμαχοί τους ένα ζεστό, φωτεινό καλοκαίρι και ο ενθουσιασμός της νέας σχέσης. Το καλοκαίρι όμως κάποια στιγμή έφτασε στο τέλος του και με τον ερχομό του φθινοπώρου άρχισαν να εμφανίζονται και τα πρώτα προβλήματα στη σχέση τους. Ο έρωτάς τους όμως ήταν πεισματάρης και κάθε φορά που αντιμετώπιζαν μια δυσκολία έδιναν και μια νέα υπόσχεση ο ένας στον άλλον να μην εγκαταλείψουν. Οι υποσχέσεις όμως όταν δεν υλοποιούνται, είναι απλώς καλά μεταμφιεσμένα ψέματα. Δυστυχώς. Τα εμπόδια που είχαν να περάσουν, αν και όχι απροσπέλαστα, ήταν αρκετά. Ζούσαν σε διαφορετικές πόλεις και ο χειμώνας που έφτασε ήταν βαρύς και άγριος, σκέπασε μ’ ένα λευκό στρώμα χιονιού τον ενθουσιασμό και τον έρωτα που ένιωθαν ο ένας για τον άλλον, πάγωσε τα πάντα. Τους πάγωσε. Έτσι λοιπόν, τελείωσε μια σχέση που έμοιαζε να έχει όλες τις προϋποθέσεις για να εξελιχθεί.

Δευτέρα βράδυ.

Το περιπολικό της αστυνομίας έφτασε σχεδόν αμέσως μετά το τηλεφώνημα των κατοίκων. Οι δύο αστυνομικοί έτρεξαν στο διαμέρισμα της κοπέλας. Χτύπησαν το κουδούνι, φώναξαν και πρόσταξαν να ανοίξει η ένοικος την πόρτα. Κανείς όμως δεν αποκρίθηκε. Έσπασαν την πόρτα στις τρεις το πρωί. Με τα χέρια τους τεντωμένα και τα περίστροφα να σημαδεύουν μία αόρατη απειλή, εισέβαλαν στο διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου.

Πέντε χρόνια πριν.

Κοίταξε τη γυναίκα απέναντί της. Όμορφη και πεισματάρα. Τα βρεγμένα μαλλιά της σχημάτισαν δύο μικρές λίμνες στο πάτωμα. Μα δεν την ένοιαζε. Τίποτα δεν την ένοιαζε πια. Μόνο εκείνη η γυναίκα που την κοιτούσε συνεχώς στα μάτια, άλλοτε με παράπονο, κι άλλοτε απαιτητικά. Ό,τι και να έκανε, όσο και να προσπαθούσε δεν μπορούσε να ξεφύγει από το βλέμμα της.

– Τι θέλεις; Γιατί με κοιτάζεις έτσι;
– Ξέρεις τι θέλω. Πονάω να σε βλέπω έτσι. Δεν μπορείς να συνεχίσεις άλλο έτσι, δεν μπορεί να μην το καταλαβαίνεις!
– Εσύ δεν καταλαβαίνεις! Ποτέ δεν με κατάλαβες. Στέκεσαι πάντα απέναντι μου και περιμένεις να δεις τι θα κάνω λάθος. Δεν με βοηθάς έτσι.
– Δεν μπορώ εγώ να σε βοηθήσω, όχι πια. Μόνο εσύ μπορείς.

Ξημερώματα Τρίτης.

Οι άντρες του τμήματος εγκληματολογικών ερευνών, τριγύριζαν στον χώρο. Ένας απ’ αυτούς έγραφε την έκθεση και ο άλλος υπαγόρευε.

«Γυναίκα ηλικίας περίπου τριάντα ετών. Βρίσκεται στο πάτωμα της κρεβατοκάμαρας περίπου ένα μέτρο νοτιοανατολικά της μεσόπορτας του δωματίου. Η σωρός κείτεται ανάσκελα. Το αριστερό χέρι βρίσκεται τεντωμένο κατά μήκος του κορμού και κρατάει μια ξανθή περούκα. Στο λαιμό του θύματος βρίσκεται καρφωμένο ένα μαχαίρι. Γύρω από την σωρό υπάρχουν σπασμένα κομμάτια από καθρέφτη».

Οι αστυνομικοί έπαιρναν καταθέσεις από τους αυτόπτες μάρτυρες, ενώ άντρες της σήμανσης έκαναν έρευνα στο διαμέρισμα για τυχόν δαχτυλικά αποτυπώματα.

«Τι να σας πω για αυτήν την κοπέλα, κύριε αστυφύλακα. Ένα μοναχικό πλάσμα ήταν. Δεν είχε επαφές με κανέναν στη γειτονιά ούτε δεχόταν ποτέ επισκέψεις. Δεν είχαμε δει ποτέ κάποιον δικό της άνθρωπο. Ήταν πάντα μόνη της και γενικά δεν δημιουργούσε προβλήματα εκτός από κάποια περιστατικά σαν αυτό σήμερα, οπού ακουγόταν να φωνάζει, σαν να μαλώνει με κάποιον».

Μια άλλη κάτοικος κατέθεσε:

«Δεν πιστεύω πως ήταν αυτοκτονία γιατί την άκουσα να φωνάζει. Σε κάποιον μιλούσε. Όμως μέσα στην ταραχή μου, δεν είδα κάποιον να φεύγει από την πολυκατοικία. Ίσως ο δολοφόνος να βρίσκεται ακόμα στο κτίριο… να βρείτε ποια ήταν η ξανθιά γυναίκα που την επισκεπτόταν. Ίσως αυτή το έκανε».

Δύο εβδομάδες νωρίτερα.

Καθισμένη στο μικρό τραπέζι της κουζίνας άνοιξε το μικρό σημειωματάριό της και άρχισε να γράφει.
«Δεν την αντέχω άλλο. Πρέπει να κάνω κάτι να την βγάλω από τη μέση. Έχω αρχίσει και κάνω άσχημες σκέψεις. Σκοτεινές. Είναι πάντα εκεί. Με κοιτάζει και απαιτεί. Με κοιτάζει και με ειρωνεύεται. Αυτό το ύφος της με τρελαίνει. Μου θυμίζει ό,τι παλεύω να ξεχάσω. Με το δάχτυλο τεντωμένο να με μαλώνει, γιατί; Γιατί δεν έκανα αυτά που νόμιζε εκείνη πως ήταν σωστά. Θα την σκοτώσω. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Μόνο έτσι θα γλυτώσω. Της το είπα τόσες φορές, δεν μπορώ άλλο πια.»

Δέκα μέρες νωρίτερα.

«Σήμερα το παράκανε. Με κατηγόρησε. Αυτή νομίζει πως τα ξέρει όλα για μένα. Αν είχες πει αυτό… Εάν είχες κάνει το άλλο! Αν, αν, αν… Στέκεται πάντα εκεί, αυτή γερνάει και νομίζει πως φταίω εγώ. Αυτή είναι μόνη της και κατηγορεί εμένα. Εμένα μου αρέσει έτσι όπως ζω, έχω την ησυχία μου. Δεν θέλω να θυμάμαι. Μα είναι πάντα εκεί, όπου και να κοιτάξω την βλέπω πάντα εκεί. Νομίζει πως αν εγώ είχα κάνει άλλες επιλογές θα ήταν ευτυχισμένη, είναι τρελή. Είναι σίγουρα τρελή. Εγώ ήθελα να ζήσω έτσι όπως μου άξιζε. Δεν ήθελα να περιμένω. Δεν ήμουν εγώ για συμβιβασμούς. Όχι. Τέρμα πια. Δεν θα ανεχτώ να με κατηγορήσει ξανά για τις επιλογές μου. Διάλεξα να είμαι μόνη μου και θα είμαι μόνη μου».

Μεσημέρι Τρίτης.

Οι αστυνομικοί αρχικά πίστευαν πως επρόκειτο για εγκληματική ενέργεια και πως η περούκα που βρέθηκε στα χέρια του θύματος, ήταν το στοιχείο που θα τους οδηγούσε στο δολοφόνο. Όμως το στοιχείο εξετάστηκε και δεν βρέθηκε κανένα ίχνος διαφορετικού ατόμου. Κάποιες καταθέσεις, έκαναν λόγο για μια άλλη γυναίκα που έφευγε από το διαμέρισμα, κυρίως τις βραδινές ώρες. Επίσης σύμφωνα με τους κατοίκους, η κοπέλα το μοιραίο βράδυ είχε έναν πολύ έντονο διαπληκτισμό με κάποιον. Αν δεν την είχε επισκεφτεί κανείς ίσως ο διαπληκτισμός είχε γίνει μέσω τηλεφώνου. Στο διαμέρισμα όμως δεν βρέθηκαν δαχτυλικά αποτυπώματα άλλου ατόμου όπως επίσης δεν βρέθηκε στην κατοχή της καμία συσκευή τηλεφώνου. Ούτε καν αριθμός. Με ποιον όμως διαπληκτίστηκε εκείνο το μοιραίο βράδυ και ποια ήταν η ξανθή γυναίκα που είχαν δει οι κάτοικοι;

Αυτό το ερώτημα βασάνιζε τον αρχιφύλακα που είχε αναλάβει την υπόθεση, για αυτό και ξαναπήγε στο διαμέρισμα της οδού Παπαδήμα, εκείνο το μεσημέρι.

Μπήκε στο διαμέρισμα και κοίταξε τριγύρω. Προσπάθησε να την φανταστεί να κινείται μέσα στον χώρο. Ποιες ήταν οι συνήθειες της; Πώς περνούσε την ώρα της; Φίλους δεν είχε. Τηλέφωνο δεν είχε. Θα πρέπει να της άρεσε να διαβάζει και να γράφει, γιατί δίπλα στο κρεβάτι της βρέθηκαν κάποια βιβλία κι ένα στυλό διαρκείας. Έψαξε αμέσως για κάποιο σημείωμα, αλλά δεν βρήκε τίποτα. Το γεγονός ότι υπήρχε το στυλό, σήμαινε πως κάπου θα πρέπει να υπήρχε και χαρτί. Άρχισε να ψάχνει λοιπόν όλα τα συρτάρια. Σε ένα από αυτά βρήκε τυλιγμένο σε ένα σεντόνι ένα σημειωματάριο. Το άνοιξε και άρχισε να διαβάζει.

Στην αρχή δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτά που έγραφε. Τα κείμενα έμοιαζαν με ημερολόγιο, αλλά δεν έβγαινε νόημα. Έγραφε για κάποιο άτομο, για μια γυναίκα συγκεκριμένα. Πως δεν άντεχε πια την επικριτική διάθεση που είχε απέναντί της. Πολύ συχνά έγραφε πως ήθελε να απαλλαχτεί. Να την σκοτώσει.

Ώσπου έφτασε στην τελευταία σελίδα που ήταν γραμμένη.

«Θα την σκοτώσω. Δεν χωράμε στο ίδιο σώμα. Είμαστε δυο διαφορετικές γυναίκες. Δυο χαμένες ψυχές και υπάρχει μόνο ένα σώμα. Δεν έχει σημασία ποια είμαι εγώ και ποια είναι εκείνη. Κάθε φορά που κοιτάζω στον καθρέφτη εκείνη είναι εκεί να μου θυμίζει τι θα μπορούσα να είχα καταφέρει αν δεν είχα κάνει ό,τι έκανα. Είναι τρελή, είμαι τρελή και δεν υπάρχει κανείς πια για να με βοηθήσει. Μόνο εγώ έχω τη λύση. Θα την σκοτώσω. Απόψε κιόλας. Δεν χωράμε δύο ψυχές σ’ ένα σώμα».

Δέκα μέρες μετά.

Ο αστυνόμος που διαλεύκανε την υπόθεση επισκέφθηκε το τοπικό νεκροταφείο. Στάθηκε μπροστά στον τάφο της νεαρής κοπέλας. Αυτή η υπόθεση τον είχε συγκλονίσει. Ένα μοναχικό πληγωμένο πλάσμα ήταν. Μία γυναίκα που δεν ήταν ευτυχισμένη και μία που θα μπορούσε να είναι. Δύο ζωές που δεν χωρούσαν σ’ ένα σώμα. Μόνο που δεν είχε δώσει τη σωστή λύση. Άφησε δύο τριαντάφυλλα επάνω στο λευκό μάρμαρο. Ένα κόκκινο για εκείνη που τόλμησε και προσπάθησε και ένα λευκό για εκείνη που δεν μπόρεσε να ζήσει όσα έπρεπε.

.

%d bloggers like this: