ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΙΚΗ ΝΑΣΣΗ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: PETER TAMAS

Δεν σου ζητάμε παρά λίγο ψωμάκι.

Λίγο νερό στο δοχειάκι μας, όταν δεν βρέχει.

Να μας θυμάσαι κι εμάς, κλεισμένος μέρες τώρα πίσω από τους τέσσερις τοίχους του διαμερίσματός σου, για να μην κινδυνεύσει η ίδια σου η ζωή και των συνανθρώπων σου.

Είμαι εγώ και οι φίλοι μου που κάθε μέρα περνούσες και σου κουνούσαμε την ουρά μας, γιατί κάποια στιγμή μας κοίταξες.

Κοίταξες και την τυρόπιτα που έτρωγες και, χωρίς να το ξανασκεφτείς, κι ας πεινούσες, μας την έδωσες, γιατί κατάλαβες πως την είχαμε μεγαλύτερη ανάγκη από εσένα.

Δεν είμαστε φυγόπονοι, δεν αποφεύγουμε τον δύσκολο αγώνα να βρούμε μόνα την τροφή μας.

Όχι, μην το πιστέψεις αυτό ποτέ για μας.

Αν βρισκόμασταν στο δάσος, το ξέρεις ότι θα κερδίζαμε μονάχοι μας το φαγητό μας.

Μα βρισκόμαστε εδώ, ανάμεσά σας, χωρίς να το έχουμε εμείς επιλέξει.

Γιατί εδώ γεννηθήκαμε, εδώ μας εγκαταλείψατε, εδώ μεγαλώσαμε, χάρη και στη δική σου φροντίδα.

Εδώ μάθαμε τι θα πει αγάπη.

Τι σημαίνει εχθρότητα και αποστροφή από μερικούς που σου μοιάζουν, μα δεν έχουν την δική σου ξεχωριστή μυρωδιά.

Τον δικό σου μοναδικό χτύπο στην καρδιά.

Αυτήν που την οσμιζόμασταν από πολύ μακριά και τρέχαμε χαρούμενα κοντά σου.

Αυτόν που ακούγαμε κάθε φορά που μας έβλεπες και σταματούσες για να μας χαϊδέψεις ή να μας προσφέρεις λίγο φαγητό.

Είχαμε μάθει να σε ξεχωρίζουμε ανάμεσα σε χίλιους σαν κι εσένα.

Είσαι εσύ που πάντα μας σκεφτόσουν, όσα κι αν σε στενοχωρούσαν, όσες δυσκολίες κι αν συναντούσες στη ζωή σου.

Ακόμη και όταν δεν είχες δουλειά ή χρήματα για το νοίκι σου, εσύ θα έτρωγες λιγότερο, για να κρατήσεις κάτι και για μας.

Και όταν οι άλλοι σε θεωρούσαν γραφικό και σε χλευάζανε ή ακόμη και σε απαξίωναν, δεν θύμωνες μαζί τους και δεν τους απαντούσες με τον ίδιο τρόπο.

Απομακρυνόσουν με την καρδιά σου χίλια κομμάτια, γεμάτος λύπη και ντροπή για την αγάπη που χάθηκε στις μεγάλες τσιμεντένιες πολυκατοικίες και στις «καθαρές» από εμάς γειτονιές τους.

Και τώρα που δεν σου επιτρέπεται να βγαίνεις από το σπίτι, εμείς ξέρουμε πως θα πάρεις τηλέφωνο τον δήμο σου και θα ζητήσεις να φροντίσει για εμάς.

Αλλά εμείς θέλουμε εσένα.

Θέλουμε να βρεις τον τρόπο να περάσεις δίπλα μας στην καθημερινή άσκησή σου και να μας πετάξεις από το σακουλάκι στην τσέπη της φόρμας σου λίγο ψωμάκι.

Να γεμίσεις τις ζεστές μέρες με νεράκι το δοχειάκι.

Θέλουμε την τροφή που μας προσφέρεται με αγάπη και το γλυκό σου χάδι στα κεφαλάκια μας.

Θέλουμε, όταν και πάλι όλα θα έχουν τελειώσει με αυτόν τον εφιάλτη,  να κουνήσουμε για σένα και μόνο την ουρά μας στον αέναο χαιρετισμό της φιλίας και της ευγνωμοσύνης μας και να σε περιμένουμε κάθε μέρα στο ίδιο μέρος να μας φέρνεις λίγη τροφή και το χαμόγελό σου.

Και όταν και πάλι θα ακούσουμε τον δυνατό χτύπο της καρδιάς σου, κάθε φορά που κάποιοι σε κοιτάζουν επιτιμητικά πίσω από τα κλειστά παράθυρα, αδυνατώντας να καταλάβουν την πράξη της αγάπης σου, θα σου πούμε να μη λυπάσαι.

Δεν είσαι εσύ ο αξιολύπητος.

Εκείνοι είναι που θα μετρούν πάντα την αγάπη που προσφέρουν ή τους προσφέρεται, θα την αγοράζουν και θα την πουλούν με τα δικά τους μέτρα, με τα δικά τους συμφέροντα.

Εσύ είσαι ο ευλογημένος και η δική σου αγάπη δική Του…

 

Books and Style

Books and Style