ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΗ ΡΟΥΤΟΥΛΑ

Νιώθω το βαρύ τριχωτό χέρι να με χαϊδεύει πίσω απ’ τα αυτιά μου. Οι κινήσεις της πλαδαρής παλάμης είναι τόσο άγαρμπες που το άγγιγμά της δεν μου είναι ευχάριστο. Κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου τον κάτοχο του χεριού που με πασπατεύει. Είναι ένας άντρας γύρω στα πενήντα, φοράει βερμούδα, ένα λεκιασμένο t-shirt και κάθε επιφάνεια του κορμιού του είναι γεμάτη τρίχες. Μπορώ να μυρίσω τον ιδρώτα του καθώς και την χαρά του. Χαίρεται που βρίσκεται εδώ, χαίρεται που με χαϊδεύει. Μακάρι να μπορούσα να πω το ίδιο και για εμένα. Τώρα το χέρι του έχει προχωρήσει και μου χαϊδεύει την πλάτη. Μιλάει μια γλώσσα που δεν την καταλαβαίνω. Μια γλώσσα βαριά με πολλούς φθόγγους, μια γλώσσα που ακούγεται βάρβαρη στ’ αυτιά μου. Μια γυναίκα τον πλησιάζει. Στέκονται και οι δύο από πάνω μου και συνεχίζουν τον διάλογό τους. Ο τριχωτός άντρας κάθεται δίπλα μου, ακουμπά το χέρι του στην πλάτη μου και η γυναίκα μας βγάζει απανωτές φωτογραφίες με το κινητό της, τις οποίες και δημοσιεύει αμέσως στο instagram. Πολλοί τουρίστες άλλωστε έρχονται εδώ γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο: για να βγάλουν φωτογραφίες μαζί μου. Και όχι μόνο μαζί μου αλλά και με τα υπόλοιπα σκυλιά της καφετέριας. Η καφετέριά μας είναι ένας από τους πιο ινσταγκραμικούς τόπους του Τόκιο. Βέβαια, χωρίς να θέλω να το πάρω πάνω μου- οι περισσότεροι τουρίστες αλλά και οι ντόπιοι, προτιμάνε εμένα για χαϊδέματα και φωτογραφίες. Βλέπεις, τα υπόλοιπα σκυλιά είναι κανίς και μαλτέζ. Εγώ είμαι ο μοναδικός σκύλος ράτσας ακίτα σ’ αυτήν την καφετέρια και όλοι θέλουν να βγάλουν φωτογραφία μαζί μου. Ίσως παίζει ρόλο και το όνομά μου, Χάτσικο. Είμαι ακίτα και με λένε Χάτσικο, σαν τον πασίγνωστο πρόγονό μου. Και οι συμπτώσεις δεν τελείωνουν εδώ: βρίσκομαι και εγώ στην Σιμπούγια σαν εκείνον τον πρώτο Χάτσικο. Μπορείτε λοιπόν να φανταστείτε τον ενθουσιασμό και την συγκίνηση όλων των επισκεπτών αυτής της καφετέριας, όταν έρχονται εδώ να χαϊδέψουν και να δουν από κοντά εμένα: τον Χάτσικο ράτσας ακίτα που μένει στη Σιμπούγια.Μην μου πείτε ότι δεν καταλάβατε ακόμα! Μην μου πείτε ότι δεν ξέρετε τη γνωστή ιστορία του προγόνου μου. Ο Χάτσικο ζούσε εδώ στην δεκαετία του 1920 μαζί με τον άνθρωπό του. Κάθε πρωί συνόδευε τον άνθρωπό του έως τον σιδηροδρομικό σταθμό. Ο άνθρωπός του πήγαινε στη δουλειά του. Ο Χάτσικο πήγαινε στο σπίτι τους και κάθε απόγευμα γυρνούσε στον σταθμό για να υποδεχτεί τον άνθρωπό του και για να επιστρέψουν μαζί στο σπίτι τους. Μια ημέρα ο άνθρωπος πέθανε όσο ήταν στην εργασία του. Ο Χάτσικο τον περίμενε σ’ εκείνο το σημείο, στην Σιμπούγια, έξω από τον σιδηροδρομικό σταθμό επί δέκα ολόκληρα χρόνια, έως την ημέρα του θανάτου του. Οι περαστικοί τον λυπόντουσαν, τον ταΐζανε και προσπαθούσαν να τον πείσουν να εγκαταλείψει τον σταθμό αλλά ο Χάτσικο επέμενε να περιμένει τον άνθρωπό του. Οι αρχές του τόπου για να τιμήσουν την αφοσίωση του Χάτσικο, του έστησαν άγαλμα σ΄ εκείνο το σημείο. Εκατομμύρια κόσμου επισκέπτονται αυτό το άγαλμα και βγάζουν φωτογραφίες μαζί του. Πολλοί απ’ αυτούς έρχονται μετά εδώ και βγάζουν φωτογραφίες μαζί μου. Στο πρόσωπό μου αναγνωρίζουν έναν πιστό σκύλο ράτσας ακίτα, που έχει ακριβώς το ίδιο όνομα με τον παλιό, πιστό Χάτσικο.

Συγκινηθήκατε με την ιστορία που σας είπα; Λυπάστε τον πρώτο Χάτσικο που έμεινε μόνος του, που έχασε τον άνθρωπό του; Αν νιώθετε όντως έτσι, κάνετε λάθος. Εμένα πρέπει να λυπάστε. Ο πρόγονός μου, ο πρώτος Χάτσικο γνώρισε την αγάπη. Έχασε τον άνθρωπό του αλλά πριν τον χάσει, αγαπήθηκε πολύ απ’ αυτόν και τον αγάπησε κι αυτός πολύ. Τελείωσε μεν αλλά τίποτα δεν κρατά για πάντα. Εγώ όμως δεν έχω αγαπηθεί ποτέ από κανέναν. Και ούτε έχω αγαπήσει ποτέ κανέναν. Με φροντίζουν οι ιδιοκτήτες και οι υπάλληλοι της καφετέριας, όπως φροντίζουν για τα πάντα εδώ μέσα, για την καθαριότητα και για την καλή λειτουργία του καταστήματος. Αλλά δεν μ’ αγαπούν. Ίσως να με συμπαθούν κάποιοι απ’ αυτούς. Φυσικά με ταΐζουν, φυσικά με πηγαίνουν  στον γιατρό για τα εμβόλιά μου αλλά δεν μ’ αγαπούν. Και αυτοί που έρχονται εδώ για να φωτογραφηθούν μαζί μου και για να χαϊδέψουν, με βλέπουν απλά ως αξιοθέατο, όπως βλέπουν τα ψηλά κτήρια, τα μουσεία και τους ναούς. Είμαι απλά μια τουριστική ατραξιόν. Ακόμα και οι ντόπιοι που έρχονται εδώ, απλά καλύπτουν μια συναισθηματική ανάγκη, να έρθουν λίγο πιο κοντά σ’ έναν σκύλο αλλά δεν επιθυμούν να αναλάβουν την ευθύνη της αφοσίωσης και της αγάπης. Είναι εύκολο να χαϊδεύεις για λίγα λεπτά έναν σκύλο, όπως είναι εύκολο να πίνεις έναν καφέ μ’ έναν γνωστό για να περάσει ευχάριστα η ώρα. Αλλά είναι δύσκολο να αναλαμβάνεις την ευθύνη ενός σκύλου, όπως είναι δύσκολο να αναλαμβάνεις την ευθύνη ενός παιδιού. Η αφοσίωση και η αγάπη δεν χαρίζονται εύκολα. Εγώ είμαι εδώ δύο ολόκληρα χρόνια και ποτέ μου δεν είχα έναν άνθρωπο δικό μου. Ποτέ δεν ήμουν ο σκύλος κανενός. Είμαι απλά ο Χάτσικο της καφετέριας, ένα αξιοθέατο.

Ο τριχωτός, ιδρωμένος άντρας επιτέλους φεύγει από δίπλα μου. Πλησιάζει τη γυναίκα και φωτογραφίζονται και οι δύο μαζί πίνοντας τον καφέ τους. Πιο πέρα ένας ντόπιος χαϊδεύει σχεδόν εμμονικά ένα κανίς. Οι κινήσεις του είναι μηχανικές και επίμονες. Περνά το χέρι του μέσα στο τρίχωμα του κανίς πάνω- κάτω, αριστερά- δεξιά. Το βλέμμα του είναι άδειο, δεν αποκαλύπτει κανένα συναίσθημα. Το κανίς κάθεται πειθήνιο και υπομένει σχεδόν τα χάδια του ντόπιου ανθρώπου. Βλέπετε, εμείς τα σκυλιά είμαστε από τη φύση μας υπομονετικά με τους ανθρώπους, αποδεχόμαστε τις χειρονομίες τους με υπομονή. Δεν συμβαίνει το ίδιο στην διπλανή καφετέρια, όπου εκτίθενται γάτες για χάδια. Αρκετές φορές οι γάτες δεν είναι τόσο υπομονετικές με τα ηλίθια δήθεν χαϊδολογήματα. Μάλιστα, πριν λίγες ημέρες μια απ’ αυτές γρατζούνισε κάποιον που την χάιδευε επίμονα και αυτός ζήτησε πίσω τα χρήματά του από τον ιδιοκτήτη της καφετέριας. Απ’ ότι μου είπε το μικρό μαλτέζ, ο άνθρωπος ήθελε πίσω τα χρήματά του για έλλειψη υποσχόμενων υπηρεσιών, αφού δεν ικανοποιήθηκε η ανάγκη του να νιώσει εγγύτητα κοντά στην γάτα. Οι γάτες θέλουν και αυτές την αγάπη αλλά δεν διαθέτουν τη δική μας υπομονή. Κι εγώ θα ήθελα να δαγκώσω κάποιους εδώ μέσα αλλά δεν τολμώ γιατί είμαι σκύλος και μάλιστα ακίτα και θέλω να τιμήσω τη ράτσα μου, θέλω να είμαι αντάξιος απόγονος του πρώτου Χάτσικο, του συμβόλου της πίστης. Ίσως έτσι βρω κι εγώ κάποιον να μ’ αγαπήσει. Έστω και για μια ημέρα. Κάποιον που δεν θα τον ενδιαφέρει να αναρτήσει μόνο φωτογραφίες μας μαζί στο instagram.

__________

Η Σιμπούγια είναι συνοικία στο κέντρο του Τόκιο. Το σταυροδρόμι της θεωρείται το πιο πυκνοκατοικημένο και δημοφιλές σταυροδρόμι παγκοσμίως, αφού το διασχίζουν περίπου χίλια άτομο το λεπτό.  Στην Ιαπωνία υπάρχουν πολλά dog και cat café, στα οποία πηγαίνουν οι θαμώνες για να πιούν καφέ,  αλλά και για να χαϊδέψουν για λίγα λεπτά είτε έναν σκύλο είτε μια γάτα. Η ιστορία του Χάτσικο, του σκύλου ράτσας ακίτα που περίμενε επί δέκα ολόκληρα χρόνια τον πεθαμένο αφέντη του έξω από τον σιδηροδρομικό σταθμό στην Σιμπούγια έχει γίνει γνωστή παγκοσμίως, κυρίως από την κινηματογραφική διασκευή της με τον Ρίτσαρντ Γκιρ. Το άγαλμα του Χάτσικο υπάρχει έξω από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Σιμπούγια και οι τουρίστες περιμένουν στην ουρά για να φωτογραφηθούν μαζί του.

Books and Style