ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΙΩΤΑ ΚΛΟΥΤΣΟΥΝΗ

Κλείνω τα μάτια, φτερό φοράω.
Και μες στη νύχτα, το φάσμα σπάω.

Βρίσκω τον δρόμο, γι’ άλλο πλανήτη.
Σε δρόμο φρέσκο, σπαρμένο ρείκι.
Κοιτώ τριγύρω, έχει ησυχία.
Μακριά από μένα, τ’ άγρια θηρία.

Η νύχτα απόψε, φοράει για ρούχο.
Χάλκινο χρώμα, και μπλε ένα σκούφο.
Απλώνει τ’ άστρα, στα δυο μου χέρια.
Γεμάτη η αγκαλιά μου, χρυσά αστέρια.
Στα μάτια καίει, σαν μαχαιριά.

Δάκρυ απ’ αλάτι, σαν σε χαρά.
Νοιώθω απόψε, δύναμη τόση.
Αφού όλα τ’ άστρα έχω σηκώσει.
Ηχεί ο άνεμος, σαν μουσική.
Θάλασσας ήχος, κι ένα φιλί.

Κοιτώ τους δείκτες του ρολογιού.
Δείχνουν χαμόγελα, φιλιά παντού.
Πάνε, χαθήκανε οι αριθμοί.
Τώρα μετράει, μόνο η στιγμή.
Σκληρός ο κόσμος, κι εμείς εκεί.

Κόντρα πηγαίνοντας στη λογική.
Φτερά φορώντας, μες στην ψυχή.
Τότε αδύναμοι, πια δυνατοί.
Κοιτώ τα χέρια μου, χρυσή κλωστή.
Ραμμένη επάνω μου, είν’ η ζωή.
Αίμα να τρέχει κάθε πληγή.

Να ράβει μπάλωμα εδώ κι εκεί.
Κι ως το ξημέρωμα, εγώ η τρελή.
Να φτερουγίζω σαν το πουλί.
Ν’ αγγίζω τ’ άστρα, που έχω στα χέρια.
Μες στο χειμώνα, ζεστά καλοκαίρια.

Ψάχνω έναν δρόμο επιστροφής.
Δρόμο απόδρασης, δρόμο φυγής.
Γυρίζω πάντα στο ίδιο σπίτι.
Μα νοιώθω ελεύθερη, σαν το σπουργίτι.
Μοιάζει στη θάλασσα, τη μαγική.

Να φουρτουνιάζει, θέλει η ψυχή.
Πότε έχει ήρεμο κυματισμό.
Πότε σηκώνεται, άγριο θεριό.
Γύρω απλώνεται, δροσιά αλμυρή.

Νοιώθω στο μάγουλο ζεστό φιλί.
Τα μάτια ανοίγοντας, η ανατολή.
Με αγκαλιάζει με προσοχή.
Ξέρει άραγε εκείνη που με κρατά.
Ότι είναι εύθραυστη τώρα η καρδιά.

Κοιτώ τα χέρια μου, τ’ αστέρια εκεί.
Στα δάχτυλά μου έχουν κρυφτεί.

Books and Style

Books and Style