ΓΡΑΦΕΙ Ο ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΟΣ ΠΑΝΟΣ ΤΟΥΡΛΗΣ

Η 11χρονη Σούζαν και η 14χρονη Μεγκ Λάφλιν, μετά τον θάνατο των γονιών τους σε τροχαίο ατύχημα, μετακομίζουν στο σπίτι της μοναδικής εν ζωή συγγενούς τους, της θείας Ρουθ Τσάντλερ, που ζει με τους γιους της, Ράλφι («Γούφερ»), Ντόνι και Γουίλι, μετά την εγκατάλειψή τους από τον άντρα της.

Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια αμερικανική κωμόπολη τη δεκαετία τουσ 1950 και την αφηγείται ο Ντέιβιντ, γειτονόπουλο, που γοητεύτηκε από τη μεγαλύτερη, τη Μεγκ. Πόσο σωστή είναι αυτή η απόφαση; Τι σχέδια έχει η θεία Ρουθ, που ήδη φέρεται απότομα στα δύο κορίτσια; Τι θα σκεφτεί αυτή η οικογένεια «για να περνάει την ώρα της» και πόσο πρόθυμοι είναι να μιλήσουν οι μάρτυρες τέτοιων γεγονότων;

Η δεκαετία του 1950 είναι «μια περίοδος παράξενης καταπίεσης, όλο μυστικά και υστερία». Μακαρθισμός, Ψυχρός πόλεμος, Playboy και Plastic Man, Έλβις Πρίσλεϋ και ροκ εν ρολ. Στο Γουέστ Μέιπλ και ειδικά στη λεωφόρο Λόρελ όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους και ειδικά τα παιδιά, που καλύπτουν όλο το ηλικιακό και νοητικό φάσμα. Τα περισσότερα είναι στην ηλικία που εξερευνούν τα πάντα γύρω τους και ειδικά τη σεξουαλικότητά τους. Ζουν το μεταβατικό στάδιο ανάμεσα στην παιδικότητα και την εφηβεία, που δε γνωρίζουν ακριβώς τον όρο «παραβατικότητα» και φυσικά δεν έχουν ιδέα για τις συνέπειές του. Αν προστεθεί σε αυτά και το γεγονός πως η κοινωνία είναι κλειστή, κοιμούνται όλοι με ανοιχτά πορτοπαράθυρα, όλοι γνωρίζουν όλους κι οποιαδήποτε πληροφορία που θα διαταράξει τη ρουτίνα τους απλώς δεν είναι καλοδεχούμενη κατάλαβα μέσα σε τι πλαίσιο κινείται ο Ντέιβιντ.

Το κείμενο επικεντρώνεται κυρίως στη Ρουθ, τη Μεγκ και τον Ντέιβιντ, γύρω από τους οποίους δρουν και αναπνέουν οι υπόλοιποι χαρακτήρες. Η κλιμάκωση της αφήγησης είναι έντονη και ανελέητη. Η ήπια αρχή που με έκανε να αναρωτιέμαι τι πραγματικά συμβαίνει στο σπίτι των Τσάντλερ με άφησε εντελώς απροετοίμαστο και εκτεθειμένο για τις ακρότητες που θα ακολουθήσουν. Από τα φώτα του λούνα παρκ που έρχεται στην πόλη ως το σκοτεινό και βρώμικο υπόγειο δεν είναι μεγάλη η απόσταση! Η Ρουθ είναι ένας από τους ψυχοπαθείς εκείνους που έχουν άδειο βλέμμα και ψυχή, που έχουν κλειστεί στον δικό τους μικρόκοσμο και βασανίζουν ανελέητα όποιον αντίκειται στα δικά τους πρότυπα. Δυστυχώς αυτές οι αντιλήψεις και η νοοτροπία επηρέασαν ή ολοκληρώθηκαν με τα παιδιά που γέννησε αυτό το απάνθρωπο πλάσμα κι έτσι η απλή φυλάκιση της ανυπάκουης Μεγκ στο υπόγειο ήταν μόνο η αρχή. «Ήταν περίεργη η αίσθηση. Ειδικά επειδή ήταν τέτοιες αφίξεις. Και ειδικά σ’ εκείνο το σπίτι. Ναι, πολύ περίεργη αίσθηση» (σελ. 35). Έτσι ξεκινάει η γνωριμία του Ντέιβιντ με τα κορίτσια. Και μετά οι τιμωρίες. Και μετά το υπόγειο. Και μετά… ω, Θεέ μου!

Το υπόγειο ήταν ένα καταφύγιο που ετοιμάστηκε για πυρηνικό πόλεμο από τον άντρα της Ρουθ πριν τους εγκαταλείψει. «Ήταν σαν να ‘χε φτιάξει ένα κελί -όχι ένα καταφύγιο για να προστατευτεί από κάτι έξω αλλά μια σκοτεινή μαύρη τρύπα για να κρατήσει κάτι μέσα» (σελ. 64). Εκεί η Μεγκ έζησε ό,τι δεν μπορεί να φανταστεί κοινός νους, παρουσία μαρτύρων ή ακόμη χειρότερα με αύξηση των συμμετεχόντων! Ένα κλειστοφοβικό περιβάλλον που δεν άφησε καμία δίοδο για να αναπνεύσω ή να ξεφύγω από αυτό και η κατάσταση απλώς χειροτέρευε! Πρωταρχικές και λογικές ιδέες, όπως η εμπιστοσύνη στην αστυνομία ή μια απόπειρα απόδρασης έχουν τραγικές συνέπειες και αύξηση των βασανιστηρίων. Από το κακό στο χειρότερο και στο τρισχειρότερο. Οι περιγραφές των δρώμενων στο υπόγειο είναι λακωνικές, σχεδόν δωρικές ενώ ο συγγραφέας επικεντρώνεται στην ατμόσφαιρα που δημιουργείται από όλο αυτό. Τονίζει την έξαψη, την περιέργεια, την απορία, τη δίψα, τον πόθο, χτυπώντας στην ψυχή του αναγνώστη. Μάλιστα, ο ίδιος ο Ντέιβιντ, όταν τα πράγματα φτάνουν στο απροχώρητο, σταματάει να μιλάει: «Δεν θα σας πω τίποτα γι’ αυτό. Αρνούμαι. Υπάρχουν πράγματα που ξέρεις ότι θα πεθάνεις χωρίς να τα πεις πουθενά, πράγματα που ξέρεις ότι θα ‘πρεπε να πεθάνεις χωρίς να τα έχεις δει. Εγώ κοίταζα και έβλεπα» (σελ. 288).

Βία, ωμότητες και σκληρές περιγραφές. Μήπως όλα αυτά είναι στοχευμένα για να ταράξουν όποιον τα διαβάσει ενώ δεν υπάρχει ουσία; Όπως γράφει και ο ίδιος ο συγγραφέας στον επίλογο του μυθιστορήματος, οι ψυχοπαθείς τον τσαντίζουν: «Από καιρό ήθελα να γράψω για ένα τέτοιο μπάσταρδο πλάσμα. Για όλα αυτά που κάνουν τέτοια άτομα να διαφέρουν» (σελ. 330). Αυτός ο θυμός είναι διάχυτος στο κείμενο και όσες φορές κι αν το κοίταξε και το ξανακοίταξε ο Τζακ Κέτσαμ, «πάλι ακραίο βγήκε». Μέσα από αυτήν την ένταση, τις περιγραφές, τα βασανιστήρια, την άρρωστη ψυχοσύνθεση της θείας και των υπολοίπων, η Μεγκ και μέσα από αυτήν η ανάπηρη αδελφή της, αγιοποιούνται, γίνονται ηρωίδες στα μάτια του κόσμου. Και ναι, χάρηκα με το αναμενόμενο ηθικό τέλος του κειμένου, γιατί η ιστορία των κοριτσιών δεν έπρεπε να ολοκληρωθεί με άλλον τρόπο. Όχι τίποτε άλλο αλλά μιλάμε για παιδιά, για ανήλικα πλάσματα που υποτίθεται έχουν έναν βαθμό αγνότητας και αθωότητας! «Γιατί τα παιδιά είναι ανθεκτικά. Επιστρέφουν στην εμπιστοσύνη και σου ανοίγονται πάλι» (σελ. 120).

Ο Ντέιβιντ είναι μια πολυδιάστατη προσωπικότητα και ο αποδιοπομπαίος τράγος, μιας και δεν αποκαλύπτει τίποτα απ’ όσα βλέπει και βιώνει στους γονείς του ή στην Αστυνομία ούτε όμως συμμετέχει και στις ακρότητες! Ο συγγραφέας παραθέτει ένα σωρό λόγους και αιτίες, κάποια είναι ψεύτικες δικαιολογίες, κάποια άλλα είναι τροφή για σκέψη και καθοδηγούν τον αναγνώστη να μπει στη θέση του παιδιού, του έφηβου αγοριού, και να προσπαθήσει να το κατανοήσει καλύτερα. Την ιστορία την αφηγείται ο Ντέιβιντ τριάντα χρόνια αργότερα, όταν όλα έχουν πια τελειώσει, και οι συνέπειές τους επηρεάζουν ακόμη την κοινωνική και οικογενειακή του ζωή. Έχοντας λοιπόν αυτήν τη χρονική απόσταση, αγωνίζεται να καταλάβει γιατί δεν έκανε κάποια πράγματα και γιατί απόλαυσε σε βαθμό ενοχής κάποια άλλα.

Από τη γενική διαπίστωση περνάμε σταδιακά στην ατομική: «Ανήκαμε στους γονείς μας ψυχή τε και σώματι. Που σήμαινε πως ήμαστε καταδικασμένοι μπροστά σε οποιονδήποτε πραγματικό κίνδυνο που προερχόταν απ’ τον κόσμο των ενηλίκων κι αυτό με τη σειρά του έφερνε απόγνωση, θυμό και εξευτελισμό» (σελ. 158). Τονίζεται χαρακτηριστικά: «…η οργή, το μίσος, ο φόβος και η μοναξιά δεν είναι παρά ένα κουμπί που περιμένει ένα και μόνο δάχτυλο για να τα κάνει να εκραγούν όλα και να φέρουν την καταστροφή. Κι έμαθα πως η γεύση τους μπορεί να είναι κι η γεύση της νίκης» (σελ. 165). Το παιδί, μάρτυρας σε πολλούς καβγάδες μεταξύ των γονιών του, ευτυχώς χωρίς βιαιοπραγίες, αναρωτιόταν γιατί αφέθηκε άβουλος μάρτυρας σε όλο αυτό: «Προσπάθησα να πιστέψω πως όλο το πρόβλημα ήταν η σχέση των γονιών μου, η κενή και ψυχρή αταραξία που ανέπτυξα μέσα στον κυκεώνα των καβγάδων τους… Όχι. Η αλήθεια ήταν πως είχε να κάνει μ’ εμένα. Πως το περίμενα να συμβεί, αυτό ή κάτι σαν αυτό, από καιρό. Ήταν λες και στην πλάτη μου είχα ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό που ελευθερωνόταν και γινόταν εγώ, έναν δικό μου μαύρο άνεμο που σάρωνε εκείνη την όμορφη ηλιόλουστη μέρα» (σελ. 165). «Έβλεπα, ποτέ δεν άγγιζα. Κι αυτό ήταν όλο. Όσο κρατούσα αυτή τη στάση, φανταζόμουν πως ήμουν, αν όχι εντελώς αθώος, τουλάχιστον ούτε εντελώς ένοχος» (σελ. 231). Και απ’ το «εγώ» πάμε ξανά στο «εμείς»: «Αν μιλούσες στα παιδιά στη γειτονιά, ήταν σίγουρο ότι όλοι θα σου ‘λεγαν την άποψή τους για το τι συνέβαινε εκεί… Κανείς όμως δεν είχε γνώμη επ’ αυτού. Λες και ότ,ιι συνέβαινε ήταν σαν μια καταιγίδα ή σαν ένα ηλιοβασίλεμα, σαν κάποιο φυσικό φαινόμενο, κάτι που απλώς είχε συμβεί μερικές φορές» (σελ. 208). Ένοχος λοιπόν ή αθώος; Δειλός ή γενναίος; Παιδί ή άντρας;

«Το κορίτσι της διπλανής πόρτας» είναι ένα σκληρό μυθιστόρημα για τον βαθμό παράνοιας στον οποίο μπορεί να φτάσει ένα όμαιμο πλάσμα, ένας άνθρωπος κατ’ εικόνα και ομοίωση ενός άλλου, και μια μελετημένη και ορθά δομημένη καταγραφή και παρουσίαση της εφηβικής ψυχοσύνθεσης. Είναι ένα ωμό ψυχολογικό θρίλερ, δυστυχώς βασισμένο σε αληθινή ιστορία, που με έφερε στα όρια της δικής μου αντοχής, με θύμωσε και μου έδειξε πόσο εύκολα μπορεί κάποιος παράφρων να αλλάξει για πάντα τη ζωή, το σώμα και την ψυχοσύνθεση κάποιου άλλου για καθαρά ατομικούς και υποκειμενικούς λόγους, που ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα ούτε φυσικά δικαιολογούν τον βαθμό των ακροτήτων. Στις σελίδες κυριαρχεί ο φόβος, ο πανικός, οι τύψεις, και περιγράφεται ένα καλοστημένο αδιέξοδο, από το οποίο δύσκολα θα ξέφευγε ένας ενήλικος, πόσο μάλλον ένας έφηβος. Ο Τζακ Κέτσαμ έγραψε ένα βιβλίο το οποίο η Μαρία Μοντεσόρι, καταστρατηγώντας τις εκπαιδευτικές της αντιλήψεις, θα το έριχνε με μεγάλη χαρά και χωρίς τύψεις στην πυρά.

Τίτλος: Το κορίτσι της διπλανής πόρτας
(The girl next door)
Συγγραφέας: Τζακ Κέτσαμ
Πρόλογος: Στίβεν Κινγκ
Σελ.: 336
Εκδόσεις: Οξύ
ISBN: 9789604364916
Ενδεικτική τιμή: ευρώ15,60

.

%d bloggers like this: