ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΟ ΠΑΝΟ ΤΟΥΡΛΗ

Η «Ανν» είναι το τέταρτο βιβλίο της άτυπης τετραλογίας του Πιέρ Λεμέτρ -με ήρωα τον επιθεωρητή Καμίγ Βεροβέν- και το δεύτερο βιβλίο της σειράς που μεταφράζεται στα ελληνικά, μετά την «Αλέξ» (το δεύτερο βιβλίο που μεταφράστηκε το 2017), ενώ έχει ανακοινωθεί ότι θα μεταφραστεί την Άνοιξη του 2018 το «Ιρέν» (το πρώτο βιβλίο).

Μέσα από τη σειρά των βιβλίων με τον επιθεωρητή Καμίγ Βεροβέν («Travail sogne» το 2006 που κυκλοφόρησε στα αγγλικά ως «Irene» το 2014, «Alex» το 2011, «Les grands moyens» το 2011 που ξανακυκλοφόρησε ως «Rosy & John» το 2013 και «Sacrifices» το 2012 που κυκλοφόρησε στα αγγλικά ως «Camille» το 2015 και ως «Ανν» στην Ελλάδα φέτος), ο συγγραφέας -όπως εκμυστηρεύτηκε στη συνέντευξη που παραχώρησε στο Books and Style*-, θέλησε «έναν επιθεωρητή που να αντιλαμβάνεται τον κόσμο με διαφορετικό τρόπο… Το ύψος του τον κάνει να βλέπει τον κόσμο υπό «χαμηλή γωνία», κάτι που είναι ασυνήθιστο, και το οποίο τον οδηγεί στο να παρατηρεί τη ζωή κάτω από διαφορετικό πρίσμα». Έτσι λοιπόν δημιούργησε «κάποιον που σκέφτεται τόσο με το μυαλό του όσο και με τα χέρια του: δεν καταλαβαίνει πραγματικά, παρά μόνο ό,τι μπορεί να ζωγραφίσει» .

Στην «Ανν», η Ανν Φορεστιέ, σύντροφος του αστυνόμου Βεροβέν (η γνωριμία τους διαδραματίζεται πρωθύστερα μέσα στο βιβλίο αυτό), είναι ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας μιας ληστείας σε κοσμηματοπωλείο, μιας και βλέπει τους ληστές λίγες στιγμές πριν φορέσουν τις κουκούλες τους και την σπάσουν στο ξύλο. Έτσι, αρχίζει ένας αγώνας δρόμου από τη μια του Βεροβέν να πιάσει τον ένοχο και από την άλλη του ενόχου για να σκοτώσει την Ανν!

Ο Καμίγ πλέον, ζώντας ξανά τις τραγικές στιγμές της δολοφονίας της πρώτης συζύγου του (που εκτυλίχτηκαν στο πρώτο βιβλίο της σειράς, την «Ιρέν») ξεπερνάει κάθε όριο δικαιοδοσίας και δυσαρεστεί τους πάντες: από την αστυνομική διευθύντρια ως τον ανακριτή! Κι όμως δεν σταματάει: «Η κακή αντίδραση είναι να φρενάρεις, τότε έχεις μεγαλύτερες πιθανότητες να βρεθείς στο χαντάκι. Παραδόξως, το να επιταχύνεις είναι πιο αποτελεσματικό, αλλά για να το καταφέρεις πρέπει να πολεμήσεις το ένστικτο της αυτοσυντήρησης που σε ωθεί να σταματήσεις σε κάθε σου κίνηση» (σελ. 238-239).

Ο συγγραφέας είναι αμείλικτα ειρωνικός και κυνικός απέναντι στον ήρωά του

Κινείται, λοιπόν, ενάντια στον χρόνο γιατί δεν έχει πει και δεν πρέπει να μαθευτεί πως σχετίζεται με το θύμα, αλλιώς θα του πάρουν την υπόθεση μέσα από τα χέρια. Σαν πληγωμένο αγρίμι, κάνει πράγματα που πιστεύει πως θα τον φέρουν πιο κοντά στην τελική επιτυχία, ενώ ταυτόχρονα ο συγγραφέας μας παραθέτει ξανά το συναισθηματικό αδιέξοδο στο οποίο βρέθηκε ο επιθεωρητής μετά τη δολοφονία της γυναίκας του (à propos, δεν νομίζω πως θα διαβάσω την «Ιρέν», μιας και οι λεπτομέρειες της υπόθεσης καταγράφονται εξίσου παραστατικά εδώ, ενώ ο δολοφόνος της πείθεται να βοηθήσει στην εξιχνίαση της ληστείας, κι ας είναι ακόμη φυλακισμένος).

Η αφήγηση ξεκινάει με καταιγιστικό ρυθμό: τα γεγονότα περιγράφονται σε ενεστώτα διαρκείας, ενώ ο συγγραφέας είναι θα έλεγα αμείλικτα ειρωνικός και κυνικός απέναντι στον ήρωά του, μιας και σχεδόν του απευθύνει κατηγορίες, μετά την ψυχολογική δοκιμασία που υπέστη από τη δολοφονία της πρώτης του συζύγου, για την πεποίθησή του «πως τίποτα χειρότερο δεν μπορεί να σου συμβεί»: «Αυτή ακριβώς είναι η παγίδα. Γιατί παύεις να βρίσκεσαι σε επαγρύπνηση. Για τη μοίρα που καραδοκεί, αυτή είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για να σε πιάσει στον ύπνο. Και να σου θυμίσει πόσο αμείλικτα αξιόπιστο είναι το πεπρωμένο» (σελ. 14-15).

Είναι μάλιστα τόσο έντονη η καταγραφή της ληστείας στο πρώτο κεφάλαιο, που η ακόλουθη πρόταση απλώς κάνει το στομάχι να σφιχτεί ακόμη περισσότερο: «Θα έλεγε κανείς ότι ο Θεός έχει χάσει τον έλεγχο της κατάστασης και δεν ξέρει τι να πρωτοκάνει. Αποτέλεσμα: οι πρωταγωνιστές αρχίζουν τους αυτοσχεδιασμούς, αυτό όμως δεν βγάζει σε καλό, ποτέ» (σελ. 32). Επίσης βρήκα ευρηματικό το γεγονός να καταγραφεί η αρχή του βιβλίου μέσα από τα μάτια του Καμίγ, που έβλεπε τι είχαν καταγράψει οι κάμερες το πρωί κατά τη διάρκεια της ληστείας.

Όχι ότι η υπόλοιπη πλοκή δεν έχει ένταση και αγωνία! Το μυθιστόρημα ξεδιπλώνεται πότε με την τριτοπρόσωπη αφήγηση του Καμίγ που θέλει απεγνωσμένα και παθιασμένα να βρει τον ένοχο και πότε με την πρωτοπρόσωπη του αδυσώπητου, ψυχρού, είρωνα και κυνικού ληστή που δεν ορρωδεί προ ουδενός, προκειμένου να εξασφαλίσει τη σιωπή της Ανν. Κι εκεί που τα γεγονότα αρχίζουν να συγκλίνουν προς το τέλος και οι αντίπαλοι να κοντεύουν να βρεθούν αντιμέτωποι, ο Πιέρ Λεμέτρ πετάει έναν άσο από το μανίκι που ανατρέπει όλη την εικόνα που είχα σχηματίσει ως τότε και παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική οπτική, μόνο και μόνο για να αρχίσω να διαβάζω πυρετωδώς και να αναρωτιέμαι τι πραγματικά συνέβη μπροστά στα μάτια μου και γιατί.

Η «Ανν» είναι μια συναρπαστική, ρεαλιστικότατη περιπέτεια, γεμάτη από μυστικά και εκπλήξεις και χαρίζει άφθονο σασπένς. Το τέλος του βιβλίου, εκτός από την έκβαση της υπόθεσης της ληστείας, είναι κι ένα γλυκόπικρο «αντίο» στον ίδιο τον επιθεωρητή Βεροβέν και την καριέρα του. Ίσως ένα από τα πιο συγκινητικά φινάλε μυθιστορημάτων που έχω διαβάσει ως τώρα, με γέμισε αντικρουόμενα συναισθήματα και με άφησε να καταλάβω πως αξίζει η θυσία για κάτι που ίσως αποδειχτεί πραγματικά καλό ή έχει να κάνει με την τιμή και την εκπλήρωση του καλώς εννοούμενου εγωισμού.

ΑΝΝ, ΤΟΥ ΠΙΕΡ ΛΕΜΕΤΡ
Εκδόσεις Μίνωας
Κατηγορία: Λογοτεχνία – Σύγχρονη Ξένη Λογοτεχνία – Αστυνομικό
Ημ/νία πρώτης έκδοσης: 09/2017
Σελίδες: 424
ISBN: 978-618-02-0709-5
Τιμή: €16,99


* Τη συνέντευξη μπορείτε να τη διαβάσετε ΕΔΩ

.

%d bloggers like this: