ΓΡΑΦΕΙ Η ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΑΛΙΚΗ ΤΣΙΑΤΑ

Φέρνω στο μυαλό μου την εικόνα της γιαγιάς μου όταν ήμουνα παιδί.

Ήταν μια μικροκαμωμένη γυναίκα με πολλές ρυτίδες, που αν και ήταν μια συνηθισμένη γιαγιά, στα μάτια μου φαινόταν τόσο ξεχωριστή. Φορούσε πάντα μια σκούρα ρόμπα και μια ποδιά στην τσέπη της οποίας έβαζε το μικρό κουβαράκι και τη δαντέλα που έπλεκε. Έπλεκε πολύ η γιαγιά μου και όταν την ρωτούσα γιατί φτιάχνει όλα αυτά τα εργόχειρα, εκείνη μου απαντούσε: «Για να στα δώσω μια μέρα να στολίζεις το δικό σου σπίτι και να με θυμάσαι, να λες ότι αυτά είναι από τη γιαγιά μου».

Μεταξύ μας… δεν μου άρεσαν αυτά που έφτιαχνε, αλλά και τι καταλάβαινα τότε; Όμως μου άρεσε να κάθομαι δίπλα της και αυτή να προσπαθεί να μου μάθει κάτι από αυτό που έκανε (ό,τι ήταν αυτό). Θυμάμαι τη μέρα που την είδα να γνέθει, αν και ζούσαμε σε πόλη. Έκατσα δίπλα της ατέλειωτες ώρες και την παρακολουθούσα μέχρι που με ρώτησε: «Θέλεις να γνέσεις κι εσύ;». Φυσικά δεν περίμενε την απάντησή μου γιατί την ήξερε, έκανε μια αυτοσχέδια ρόκα και μου έδειξε τι να κάνω. Μέχρι τη μέρα που τελείωσε το μαλλί που της είχαν στείλει από το χωριό.

Γι’ αυτό όμως που την ευγνωμονώ, είναι που με έμαθε να πλέκω. Και αν και ποτέ δεν έπλεξα στην ενήλικη ζωή μου, τώρα σαν γιαγιά θυμήθηκα τις βελονιές που μου είχε μάθει και είμαι πολύ περήφανη που μπορώ να φτιάχνω για τα εγγόνια μου ζακετάκια, σκουφάκια και κουβερτούλες. Η αλήθεια είναι ότι στο εμπόριο κυκλοφορούν πολύ πιο όμορφα και οικονομικότερα από αυτά που φτιάχνω, σκέφτομαι όμως: θα τα βλέπει όταν μεγαλώσει και θα λέει ότι «αυτά είναι από τη γιαγιά μου».

Να λοιπόν που η ιστορία επαναλαμβάνεται.

Η γιαγιά μου ποτέ δεν μου έλεγε παραμύθια. Ίσως να μην ήξερε, αλλά μου έφτανε που στριφογύριζα στο χώρο της κάνοντας ένα σωρό ζημιές. Όμως ποτέ μα ποτέ δεν θυμάμαι να μου ύψωσε τη φωνή και όταν με μάλωνε η μαμά μου, πάντα έτρεχα σ’ εκείνην και χωνόμουν στην αγκαλιά της για να κρυφτώ.

Είχε μια εμμονή με το κρύο. Μου έπλεκε συνέχεια χοντρά, μάλλινα ρούχα τα οποία επέμενε να φοράω κάτω απ’ την ποδιά, πριν φύγω για το σχολείο. Αν και αισθανόμουνα σαν παραγεμισμένο κρεμμύδι, δεν τολμούσα να της φέρω αντίρρηση. Δεν έπρεπε να πάει χαμένος ο κόπος που έκανε για να μου πλέξει το κάθε ρούχο.

Εγώ μεγάλωνα αλλά εκείνη πάντα με έβλεπε σαν μωρό. Κάθε βράδυ ερχόταν στο δωμάτιό μου και με σκέπαζε μέχρι τ’ αυτιά. Τρόμαξα να την πείσω κάποια στιγμή ότι πλέον είχα μεγαλώσει και δεν χρειαζόταν να μου βάζει καρέκλες δίπλα στο κρεβάτι για να μην πέσω τη νύχτα.

Και εξακολουθούσα να μεγαλώνω, αλλά μεγάλωνε κι εκείνη, και κάποια στιγμή ήρθε το τέλος. Με πόνεσε αυτό το τέλος αλλά με πονάει περισσότερο τώρα που μπορώ να καταλάβω καλύτερα τι αισθανόταν. Και τώρα καταλαβαίνω ότι ήθελε κάτι πολύ μικρό. Ήθελε απλά να είναι μέρος της ζωής μου και να υπάρχει κάπου στο χώρο μου. Πώς το ξέρω αυτό; Μα αυτό θέλω κι εγώ από τα δικά μου εγγόνια. Λες να τα καταφέρω;

Books and Style

Books and Style

%d bloggers like this: