ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΙΚΗ ΤΣΙΑΤΑ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: PETER TAMAS

Ελλάδα, ημέρα τρίτη 16/3/2020

Αυτό που ζω είναι βγαλμένο από κάποια ταινία. Ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα το ζούσα. Το άκουγα να συμβαίνει στην άλλη άκρη της γης και σκεφτόμουν: Σε μας είναι αδύνατον να συμβεί. Και να που συνέβη, όπως συμβαίνει ένα ατύχημα ή μια από τις γνωστές αρρώστιες.

Αποφάσισα λοιπόν να αρχίσω να γράφω ένα ημερολόγιο. Θέλω να κρατάω τις σκέψεις μου αλλά κυρίως όλα αυτά που συμβαίνουν σε μένα και στον κόσμο γύρω μου. Θέλω, όταν όλα περάσουν, να τα διαβάζω για έναν και μόνο λόγο, για να θυμάμαι. Ξέρω ότι μετά από αυτή την «περιπέτεια», θα βγω διαφορετική αν και αυτό που θέλω περισσότερο είναι να βγω ζωντανή. Πρέπει λοιπόν να θυμάμαι. Κι ελπίζω να μπορέσω κάποια στιγμή, μετά από χρόνια, να τα δώσω να τα διαβάσουν τα εγγόνια μου, για να μάθουν ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο, μόνο η στιγμή.

Πριν από τρεις εβδομάδες άρχισα να υποψιάζομαι κάτι όταν άρχισαν να έρχονται τα νέα από την Ιταλία, και τι είναι η Ιταλία; Ούτε δύο ώρες δρόμος με το αεροπλάνο. «Μα καλά, πώς έχασαν τον έλεγχο;», αναρωτήθηκα. Πού να φανταστώ τότε ότι σε αυτόν τον πόλεμο που απλώθηκε σε όλη τη γη, ο έλεγχος χάνεται από έναν βήχα!

Εν τω μεταξύ, τα σενάρια στην τηλεόραση με προβλημάτιζαν. Άρχισα να ψάχνω στα φαρμακεία για μάσκες. Μετά ρωτούσα στα χρωματοπωλεία. Απογοητευμένη, μπήκα στο Jumbo και ξεσήκωσα τα αντισηπτικά και τα γάντια και ήσυχη πλέον (έτσι νόμιζα) κυκλοφορούσα, η καλή σου, προσπαθώντας να κρατάω κάποιες αποστάσεις.

Με τίποτα όμως δεν σκεφτόμουνα να ματαιώσω το ταξίδι της Κυριακής στο Παρίσι. Δεν ήταν ταξίδι αναψυχής, υπήρχε σοβαρός οικογενειακός λόγος. Μέχρι που την Παρασκευή (13 Μαρτίου) η κόρη μου με κατσάδιασε γερά για την ανευθυνότητα που δείχνω, και φυσικά μου απαγόρευσε να την επισκεφτώ και να δω τα εγγόνια μου. «Βρε λες να ξέρει καλύτερα αυτή από μένα;», σκέφτηκα. Φυσικά και ξέρει καλύτερα. Πάντα τα παιδιά ξέρουν καλύτερα από εμάς τους μεγάλους. Πήρα την απόφαση να ακυρώσω το ταξίδι. Ας είναι καλά η Aegean που έδινε στον κόσμο αυτή την ευκαιρία.

Σάββατο 14 Μαρτίου. «Και τώρα, τι κάνουμε; Πρέπει να μείνω στο σπίτι και να ακολουθήσω τις οδηγίες των ειδικών. Τα πράγματα έχουν αρχίσει να αγριεύουν και να επιβάλλονται τα πρώτα μέτρα περιορισμού. Με μεγάλη επιμέλεια, καθάρισα το σπίτι, απολύμανα όλες τις επιφάνειες και το χαλί και έβαλα τρία πλυντήρια να πλύνω τα ρούχα που είχα φορέσει τις προηγούμενες μέρες. Αν είναι να προφυλαχτώ αλλά κυρίως να προφυλάξω τους άλλους, πρέπει να το κάνω σωστά.

Κυριακή 15 Μαρτίου. Έβγαλα το βάζο και το τραπεζομάντυλο από το μεγάλο τραπέζι και άπλωσα τα υλικά μου για τη ζωγραφική. Σκέφτηκα να ζωγραφίσω αλλά δεν είναι απλό γιατί η ζωγραφική θέλει και έμπνευση. Μέχρι να μου έρθει η έμπνευση έβαλα να σιδερώσω αλλά γιατί να κάνω σήμερα αυτό που μπορώ να κάνω αύριο… ε; Δεν με κυνηγάει κανείς και τίποτα. Το παράτησα. Ούτε σκέψη να βγω από το σπίτι. Κάθε τόσο αναρωτιέμαι αν όλο αυτό το διάστημα των προηγούμενων ημερών έχω κολλήσει τον ιό, αν είμαι φορέας και δεν το ξέρω. Ο φόβος για το δεύτερο, με έκανε να μείνω στην απόφασή μου να διακόψω κάθε προσωπική επαφή με τα παιδιά μου, με φίλους, με γείτονες. Ό,τι είναι θα φανεί σε μερικές μέρες. Κι αν δεν φανεί; Δεν ανήκω στις ομάδες υψηλού κινδύνου και το πρόσφατο ιατρικό service που έκανα λέει ότι σκάω από υγεία. Για να δούμε…

Δευτέρα 16 Μαρτίου. Βγαίνω στο μπαλκόνι. Ο καιρός είναι καλός αν και λένε ότι θα χαλάσει. Μαζεύω τα φύλλα που έπεσαν από τις γλάστρες και σκουπίζω.

«Καλημέρα γειτόνισσα», ακούω.

Είναι ο διπλανός που λόγω των συνθηκών, σταμάτησε από τη δουλειά του.

«Καλημέρα», του λέω γέρνοντας μπροστά από την κουπαστή για να τον δω. Ετοιμάζεται να κατέβει στην πιλοτή να παίξει μπάλα με τα παιδιά του. Πρέπει με κάποιο τρόπο να τα εκτονώσει.

«Σε άκουσα που έβηχες σήμερα το πρωί», είπε.

«Εγώ; Μα δεν έβηξα».

«Ναι, γύρω στις οκτώμιση. Έβηχες πολύ δυνατά».

«Μα δεν θυμάμαι να έβηξα», επιμένω εγώ.

«Μήπως ήταν ο κύριος από το επάνω διαμέρισμα;», τον ρωτάει η γυναίκα του.

«Α, μπορεί», λέει και μπαίνει μέσα.

Εγώ είμαι προβληματισμένη. Ναι, η πολυκατοικία μας είναι φτιαγμένη από τσιγαρόχαρτο και γενικά προσέχουμε τον θόρυβο που κάνουμε. Πρέπει λοιπόν να προσέξω πολύ αν μου έρθει να βήξω. Μπορεί να καλέσουν το ειδικό ασθενοφόρο, να έρθουν οι ειδικοί τραυματιοφορείς, να με βουτήξουν όπως έκαναν και στην Κίνα και δεν θα προλάβω να πω αντίο στα παιδιά μου. Ναι, κομμένος ο βήχας από σήμερα. Πρέπει να ρωτήσω αν μπορώ τουλάχιστον να φταρνίζομαι.

Τηλεφωνώ σε έναν φίλο γιατρό στη νότια Ιταλία. Από μέρες τον σκέφτομαι. Τον πετυχαίνω στο σπίτι να προσπαθεί να κοιμηθεί για κανένα δύωρο μετά από πέντε μέρες στο νοσοκομείο που εργάζεται.

«Έχουν δει πολλά τα μάτια μου σε αυτή τη δουλειά, όμως αυτό που ζω τώρα είναι φρίκη», μου λέει. Τον αφήνω να ξεκουραστεί με την υπόσχεση να του ξανατηλεφωνήσω σύντομα. και εύχομαι να μην πάθει κάτι κακό.

Books and Style

Books and Style

%d bloggers like this: