ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΠΑΝΟΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: PETER TAMAS

Ο Γιώργος Μακρής είναι φτιαγμένος από ένα σπάνιο κράμα διαφορετικών ποιοτήτων. Ευαίσθητος καλλιτέχνης, αλλά ταυτόχρονα δυναμικός θεατρικός παραγωγός, βρίσκεται πάντα σ’ ένα τεντωμένο σχοινί δημιουργίας, και παρά την κρίση -οικονομική και αξιών- κατορθώνει να γεμίζει τα θέατρα στις περιοδείες του ανά την Ελλάδα, σε μία εποχή κατά την οποία το θέατρο αντιμετωπίζει γενικά πρόβλημα επιβίωσης.

Κι εκεί που σε κάνει να γελάς, έχει τη δύναμη να σε κάνεις να κλάψεις, σχεδόν ταυτόχρονα, ενίοτε ηθελημένα, αλλά πάντα βγάζοντάς σου προς τα έξω τα πιο εξαιρετικά συναισθήματα. Γέννημα θρέμμα της Γερμανίας, παραμένει Έλληνας στην ψυχή και στη συνείδηση, αγανακτεί με το «τώρα» κι ονειρεύεται ένα καλύτερο «αύριο».

Τον συναντήσαμε -με την ευκαιρία της νέας του θεατρικής παράστασης με τίτλο «Οι χήρες και οι μακαρίτες»- στη Λυκόβρυση Αττικής, για μία συνέντευξη εφ’ όλης της καλλιτεχνικής (και όχι μόνο) ύλης και μοιράστηκε μαζί μας όλα όσα δεν έχουν ειπωθεί από τον ίδιο μέχρι τώρα.

ΠΑΝΟΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ: Γιώργο, ας ξεκινήσουμε από τα βασικά, τα τρέχοντα. Πες μας για τη νέα σου παράσταση, «Οι χήρες και οι μακαρίτες».

Πάνος Παπαδάκης και Γιώργος Μακρής

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΚΡΗΣ: Πρόκειται για μια σύγχρονη κωμωδία. Εμένα η γραφή μου, σε όλα τα έργα που έχω ανεβάσει στη σκηνή, δεν έχουν ως βάση μια παλιά κόπια μ’ ένα συγκεκριμένο μοτίβο. Γράφω έναν ρόλο βασισμένο πάνω στον ηθοποιό και αυτό που περιμένω είναι να μου τον αποδώσει σωστά.

Π.Π.: Δεν γράφεις, λοιπόν, πατώντας πάνω σε χιλιοειπωμένα θεατρικά κλισέ…

Γ.Μ.: Φυσικά και όχι. Δεν γράφω έναν ρόλο στα μέτρα και τα σταθμά ενός ηθοποιού.

Π.Π.: Και τη γραφή σου, πού την κατατάσσεις;

Γ.Μ.: Η γραφή μου είναι γρήγορη. Σαν τα «Φιλαράκια», τους Μόντι Πάιθονς, τον μίστερ Μπιν… Και πάντα προσπαθώ το κοινό να συμμετέχει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στις παραστάσεις που ανεβάζω. Υπάρχει μια διαδραστικότητα με το κοινό, ακόμη και με τον τεχνικό. Εκεί που παίζω, μπορεί ξαφνικά να εμφανιστεί ο τεχνικός στη σκηνή και να πει «συγγνώμη, να σου βιδώσω λίγο την καρέκλα και συνέχισε».

Π.Π.: Τα κείμενα είναι δικά σου;

Γ.Μ.: Τα πάντα. Κείμενο, σκηνοθεσία, μουσική επιμέλεια… Πρωτίστως είμαι ηθοποιός και δευτερευόντων, δυστυχώς, συγγραφέας.

Π.Π.: Γιατί «δυστυχώς»;

Γ.Μ.: Γιατί δεν μου αρέσει να γράφω. Θα ήθελα να έχω έτοιμα τα κείμενα και να αφοσιωθώ στον ρόλο μου. Αν με πλήρωνε κάποιος λέγοντάς μου «πες μου πόσα θέλεις, πάρ’ τα και βγάλε μου τον ρόλο», θα έκανα τεμενάδες.

Π.Π.: Τα κάνεις, λοιπόν, όλα και συμφέρεις!

Γ.Μ.: Δεν είμαι απλώς καλλιτέχνης, αλλά και παραγωγός. Και εκεί διαχωρίζω τους δύο αυτούς «ρόλους». Ως ηθοποιός δεν πληρώνω τον εαυτό μου, αλλά οφείλω να πληρώνω κάθε φορά τους ηθοποιούς μου.

Π.Π.: Από πού εμπνέεσαι;

Γ.Μ.: Ψάχνω τα ακούσματα του κοινού και τα βρίσκω στο δρόμο, στις καφετέριες, στη λαϊκή, στο σούπερ μάρκετ. Ακούγεται παράξενο, αλλά έτσι εμπνέομαι. Όταν γράφω ένα κείμενο, το δίνω στο φίλο και συνεργάτη μου, τον Νάσο Ρόγκα, να το διαβάσει. Εκείνος θα πει τη γνώμη του, θα το δώσω επίσης στη μάνα μου, στην αδελφή μου, σ’ ένα παιδί, την ανιψιά μου, σε κάποια ηλικιωμένη και βλέπω τις αντιδράσεις.

Π.Π.: Υπάρχουν στοιχεία επιθεώρησης στις παραστάσεις που ανεβάζεις;

Γ.Μ.: Όχι. Ξέρω τι σημαίνει επιθεώρηση. Ο Χάρυ Κλυνν με ανακάλυψε, δίπλα του ήμουν επί εποχής «Τραμπάκουλα», γύρω στο 2002. Όλα αυτά τα χρόνια τότε, χτύπαγα πόρτες… Έχω παίξει Τρωάδες, Ιππείς, στη Λυρική Σκηνή, στο χορό. Έχω πάει σε όσες οντισιόν μπορείς να φανταστείς. Αλλά όλες οι οντισιόν είναι στημένες. Περιμένουν εκατό άτομα, αλλά συνήθως από αυτούς που επιλέγονταν στην πεντάδα ή την τριάδα, σχεδόν ποτέ δεν ήταν κάποιος από εμάς που στο τέλος θα έπαιζε, γιατί, εντάξει, οι οντισιόν στη χώρα μας γίνονται για διαφημιστικούς λόγους.

Π.Π.: Υπάρχει, τελικά, στο θέατρο αυτό που αποκαλείται «κύκλωμα» και κάποιοι μένουν πίσω, άλλοι παραμένουν στάσιμοι, ενώ άλλοι απλώς εξαφανίζονται;

Γ.Μ.: Υπάρχουν οι γνωριμίες, όπως και σε όλες τις δουλειές. Τώρα, αν κάποιος εξαφανίζεται, είναι επειδή κουράζεται. Ψυχολογικά. Απογοητεύεται. Το ίδιο, πίστεψέ με, θα έκανα και εγώ. Αν δεν είχα δικές μου δουλειές, τις δικές μου παραγωγές, θα έφευγα. Κάποιες φορές είμαι στη φάση «να μείνω ή να φύγω;». Τα πράγματα είναι πολύ σκληρά.

Π.Π.: Ναι, αλλά αυτό είναι το οξυγόνο σου.

Γ.Μ.: Ναι, αλλά αν είχα χρηματοδότη. Αν είναι όμως να έχω το δικό μου οξυγόνο και να χάνω την οικογένειά μου, ε, όχι! Δεν το δέχομαι.

Π.Π.: Τι εννοείς;

Γ.Μ.: Τον πατέρα μου, εξαιτίας όλων αυτών που σου ανέφερα πιο πριν τον έχασα. Έχω ρίξει τις ευθύνες για τον χαμό του πάνω μου.

Π.Π.: Με ποια έννοια;

Γ.Μ.: Όταν ένα παιδί στενοχωριέται, θλίβεται ο ίδιος ο γονιός. Κι έτσι, τα προβλήματα υγείας επιδεινώνονται. Αυτά όμως, τον πόνο, θα τα πάρω όλα πίσω από αυτούς που μου τα πήραν.

Π.Π.: Σε ποιους αναφέρεσαι;

Γ.Μ.: Ποιοι είναι; Το κατεστημένο, η πολιτική, οι πολιτικοί, η ίδια η ζωή, η ίδια μου η χώρα. Με την καλή δουλειά και με την αγάπη των θεατών που θα μου γεμίζουν τα θέατρα, δεν μπορεί, ρε φίλε, δεν μπορεί, θα χτυπήσει και για μένα το καμπανάκι. Γιατί κουράστηκα, γιατί εγώ δουλεύω.

Π.Π.: Γεννήθηκες εδώ;

Γ.Μ.: Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Γερμανία.

Π.Π.: Πόσο επηρεάζεται η γραφή σου από την επικαιρότητα;

Γ.Μ.: Κοίταξε, έχω θυμό. Για το πολιτικό σύστημα της χώρας, για τη Βουλή. Και θεωρώ ότι όσοι έχουν ασχοληθεί με την πολιτική τα τελευταία 50 χρόνια και έχουν μπει στη Βουλή, είναι αυτοί που κακοποίησαν τη χώρα μου και την έφτασαν στη σημερινή της κατάντια. Είναι υπεύθυνοι για τις χιλιάδες αυτοκτονίες, την πείνα, τη φτώχεια. Αν πας σε κάποιο νησί, μην δεις το λιμάνι, αλλά ό,τι κρύβεται πίσω από αυτό. Πίσω απ’ όλη αυτή την ανέχεια…

Π.Π.: Έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης, λες.

Γ.Μ.: Όχι απλά μερίδιο ευθύνης. Είναι οι υπαίτιοι. Ήμασταν μια χώρα 11 εκατομμυρίων, που σε λίγα χρόνια θα έχει 7 εκατομμύρια κατοίκους, κι αν συνεχίσει έτσι η κατάσταση…

Π.Π.: Είχες γράψει κάτι σχετικό σε παράστασή σου;

Γ.Μ.: Το 2010 είχα γράψει ένα έργο και σ’ ένα σημείο, έλεγα: «μετανάστες θα μας στείλουν, ίσως και στην εξορία, τα παιδιά μας θα γεννιούνται πάλι στη Γερμανία». Δες το, ήρθε. Θέλω να φύγουν. Θέλω να φύγουν αυτοί από τη χώρα και να μείνουμε εμείς. Πολλοί Έλληνες θα φύγουν, κι όσοι μεταναστεύσουμε -γιατί κι εγώ το σκέφτομαι σοβαρά-, απλά θα πάμε για να ανασυνταχτούμε και να γυρίσουμε για να εκδιώξουμε τους προδότες από εδώ. Σε τραγούδι σε παράστασή μου, έγραφα: «Λαμόγια και πολιτικοί, ασήμαντοι και σημαντικοί, θα μπουν όλοι σε τάξη».

Π.Π.: Στην παράσταση «Οι χήρες και οι μακαρίτες», υπάρχουν πολιτικά στοιχεία;

Γ.Μ.: Συγκαλυμμένα, ναι, και το κοινό τα χειροκροτεί, τα καταλαβαίνει και φωνάζει από κάτω «έχεις δίκιο, πες τα!».

Π.Π.: Ο λόγος σου μπορεί να επηρεάσει ακόμη και την ψήφο των θεατών; Και είναι και πολλοί! (γέλια)

Γ.Μ.: Είμαι το μπαλόνι που ξεφουσκώνει για δύο ώρες, αλλά δεν μπορώ να σου πω αν ξεσηκώνω συνειδήσεις. Δεν είμαι αρμόδιος για να σου απαντήσω σε αυτό. Δεν είμαι ο Χάρρυ Κλυνν που το έκανε τόσο σωστά και ακόμη το κάνει. Δεν μπορεί κανένας να καθοδηγήσει ή να χειραγωγήσει τον θεατή. Έχει ξυπνήσει εδώ και καιρό.

Π.Π.: Σε ποια φάση της ζωής σου ξεκίνησες να γράφεις τις «Χήρες και τους μακαρίτες»;

Γ.Μ.: Πέρσι έχασα τον πατέρα μου, στις 8 Μαρτίου του 2017, όταν έκανα παραστάσεις στο Αγρίνιο, που είναι και η γενέτειρά του, στο Βασιλόπουλο, που βγάζουν… πρίγκιπες σαν κι εμένα! Με στέμμα, και μην κόψεις αυτό που λέω.

Π.Π.: Δεν έχω τέτοια πρόθεση.

Γ.Μ.: Τελείωσα, λοιπόν, τις παραστάσεις, επέστρεψα στην Αθήνα και «έφυγε» στα χέρια μου. Και ξέρεις, ακόμη δεν έχω θρηνήσει. Έχω ξεσπάσει, αλλά ακόμη δεν τον έχω θρηνήσει. Έτσι ξεκίνησα όλα τα διοικητικά… εκκλησίες, κηδεία… Έβλεπα τα λαμόγια που φτιάχνουν τους τάφους και που σε προσεγγίζουν για να σου πουν «θα το φτιάξεις σ’ εμάς» ή «πρόσεχε, θα σου τον σπάσουν». Έβλεπα τη συμπεριφορά παπάδων, έβλεπα τις χήρες και τις δήθεν χήρες. Μέσα λοιπόν από ένα τραγικό γεγονός και για να ηρεμήσει η ψυχή μου, το «γύρισα» στην κωμωδία. Όταν πονάς, γράφεις.

Π.Π.: Ό,τι κι αν σου συμβαίνει στη ζωή, όταν βλέπεις το κοινό σου να λύνεται από τα γέλια, πώς νιώθεις; Δεν τα ξεχνάς όλα και απολαμβάνεις την επιτυχία;

Γ.Μ.: Συνεχίζουν πάνω στη σκηνή να με απασχολούν τα καθημερινά προβλήματα, αλλά δεν το βγάζω προς τα έξω. Το κρύβω. Μπορεί να μην υπάρχω εκείνη τη στιγμή 100%, κακώς, ντροπή μου, αλλά είμαι πάντα ειλικρινής και δεν κρύβω τίποτα. Μπορεί να είναι μόνο το σώμα μου εκεί και να λέω τα λόγια μου μηχανικά, και παρόλα αυτά να γελάς.

Π.Π.: Ο κόσμος δεν σου δίνει δύναμη να συνεχίσεις;

Γ.Μ.: Αναφέρομαι για σημαντικά γεγονότα. Όχι να με πάρει η τράπεζα που την έχω γραμμένη, ή να στενοχωρηθώ αν πέσει ο Τσίπρας και σπάσει το πόδι του. Αναφέρομαι σε καταστάσεις δύσκολες.

Π.Π.: Δύσκολος και ο ρόλος του παραγωγού που έχεις, υποθέτω.

Γ.Μ.: Όταν έχεις και την παραγωγή, τρέχει πολύς πόνος από πίσω. Εκεί να δεις! Κι εσύ να λες στον εαυτό σου «πάμε να τους κάνουμε να γελάσουν. Πάμε!».

Π.Π.: Το κοινό βλέπει μόνο το τελικό αποτέλεσμα…

Γ.Μ.: Και πίσω από το τελικό αποτέλεσμα κρύβεται μια ολόκληρη ομάδα. Για παράδειγμα το πρωί θα τσακωθώ με τον διευθυντή μου επί των δημοσίων σχέσεων, τον Νάσο Ρόγκα. Γιατί μέσα από τον τσακωμό βγαίνει το σωστό αποτέλεσμα. Αν δύο άνθρωποι συμφωνούν σε όλα, αυτό δεν είναι πολύ δημιουργικό… μοιάζει σαν καλοστημένη κομπίνα. Κάτι δεν πάει καλά αν δεν υπάρξει ποτέ διαφωνία. Στη συνέχεια πρέπει να πάρεις τηλέφωνα, να βρεις χορηγούς, να τρέξεις, να μιλήσεις με συλλόγους… Και μετά είναι η πρόβα. Καλά, στην πρόβα δεν θα ήθελες να παρευρεθείς!

Π.Π.: Γιατί το λες αυτό; Οι συνεργάτες σου είναι πάντα ικανοποιημένοι μαζί σου, έχω ακούσει, και σε όλα τα επίπεδα.

Γ.Μ.: Στις πρόβες με αποκαλούν «Χίτλερ». Αλλά η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Έχω απαιτήσεις από αυτούς, για να βγει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.

Π.Π.: Υπάρχουν στιγμές που τους φτάνεις στα όριά τους, που τους κάνεις να κλάψουν;

Γ.Μ.: Ε, εγώ δεν κλαίω κάθε μέρα; Κι ας με βρίζουν. Αρκεί όταν με βρίζουν, να λένε το Μακρής με ήτα!

Π.Π.: Οι Αμερικάνοι λένε, «πες ό,τι θέλεις για μένα, αρκεί να γράψεις το όνομά μου σωστά». Αλλά για τις πρόβες σε ρωτώ. Τους φτάνεις στ’ άκρα;

Γ.Μ.: Έχω έναν τρόπο που τον περνάω. Αν τον δέχεσαι, κάτσε μαζί σου. Αν όχι, ποτέ μην συνεργαστούμε!

Π.Π.: Ακούγεται ότι έχεις βοηθήσει πολλούς στον χώρο σου.

Γ.Μ.: Και με έχουν βοηθήσει, επίσης. Έχω πάρει στη δουλειά μου πολλούς ανθρώπους, ελάχιστοι όμως μου είπαν ευχαριστώ. Πολλοί από αυτούς δεν θα πουν ποτέ ότι ήταν στη δουλειά μου. Όταν είναι να κάνουμε δουλειά μαζί, με γλύφουν από πάνω ως κάτω γονυπετείς, αλλά μετά ξεχνούν.

Π.Π.: Και;

Γ.Μ.: Και μετά έρχεται η Θεία Δίκη: να βρίσκεται κάποιος στην παραγωγή μου, να πληρώνεται κανονικά, να φεύγει για να πάει να παίξει σε άλλη παραγωγή και να μην παίρνει από κει ούτε ένα ευρώ. Εγώ κατάφερα να πληρώνω στην ώρα μου. Κι αν κάποτε δεν μπορούσα να το κάνω, απευθυνθείτε στους πολιτικούς͘ αυτοί φταίνε. Γιατί όταν προκαλούν οικονομικά προβλήματα στους Έλληνες, δημιουργείται μια ατέρμονη αλυσίδα προβλημάτων. Και όσοι έχασαν από μένα, υπήρχαν λόγοι γι’ αυτό.

Π.Π.: Δηλαδή;

Γ.Μ.: Για χίλους δυο λόγους. Είσαι κακός επαγγελματίας; Είσαι μακροχέρης; Και στην τελική, αν έχεις παίξει σε 30 παραστάσεις και έχεις πληρωθεί τις 25, γιατί στις υπόλοιπες δεν βγήκαν έσοδα, τι να κάνει κάποιος;

Π.Π.: Πες μου για τον άμεσο συνεργάτη σου, τον Νάσο Ρόγκα.

Γ.Μ.: Τι να πω; Είναι ο άνθρωπος που με στηρίζει στον τομέα της επικοινωνίας και στην εκτέλεση παραγωγής. Με βάζει απέναντι, στον τοίχο της Καισαριανής, και με εκτελεί καθημερινά (γέλια)! Ο Νάσος διαφημίζει τις παραστάσεις με τον καλύτερο τρόπο. Άλλωστε εγώ δεν ξέρω να «πουλάω» τον εαυτό μου επικοινωνιακά και μου πατά λίγο φρένο, επειδή αν κάποιος δεν τηρήσει τη συμφωνία μας, δεν κρατιέμαι. Ο Νάσος, μεταξύ πολλών άλλων, είναι το «φρένο» μου.

Π.Π.: Δεν σε ενδιαφέρει η προβολή σου;

Γ.Μ.: Ουδέποτε σήκωσα το ακουστικό για να καλέσω κάποιον δημοσιογράφο -και πες μου αν κάνω λάθος, Πάνο- και να του ζητήσω να γράψει κάτι καλό για μένα. Είμαι λίγο Γερμανός. Έχω την ψυχή ενός Έλληνα, αλλά με τις απαιτήσεις ενός Γερμανού.

Π.Π.: Πόσο καιρό συνεργάζεσαι με τη σημερινή ομάδα ηθοποιών;

Γ.Μ.: Είναι η ομαδάρα μου, είναι καλά και ταλαντούχα παιδιά κι έχουμε μια όμορφη σχέση. Τους ξέρω χρόνια, καταλαβαίνουν και την επιχειρηματική μου πλευρά… κατανοούν τη σημερινή δύσκολη κατάσταση που περνά ο κλάδος μας. Αναφέραμε πριν, την κατάσταση της Ελλάδας. Είναι Ελλαδιστάν, Ουγκάντα. Δεν μπορείς πια να κάνεις όνειρα στη χώρα σου. Και η ομάδα μου δείχνει αμέριστη κατανόηση πάνω στις όποιες δυσκολίες της παραγωγής.

Π.Π.: Μια που επέστρεψες εκεί που ξεκινήσαμε, πιστεύεις ότι ο Έλληνες βρίσκονται σε κατάσταση ψυχολογικής μιζέριας 24 ώρες το 24ωρο, 365 μέρες τον χρόνο;

Γ.Μ.: Ναι, δυστυχώς. «Αχ, καλημέρα», «βαχ καληνύχτα», ακούς εδώ κι εκεί.

Π.Π.: Ναι, αλλά από την άλλη, θυμάμαι ότι το ʼ80 ή το ʼ90, ρώταγες κάποιον τι κάνει και σου απαντούσε «ας τα λέμε καλά».

Γ.Μ.: Αυτοί που πάντα γκρίνιαζαν, τότε και τώρα, είναι εκείνοι που τα έχουν. Που δεν αντιμετωπίζουν πρόβλημα. Και ξέρεις γιατί; Επειδή κάποιος, προ κρίσεως, έβγαζε 500 χιλιάρικα το χρόνο και τώρα βγάζει 200 χιλιάρικα. Δεν είδες τι έγινε πρόσφατα, με την κυρία που έπαιρνε και επίδομα ενοικίου; Όταν ο Έλληνας πάψει να σκύβει το κεφάλι στον υπάλληλό του, δηλαδή στους βουλευτές και στους πολιτικούς, τότε αυτή η χώρα θα πάει μπροστά. Όλα αυτά τα… 300, που δεν υπάρχει λέξη γι’ αυτούς, είναι υπάλληλοί μας. Όταν μπαίνει ο πρωθυπουργός ή ένας υπουργός σ’ ένα χώρο, δεν είναι κάτι άλλο από υπάλληλος που πληρώνεις. Αν μπορούσα να τον στείλω για καφέ ή να μου γυαλίσει τα παπούτσια, θα το έκανα!

Π.Π.: Ας επιστρέψουμε σε πιο δημιουργικά θέματα. Υπάρχει θεατρικό είδος με το οποίο δεν έχεις ασχοληθεί ως τώρα; Ας πούμε, να ανεβάσεις δράμα.

Γ.Μ.: Όταν το ταμείο είναι άδειο, εκεί να δεις δράμα! Κλάμα! Κλάμα! (γέλια). Άκου να δεις, εγώ κάνω το πιο δύσκολο: την κωμωδία. Υπηρετώ την κωμωδία επειδή την γνωρίζω καλά. Το να κάνω τον άλλο να κλάψει είναι πολύ εύκολο. Τον βάζεις να δει τη Βουλή; Κλάμα! Του θυμίζεις ότι του έκοψαν τη σύνταξη; Κλάψε! Κλαίει. Κάνε τον, όμως, να γελάσει. Εκεί βρίσκεται όλη η δυσκολία του θεάτρου. Από την άλλη, πες του «αύριο θα σου κοπεί η σύνταξη, θα χάσεις το σπίτι σου και το παιδί σου θα πεινάσει». Και εκείνη την ώρα θα τον κάνεις να ξεσπάει σε γέλια. Να ποια είναι η δυσκολία της κωμωδίας! Και θα σου πω το άλλο, που το έλεγα στη Σχολή, στην Χατζηαργύρη που την είχα δασκάλα. Της έλεγα, «μα πώς παίζεται έτσι η τραγωδία;» κι εκείνη με ρωτούσε γιατί το λέω αυτό. Και της απαντούσα ότι πάω στην Επίδαυρο και βλέπω τους ηθοποιούς να παίζουν τον ρόλο τους με υπερβολικό στόμφο και με παντελή έλλειψη αμεσότητας. Εκείνη με κοίταγε με ένα βλέμμα που δικαίωνε τις απόψεις μου.

Π.Π.: Και η Ελένη Χατζηαργύρη, τι έλεγε για όλα αυτά;

Γ.Μ.: Τι να έλεγε! Της ζητούσα να μην με βάλει να παίξω δραματικό ρόλο. Της ζητούσα κωμικό ρόλο και η απάντησή της ήταν: «Εγώ δεν μπορώ να σε διδάξω κωμωδία».

Π.Π.: Μ’ άλλα λόγια, ή το ʼχεις ή δεν το ʼχεις. Πες μου κάτι άλλο τώρα, τι είναι αυτό που έχεις πετύχει και για το οποίο είσαι υπερήφανος;

Γ.Μ.: Έχω πετύχει μια δυο φορές ένα κολωνάκι που έχω έξω από το σπίτι μου. Κατάφερα να επιβληθώ στον χώρο με αίμα και θυσίες και στις περιοδείες που κάνω στην Ελλάδα, ο κόσμος να μου δείχνει την αγάπη του. Μια γιαγιά είχε έρθει σε παράσταση, ενώ λίγες εβδομάδες πριν είχε χάσει το παιδί της. Όταν μπήκε μέσα στο θέατρο ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση. Κατά τη διάρκεια της παράστασης δεν σταμάταγε να γελάει. Στο τέλος της παράστασης, μου είπε: «Με έκανες να θέλω να ζήσω, παρά τα όσα έχω περάσει, άλλα 20 χρόνια και όσο ζω, θα αγοράζω εισιτήριο για να έρχομαι να σε βλέπω». Την ρώτησα πόσο χρονών είναι. «Είμαι 83». Και της απαντώ: «Ρε γιαγιά, δεν αγοράζεις από τώρα τα εισιτήρια για να τα ʼχω σίγουρα;» και η γυναίκα γέλασε με την καρδιά της. Όταν βγαίνω από το θέατρο και με περιμένει ο κόσμος απ’ έξω, όσο κουρασμένος κι αν είμαι, το πρόσωπό μου γλυκαίνει. Άλλωστε είμαι δίπλα του, από την ώρα που του κόβω το εισιτήριο μέχρι που θα φύγει από το θέατρο. Είναι η απόλυτη δικαίωση…

Π.Π.: Τι είναι αυτό που σου λείπει;

Γ.Μ.: Θα ήθελα να έχω μια δική μου θεατρική στέγη στην Αθήνα, που θα την ονόμαζα P.S. (υστερόγραφο). Από τα αρχικά των γονιών μου, Παναγιώτης και Σοφία. Αυτοί είναι οι ήρωές μου.

Π.Π.: Πότε ήταν εκείνη η στιγμή που είπες στον εαυτό σου «είμαι ηθοποιός»;

Γ.Μ.: Σε δύο έργα μου που είχαν δραματικές στιγμές. Στη μία έκλαιγα πάνω στη σκηνή. Και μαζί μου έκλαιγαν και οι θεατές. Επί δύο ώρες γελούσαν και στο τέλος έφυγαν με πόνο. Και μια άλλη φορά, στη Ρόδο, όπου οι θεατές από το ζενίθ του γέλιου, άρχισαν να κλαίνε με λυγμούς. Στη μέση του μονόλογου, οι θεατές διέκοψαν την παράσταση χειροκροτώντας όρθιοι επί ένα τέταρτο.Π.Π.: Και το μήνυμα που θες να περάσεις μέσα από την τωρινή σου παράσταση;

Γ.Μ.: Στην παράσταση «Οι χήρες και οι μακαρίτες» κάποια στιγμή μένω μόνος πάνω στη σκηνή, για να περάσω το «μήνυμα» πως ό,τι κι αν συμβεί στη ζωή, συνέχισε, μην τα παρατάς.

Π.Π.: Πώς βλέπεις το εαυτό σου στο μέλλον;

Γ.Μ.: Να είναι η οικογένειά μου και οι φίλοι μου καλά και να έχω το δικό μου θέατρο.

Π.Π.: Ποια είναι η φράση που λες στον εαυτό σου σε δύσκολες στιγμές και σου δίνει δύναμη;

Γ.Μ.: Α, ρε μπαμπά…

.

%d bloggers like this: