ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΑΤΣΙΚΟΓΙΑΝΝΗ – ΜΠΑΣΤΑ

Προς τιμήν Της φιλοτεχνήθηκαν πλήθος ιερές εικόνες και ιερά προσκυνήματα, καθιδρυμένα σε περιοχές που σχετίζονται με θαύματα της Παναγίας. Παραδόσεις, δοξασίες και λαϊκές παροιμίες σχετίζονται με το όνομά Της, καθώς και με πολλές γιορτές.

Οι κυριότερες θεομητορικές γιορτές προς τιμήν της Παναγίας, είναι οι εξής:
Η Σύλληψη της Θεοτόκου στις 9 Δεκεμβρίου, η Γέννηση στις 8 Σεπτεμβρίου, τα Εισόδια, δηλαδή η αφιέρωσή Της στον Ναό, στις 21 Νοεμβρίου, η Σύναξις της Θεοτόκου ως συνολική τιμητική μνήμη στις 26 Δεκεμβρίου, ο Ευαγγελισμός της 25ης Μαρτίου, η Κοίμηση στις 15 Αυγούστου, η Αγία Ζώνη της Θεοτόκου στις 31 Αυγούστου και η Αγία Σκέπη στις 28 Οκτωβρίου.

Στην Θεοτόκο δόθηκαν πολλές επωνυμίες, επιθετικά εκφραστικά και κάποτε παράδοξα, που αντιστοιχούν στις ιδιότητές Της, στους εικονογραφικούς Της τύπους, στον χρόνο των εορτών Της κ.ά. Τέτοιες ονομασίες είναι: Μεγαλόχαρη, Οδηγήτρια, Γλυκοφιλούσα, Ελευθερώτρια, Γοργοεπήκοος, Καρδιώτισσα, Πορταΐτισσα, Φανερωμένη, Ζωοδόχος Πηγή, Μυρτιδιώτισσα κ.λπ.

Εκτός από τις βασικές θεομητορικές εορτές, η ζωή της Εκκλησίας και η ευσέβεια των πιστών έχουν προσθέσει και άλλες πολλές οι οποίες σχετίζονται με θαυμαστές ενέργειες της Θεομήτορος, με εγκαινιασμούς ναών ή με θαυματουργικές ευρέσεις εικόνων Της.

Κάθε τόπος έχει και μία θαυματουργή εικόνα της Παναγίας με ιστορίες, θρύλους και ατμόσφαιρα θρησκευτικού μυστηρίου.

Πολλές εκκλησιαστικές ακολουθίες που αναφέρονται στην Παναγία είναι δημοφιλείς, όπως οι Χαιρετισμοί της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ο Ακάθιστος Ύμνος (κάθε Παρασκευή βράδυ τις πρώτες πέντε εβδομάδες της Μ. Τεσσαρακοστής πριν το Πάσχα) και οι Παρακλήσεις του Δεκαπενταύγουστου.

Θεοτόκος, λοιπόν, είναι ελληνική λέξη και θρησκευτική προσαγόρευση που σημαίνει «Εκείνη που τίκτει Θεό». Οι προσαγορεύσεις, λοιπόν, «Θεοτόκος και Θεομήτωρ» χρησιμοποιήθηκαν από την πρωτοχριστιανική Εκκλησία για το πρόσωπο της Μαρίας, της μητέρας του Ιησού Χριστού, και καθιερώθηκε ως τούτο στην Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο, ενώ θεσμοθετήθηκε και έγινε αποδεκτή από τις Δ΄ και Ε΄ Οικουμενικές Συνόδους.

Θεοτόκος και Παναγία, Θεομήτωρ ή Μήτηρ Θεού, Υπεραγία Δέσποινα και Αγία Μαρία η Αειπάρθενος, είναι μερικές μόνο από τις προσωνυμίες της Μαρίας, της μητέρας του Χριστού, της «λαμπρότερης μορφής στο αγιολόγιο και εορτολόγιο της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας».

Ο Ορθόδοξος κόσμος Την τιμά ως το γλυκύτερο και υψηλότερο δημιούργημα του Θεού, Της Οποίας την δόξα τοποθετεί πιο πάνω από την δόξα των Αγγέλων˙ την ψάλλει δε ως «τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ», ως θεία πύλη και μητέρα της όντως ζωής του μονογενούς Υιού του Θεού, Την διελθών πάσιν ανθρώποις σωτηρίαν απειργάσατο.

Γι’ αυτό ψάλλεται ως «Κλίμαξ Επουράνιος», διά της οποίας ήρθε στη Γη και ενσαρκώθηκε ως τέλειος άνθρωπος ο Χριστός-Λόγος και «προμήτορος Εύας το σφάλμα ανορθώσασα».

Ως ιστορικό πρόσωπο, για την Θεοτόκο μέσα από τα κείμενα της Καινής Διαθήκης δεν αναφέρουν τίποτε σχετικό με τους γονείς της Παρθένου, την παιδική Της ηλικία και άλλα συναφή γεγονότα για την προσωπική Της ζωή! Ο ευαγγελιστής Μάρκος αγνοεί τις διηγήσεις αυτές, αντιθέτως ο Ματθαίος τις εξιστορεί με επίκεντρο τον Ιωσήφ, ενώ με τις αφηγήσεις του Λουκά έρχεται στο προσκήνιο η Μητέρα του Χριστού, όχι μόνον ως ιστορικό πρόσωπο, αλλά και ως ιστορική πηγή των σημαντικών γεγονότων της Θείας Γέννησης.

Ο Joseph Holzner σημειώνει χαρακτηριστικά ότι ο Λουκάς είχε κάνει άπειρα ταξίδια για την μητέρα του Ιησού όσο ζούσε, και κυρίως όταν ήταν πια γερόντισσα ογδόντα ετών, γιατί ποιος άλλος θα μπορούσε να του διηγηθεί την θαυμαστή ιστορία των Χριστουγέννων, παρά μία μητέρα που αγαπά τόσο πολύ το παιδί της;

Ο Απόστολος Παύλος, βέβαια, σε εδάφιά του, και στην προς Ρωμαίους επιστολή του ξεκαθαρίζει την ιστορικότητα της Παρθένου και τονίζει τη σπουδαιότητα και βεβαιότητα της ενανθρωπήσεως με τη συμμετοχή μητέρας από το γένος των ανθρώπων, χωρίς να αναφέρει το όνομα της Μαρίας.

Από το εδάφιο «Λουκά, 1.27», φαίνεται ότι η Μαρία καταγόταν από το γένος του Δαυίδ. «Εξ οίκου Δαυίδ», όπως καταγράφει, και ζούσε ως μια κοπέλα κατά την παράδοση, ασχολούμενη ή βοηθώντας στις γυναικείες καθημερινές εργασίες, με την οικογενειακή χειροτεχνία, υφάσματα που τα έγνεθαν, την προπαρασκευή του ψωμιού, το ζύμωμα, την παρασκευή φαγητού, την προμήθεια νερού από τη βρύση και, φυσικά, τις πνευματικές ενασχολήσεις που απέρρεαν από το τυπικό της θρησκείας της φυλής τους.

Ο γάμος ήταν ένας ακόμη κοινοτικός θεσμός αλλά και επιταγή του βιβλικού Νόμου, ο οποίος αποτελούσε καθήκον και ταυτόχρονα υποχρέωση για κάθε Ιουδαίο πολίτη, όπως η τεκνογονία˙ και γι’ αυτό βλέπουμε ότι η Μαρία είχε προχωρήσει στις διαδικασίες του γάμου, όντας μνηστευμένη με τον Ιωσήφ.

«Ιδού, κληρονομία παρά Του Κυρίου είναι τα τέκνα μισθός αυτού, ο καρπός της κοιλίας» έλεγε για τα παιδιά ένας ψαλμός, ενώ σύμφωνα με τα λόγια της Ελισάβετ, της μητέρας του Ιωάννη του Βαπτιστή, η στειρότητα ήταν πραγματικό όνειδος!

Όσο για τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου; Το σπίτι της Μαρίας ήταν στην Ναζαρέτ, σ’ ένα άσημο και περιφρονημένο χωριό. Κατοικούσε, εκεί, αρραβωνιασμένη με τον Ιωσήφ και εκεί την επισκέφτηκε ο αρχάγγελος Γαβριήλ κομίζοντας τον Ευαγγελισμό, δηλαδή την χαρμόσυνη είδηση της γέννησης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του Μεσσία, του Σωτήρα των ανθρώπων.

Αυτή η συγκεκριμένη ευαγγελική διήγηση συνδέεται άρρηκτα με το μέγα μυστήριο της σαρκώσεως, της ενανθρώπησης του λόγου του Θεού, την οποία δέχθηκε η Παρθένος με βαθύτατη ευσέβεια, ταπεινοφροσύνη και αθωότητα.

Σύμφωνα λοιπόν με τις Γραφές, ο Γαβριήλ αποκάλυψε στην Παρθένο Μαρία ότι η συγγενής της Ελισάβετ θα γεννήσει γιο (τον Ιωάννη τον Πρόδρομο) και είναι στον έκτο μήνα της κύησης (Λουκά, 1.36). Η Μαρία έσπευσε ασμένως στην ορεινή περιοχή της Ιουδαίας, στο σπίτι του Ζαχαρία, και όταν αγκάλιασε την συγγενή της, το μωρό στην κοιλιά της κουνήθηκε όχι με τον τρόπο που κινούνται τα μωρά, αλλά εξαιτίας του προφητικού ορίσματος το οποίο αξιώθηκε ο Ιωάννης από τον Θεό.

Και έτσι η Ελισάβετ – φωτισμένη από το Άγιο Πνεύμα – ονόμασε την Μαρία ευλογημένη ανάμεσα στις γυναίκες και είπε προφητικά: «Μου έγινε μεγάλη τιμή να έρθει σε μένα η μητέρα Του Κυρίου μου». Η Παρθένος Μαρία τότε συνέθεσε έναν ύμνο, μια δοξολογία που αρχίζει με τη φράση «μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον»: μία ποιητική σύνθεση γεμάτη λυρισμό και θεολογικά στοιχεία.

Η Μαρία έμεινε στην συγγενή της τρεις μήνες και εκεί φάνηκαν τα πρώτα σημάδια της εγκυμοσύνης της. Στον Ματθαίο 1.18, περιγράφονται τα γεγονότα αυτά που είχαν σαν συνέπεια να ταραχθεί ο Ιωσήφ, νομίζοντας ότι ήταν αποτέλεσμα απιστίας. Παρ’ όλα αυτά δεν την διαπόμπευσε δημόσια για παραδειγματισμό!

Τελικά, στ’ όνειρό του έλαβε τις αποκαλύψεις σχετικά με την Παρθένο και το Θείο Βρέφος (Ματθαίος 1.20-23,6,13-19, Λουκάς 4,4-7,6,33) και την παρέλαβε σπίτι του, ενώ δεν ήρθε σε συζυγική σχέση μαζί Της ποτέ.

Κατόπιν αυτών έγινε η ρωμαϊκή διακήρυξη του Αυγούστου Οκταβιανού για την πρώτη γενική απογραφή του πληθυσμού, ώστε να εξασφαλισθούν τα απαραίτητα στοιχεία για τη στρατολογία και τη φορολογία. Σύμφωνα με τον Λουκά 2.1-7, η Αγία Οικογένεια έμεινε σε κάποιο κατάλυμα, καθώς η ύστατη λύση του στάβλου δεν βασίζεται σε ιερά κείμενα. Απλά εκ των υστέρων, όταν γεννήθηκε ο μικρός Ιησούς, η Μαρία θεώρησε καλύτερο και πιο ασφαλές για το παιδί να μεταβεί «σπαργανωμένο», τυλιγμένο με λωρίδες υφάσματος, στη «φάτνη». Αναφορά για «σπήλαιο» κάνουν στα κείμενά τους ο Ιουστίνος και ο Ωριγένης. Κατόπιν η διήγηση του Λουκά αναφέρεται στους «Άγιους Ποιμένες» (ποιμένες αγραυλούντες και φυλάσσοντες φυλακάς της νυκτός).

Η χρονική περίοδος αυτή δεν συμπίπτει χρονικά με την 25η Δεκεμβρίου σύμφωνα με ιστορικά κριτήρια, αλλά αναφέρεται στην επιθυμία του Χριστιανισμού να εξοβελίσει σημαντικές παγανιστικές γιορτές που τηρούνταν την ίδια περίοδο.

Σύμφωνα με τον Μωσαϊκό Νόμο, γινόταν περιτομή του βρέφους την όγδοη μέρα και η γυναίκα που θα γεννούσε αρσενικό παιδί, εθεωρείτο ακάθαρτη για 40 ημέρες. Ο Ιωσήφ και η Μαρία τήρησαν κατά γράμμα τις εντολές κι έτσι την όγδοη ημέρα πήγαν στα Ιεροσόλυμα όπου έγινε η ονοματοδοσία του βρέφους μαζί με την περιτομή, την οποία υπέστη καθώς «ώφειλε κατά πάντα τοις αδελφοίς ομοιωθήναι» (Εβρ. 2,17).

Εκεί, στον Ναό, με την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος πήγε και ο ενάρετος Συμεών, ο οποίος πήρε τον Ιησού στην αγκαλιά του και δόξασε τον Θεό, προφητεύοντας την Μεσσιανική αποστολή Του. Κατόπιν ακολούθησε η φυγή στην Αίγυπτο, γιατί ο Ηρώδης πληροφορήθηκε την γέννηση του Ιησού και ήθελε να Τον σκοτώσει. Η Αγία Οικογένεια επέστρεψε μετά τον θάνατο του Ηρώδη στη Ναζαρέτ, όπου ο μικρός Ιησούς μεγάλωνε και δυνάμωνε πνευματικά με την Χάρη του Θεού (Λουκ. 2.40). Μετά την παρουσία του Ιησού ως δωδεκαετούς στον Ναό όπου δίδαξε και είπε στους γονείς Του «Γιατί ανησυχούσατε; Δεν γνωρίζετε ότι πρέπει να είμαι στα οικήματα του πατέρα μου;», σταματά κάθε αναφορά στο πρόσωπό Του.

Ακολουθούν ο γάμος στην Κανά και οι περιοδείες του Χριστού όπου η μητέρα Του τον ακολουθούσε μαζί με τους μαθητές Του και που όταν Τον γύρευαν στις συγκεντρώσεις λέγοντας ότι είναι συγγενείς Του, Εκείνος απάντησε «μητέρα και αδελφοί μου είναι όσοι ακούνε τον λόγο του και κάνουν πράξη το θέλημα του Ουράνιου Πατέρα». Έτσι προκρίνεται η Πνευματική συγγένεια έναντι της εξ αίματος.

Μια από τις τελευταίες παρουσίες της Θεοτόκου στις ευαγγελικές διηγήσεις, είναι την μαρτυρική μέρα, όπου ευρισκόμενη κοντά στον Σταυρό παρακολουθώντας το μαρτύριο του Υιού Της στον Γολγοθά. Σύμφωνα με τον καθηγητή Σάββα Αγουρίδη, «ο Ιησούς αναχωρών σωματικώς εκ του κόσμου τούτου, εμπιστεύτηκε την μητέρα του στον μαθητή εκείνο, ο οποίος είχε εισχωρήσει βαθύτερα στο νόημα του έργου του και της διδασκαλίας του.

Και ακόμη μια μαρτυρία αντλούμε από τις πράξεις των αποστόλων για την παρουσία της μητέρας του Χριστού την ημέρα της Πεντηκοστής, όπου έγινε κοινωνός όλων αυτών των συγκλονιστικών γεγονότων τα οποία συντελέστηκαν από την Ανάληψη ως την Πεντηκοστή. Στην Ορθόδοξη δογματική διδασκαλία για την Θεοτόκο, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα «Θεοτοκολογία» ή «Μαριολογία» ως μία ανεξάρτητη περιοχή διδασκαλίας, αφού κέντρο της πατερικής διδαχής είναι πρωτίστως η Θεολογία, η Χριστολογία και η Εκκλησιολογία από τα οποία απορρέουν και οι υπόλοιπες θεωρήσεις. Για τον λόγο αυτό, σε όλες τις σχετικές αναφορές το πρόσωπο της Μαρίας εξαίρεται σε αρραγή ενότητα με το Χριστολογικό δόγμα και όχι ως αυτόνομη προσωπικότητα, όπως για παράδειγμα υφίσταται στην περίπτωση της Ρωμαιοκαθολικής Θεολογίας.

Ο όρος «Θεοτόκος» για την Ορθόδοξη εκκλησία είναι κάτι παραπάνω από ένας τιμητικός τίτλος. Είναι ένας δογματικός ορισμός σε μία μονάχα λέξη. Ήδη, από τον 4ο αιώνα, ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός προειδοποιεί: «Εάν ένας δεν αναγνωρίζει την Μαρία σαν Θεοτόκο, είναι αποξενωμένος από τον Θεό», κατακρίνοντας έτσι τον Νεστόριο κατά τον οποίο η Παρθένος ήτο ανθρωποτόκος και έτσι έγινε το όργανο για την επιτέλεση του σχεδίου της Θείας οικονομίας, για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους.

Μια μικρή αναφορά θα κάνουμε επίσης για το Άγιο Όρος, όπου η Θεοτόκος παραπλέοντας τον Άθω μαζί με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, όταν πήγαιναν να επισκεφτούν τον Λάζαρο στην Κύπρο και εν μέσω μιας φοβερής θαλασσοταραχής, αποβιβάστηκαν στον χώρο όπου σήμερα βρίσκεται η μονή Ιβήρων. Η Παναγία, θαυμάζοντας το τοπίο ζήτησε από τον Χριστό να Της παραχωρήσει το Όρος για δώρο. Έτσι και έγινε! Από τότε αυτός ο τόπος ονομάζεται «Άγιο Όρος» ή περιβόλι της Παναγίας.

Η Αθωνική Πολιτεία, η αγιότητα της οποίας αφήνει άφωνους του επισκέπτες, διαλαλεί αιώνες την ορθόδοξη πίστη στους χειμαζόμενους καιρούς που ζούμε και συνεχίζει αυτόν τον αγιοπνευματικό αγώνα που τείνει στο Θείο, προσφέροντας απέραντη γαλήνη. Αποτελεί έτσι ένα επίγειο κομμάτι του Παραδείσου εδώ στη Γη για τον άνθρωπο και ένα ενεργό Εργαστήριο της Αγιότητας στην οικουμένη.
«Εστίν Όρος επ’ Ευρώπης, κάλλιστον ομού και μέγιστον»
Γρηγορίου Παλαμά, «Βίος Πέτρου του Αθωνήτου».

.

%d bloggers like this: