ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΣΗ ΚΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ: PETER TAMAS

Η Πηνελόπη Κουρτζή είναι μια όμορφη νέα γυναίκα, σύζυγος, μητέρα και εμπνευσμένη συγγραφέας. Στη συνάντησή μας μού μίλησε για το νέο βιβλίο της, «Δεκατρία μπαλώματα» που πριν ακόμη συμπληρώσει ένα μήνα κυκλοφορίας, είχε ήδη γίνει best seller.

Ο χώρος που η ίδια επέλεξε να συναντηθούμε για τη συνέντευξη και τη φωτογράφιση ήταν μαγικός και συνετέλεσε στο να κάνουμε μια χαλαρή κουβέντα πάνω στην ιστορία του βιβλίου – και όχι μόνο – ώστε να θέσουμε τις βάσεις μιας φίλιας με μέλλον.

Μαίρη Γκαζιάνη και Πηνελόπη Κουρτζή

ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Πηνελόπη γεννήθηκες στην Άρτα, αλλά μεγάλωσες στην Αθήνα. Κρατάς δεσμούς με την γενέτειρά σου;

ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΚΟΥΡΤΖΗ: Πολλούς! Καταρχάς έχω οικογένεια εκεί, αλλά και υποχρεώσεις από τους γονείς μου. Όμως, εκτός αυτού, είμαι πολύ δεμένη με την πατρίδα μου και φροντίζω να την επισκέπτομαι όσο πιο συχνά μπορώ!

Μ.Γ.: Σπούδασες Βιοτεχνολογία και ασχολείσαι με την συγγραφή. Υπάρχει σχέση ανάμεσα σε αυτά τα δυο;

Π.Κ.: Κι όμως, υπάρχει, από την άποψη πως όποια επιστήμη ή γνώση έχεις κατακτήσει, είναι μεγάλο εφόδιο για την γενική καλλιέργειά μας, αλλά και τη δυνατότητα να διαβάζουμε σωστά, να «παιδεύουμε» το πνεύμα μας και να μαθαίνουμε να σκεφτόμαστε διεξοδικά. Από εκεί και πέρα η ενασχόληση με την επιστήμη μου στην επαγγελματική μου πορεία μέσω του φαρμακευτικού και του ιατρικού χώρου με ωρίμασε και μου έδωσε πολλές γνώσεις και στοιχεία που χρησιμοποιώ στην συγγραφή.

Μ.Γ.: Η συγγραφή πότε ξεκίνησε για σένα και τι είδους ήταν τα πρώτα γραπτά σου;

Π.Κ.: Ξεκίνησε πρωτόγονα βέβαια και πολύ νωρίς, σχεδόν ταυτόχρονα με το που έμαθα να διαβάζω σωστά και είχε κυρίως τη μορφή ποίησης και μικρών ιστοριών σαν παραμυθάκια τα οποία έγραφα και μετά τα διάβαζα στους γονείς μου και τον αδερφό μου. Θυμάμαι χαρακτηριστικά να είμαι πολύ μικρή και τους γονείς μου να φεύγουν ταξίδι στο εξωτερικό και να με ρωτάνε τι δώρο θέλω να μου πάρουν, για να μου αφήσουν να περνάω την ώρα μου και εγώ να ζητάω ένα στυλό για να γράψω. Θυμάμαι, μάλιστα, και το στυλό που μου πήρε ο μπαμπάς μου που ήταν πορτοκαλί με ένα σκυλάκι στο καπάκι του και ανυπομονούσα να γράψω…

Μ.Γ.: Γράφεις ποίηση, θεατρικά έργα και μυθιστορήματα. Ποιο είδος θεωρείς το πιο αγαπημένο σου και το πιο δύσκολο;

Π.Κ.: Το πιο αγαπημένο μου είναι τα μυθιστορήματα αναμφίβολα για αυτό και ασχολούμαι ως επί το πλείστον με αυτό. Από την άλλη, δυσκολότερο θεωρώ προσωπικά το θεατρικό έργο, καθώς καλείσαι σε σύντομη διάρκεια, με σεναριακό τρόπο να αποτυπώσεις μια ολοκληρωμένη ιστορία και να μεταφέρεις μια ατμόσφαιρα. Και όλα αυτά, έχοντας στο μυαλό σου πως πρέπει αυτά να είναι ευέλικτα να τα πλάσει ένας σκηνοθέτης με τη δική του ματιά και να μπορεί να τα ζωντανέψει χωρίς να χαλάσει η ουσία.

Μ.Γ.: Τι αποτελεί για σένα πηγή έμπνευσης για τις ιστορίες που γράφεις;

Π.Κ.: Συνήθως ένας τόπος και η αύρα του. Μια ιστορία που ακούω ή που φαντάζομαι, μια ισχυρή προσωπικότητα. Κάποιες φορές, βέβαια, υπάρχουν και άλλα ερεθίσματα πολύ πιο μικρά ή πιο ανεπαίσθητα, όπως το συναίσθημα που μου προκαλεί ένα τραγούδι, μια εικόνα στη φύση ή ακόμα και μία ώρα της ημέρας ή της νύχτας που θα με κάνει να ονειροπολήσω.

Μ.Γ.: Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο σου «Δεκατρία μπαλώματα». Σε τι είδους μπαλώματα αναφέρεται;

Π.Κ.: Τόσο κυριολεκτικά όσο και αλληγορικά. Η ηρωίδα μου, με αφορμή την τέχνη του μπαλώματος που μαθαίνει στο σπίτι του πατέρα της, στη Μυτιλήνη, από μια μοδίστρα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, καταλαβαίνει την αξία του μπαλώματος. Αυτό που μέχρι τότε της φαινόταν ανούσιο, μαθαίνει πως είναι ένα συνήθειο που γίνεται από επιλογή και όχι από ανάγκη, καθώς στα καλά σπίτια μπαλώνανε τα ρούχα τους και τα υφαντά τους απασχολώντας μια μοδίστρα μέσα στο σπίτι για αυτό τον σκοπό. Έτσι ξεκινάει μια διαδικασία σκέψης πάνω στην ενέργεια αυτή η οποία καταλήγει στην αλληγορία του μπαλώματος και στην ανάγκη να τροποποιήσει καταστάσεις ήδη υπάρχουσες που δεν την ικανοποιούν. Με απλά λόγια, η ηρωίδα μου ξεκινά ένα ταξίδι στο οποίο αποτάσσει τους φόβους της, πιστεύει στον εαυτό της και στην δύναμη της να «μπαλώσει» οτιδήποτε της στέκεται εμπόδιο στην ζωή της.

Μ.Γ.: Η ηρωίδα σου, Νόρα, χρησιμοποιεί τα μπαλώματα προκειμένου ν’ αλλάξει γεγονότα της ζωής της. Τι συμβολίζουν τα μπαλώματα;

Π.Κ.: Συμβολίζουν αυτό που προείπα καταρχάς. Την πίστη στις δυνάμεις μας και στην δυνατότητα να επιλέγουμε στη ζωή μας πώς θα αντιμετωπίσουμε τις καταστάσεις. Συμβολίζουν τις δεύτερες ευκαιρίες που δίνουμε σε πράγματα, ανθρώπους, καταστάσεις. Συμβολίζουν τις ημέρες στη ζωή μας που μας καθορίζουν και που μας ολοκληρώνουν και που τις θυμόμαστε. Συμβολίζουν τις επιλογές που καμιά φορά δεν τις βλέπουμε, αλλά μπορούμε να τις δημιουργήσουμε.

Μ.Γ.: «Η μεγάλη χαρά έρχεται όταν αποφεύγουμε τα χειρότερα», απευθύνει η Λιόλια στη Νόρα. Η μη λύπη θεωρείται χαρά;

Π.Κ.: «Το μη χείρον βέλτιστο». Υπάρχει αλήθεια σε αυτό το ρητό και πολύ απλά μπορεί να σημαίνει πως η αισιοδοξία αντλείται ακόμα και όταν αποφεύγονται τα χειρότερα και όχι μόνο όταν συμβαίνει κάτι καλό όπως το έχουμε συνηθίσει.

Μ.Γ.: Τι είδους «μπάλωμα» ήταν η σχέση της Νόρας με τον Άρη;

Π.Κ.: Ήταν το «μπάλωμα» με το οποίο προσπάθησε να προτάξει ανάστημα απέναντι στον αδελφό της. Ένα μπάλωμα διεκδίκησης του αναφαίρετου δικαιώματος της να αγαπήσει κατά δική της βούληση. Ένα μπάλωμα με αντίτιμο βέβαια και αυτό, καθώς όταν ενεργείς πάνω σε βρασμό συναισθημάτων ή με λάθος κριτήρια, η βούλησή σου μπορεί να σε οδηγήσει σε λάθος επιλογές και μονοπάτια. Το μάθημα από αυτό το μπάλωμα που πήρε η Νόρα, κατά τη γνώμη μου, είναι πως ερωτεύεσαι για να ικανοποιήσεις τις δικές σου προσδοκίες και όχι για να αντιταχθείς στις προσδοκίες των άλλων.

Μ.Γ.: «… το μυαλό της τρεφόταν από το απαγορευμένο. Τη γέμιζε η απιστία», αναφέρεις για τη Νόρα. Τι επιδίωκε η Νόρα μέσα από την απιστία;

Π.Κ.: Να αποκτήσει υπόσταση, να εκδικηθεί, να «μεγαλώσει» στα μάτια του αδελφού της, να προκαλέσει, να νιώσει έντονα, να δείξει στον εαυτό της ότι αποφασίζει η ίδια για την μοίρα της.

Μ.Γ.: Η σκληρή στάση του αδερφού της Νόρας δικαιολογούσε κάθε της συμπεριφορά, όπως πίστευε η ίδια;

Π.Κ.: Η ίδια πίστευε πως ναι, για αυτό και συχνά δεν είχε τύψεις. Αυτό που έλειπε στην Νόρα όπως όμως και στον αδελφό της, ήταν η ικανότητα να διαβάσουν πίσω από τις λέξεις, να αφουγκραστούν το πραγματικό συναίσθημα μεταξύ τους και όχι να στέκονται στις συμπεριφορές που προέκυπταν από τις άμυνες και τους πληρωμένους εγωισμούς. Η Νόρα, ως νόθα, είχε μία περίεργη ιδιοσυγκρασία: ενώ αντιλαμβανόταν τον εαυτό της ως θύμα κάποιες φορές και σε αυτό το βωμό δικαιολόγησε πράξεις της, ταυτόχρονα υπήρχαν φορές που αντιδρούσε σαν θύτης νομίζοντας πως το δικαιούται. Το ίδιο βέβαια και ο αδελφός της, και για αυτό η συμβίωσή τους ήταν σχεδόν αδύνατη.

Μ.Γ.: «Η προσωπικότητά μας πρέπει να καθρεφτίζει το πως αισθανόμαστε για όσους αγαπάμε. Και όχι το πώς αισθανόμαστε γι’ αυτούς που μας πλήγωσαν», λέει η Μπελελένα στη Νόρα. Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να το εφαρμόζουν οι άνθρωποι;

Π.Κ.: Στην καθημερινότητα είναι πολύ δύσκολο, διότι οι πράξεις μας ορίζονται εξίσου από τα θετικά συναισθήματα όσο και από τα αρνητικά. Η προσωπικότητά μας όμως στο βαθμό που έχουμε τη δυνατότητα να την διαμορφώσουμε εμείς και να την βελτιώσουμε, πιστεύω πως πρέπει να διέπεται από αυτό το χαρακτηριστικό και αυτή την προσπάθεια. Όπως γράφω και στην αφιέρωση του βιβλίου στην αρχή, «είναι υπέροχο ταξίδι ο κόπος» και εφαρμόζεται για μένα παντού.

Μ.Γ.: «Σε πλανεύει για λίγο και σε κάνει να νιώθεις παντοδύναμος» γράφεις για την εκδίκηση. Ποιο είναι το πραγματικό αποτέλεσμα της εκδίκησης;

Π.Κ.: Συνήθως το να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος που δεν αφήνει τους ανθρώπους να εξελιχθούν και να συνεχίσουν. Επειδή είναι ένα από τα πιο έντονα συναισθήματα αυτό που κυριεύει τον άνθρωπο που εκδικείται, καθώς είναι το μίγμα θυμού, φόβου, επιβίωσης και αδικίας, είναι δύσκολο να το τιθασεύσει κανείς και να σταματήσει τη φόρα που έχει. Όμως στην πραγματικότητα είναι μεγάλη δαπάνη ενέργειας και συναισθηματικού φορτίου που εξουθενώνει και το αποτέλεσμά του δεν είναι αρκετό για να ικανοποιήσει. Τέλος, η στόχευση όλου του δυναμικού ενός ανθρώπου προς την κατεύθυνση της εκδίκησης αφαιρεί κάθε άλλη ευκαιρία για ψυχική ανάταση και εξέλιξη.

Μ.Γ.: «Ο Στρατής είναι φυλακισμένος», αναφέρει η Λιόλια για τον άντρα της. Ποια ήταν η «φυλακή» του Στρατή;

Π.Κ.: Ο ίδιος του ο εαυτός και ο εγωισμός του, που έχει φθαρεί πια και μοιάζει παράταιρος. Μία φυλακή της οποίας τα σίδερα έχουν ανοίξει πια, αλλά ο ίδιος επιμένει να μένει εκεί και να μην βλέπει πως ο δρόμος για την ελευθερία του είναι ανοιχτός.

Μ.Γ.: Η Νόρα «μπάλωσε τον θάνατο». Τι ήθελε να πετύχει;

Π.Κ.: Να μην πονάει. Ξεκάθαρα. Το μερίδιο της Νόρας στον πόνο ήταν περισσότερο από όσο μπορούσε να αντέξει, κυρίως επειδή ήρθε το περισσότερο μαζεμένο σε τρυφερή ηλικία που δεν μπορούσε να το ξεπεράσει. Και επειδή το πένθος την βρήκε καταρχήν όταν ήταν παιδί, ένιωθε αφενός ανίσχυρη όπως την πρώτη φορά που το βίωσε, αφετέρου ανέτοιμη να το βιώσει ξανά. Έτσι, δεδομένου ότι είχε μάθει να μπαλώνει και να θωρακίζει τον εαυτό της με αυτό τον τρόπο, κατάφερε να μπαλώσει και αυτό.

Μ.Γ.: Πηνελόπη, μέσα σε 300 σελίδες περιγράφεις τη ζωή της Νόρας από τη στιγμή που γεννήθηκε. Υπάρχουν πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα στην ιστορία σου, ή αποτελεί εξ ολοκλήρου μυθοπλασία;

Π.Κ.: Υπάρχουν πολλά πραγματικά γεγονότα, όλα τα ιστορικά στοιχεία και τα λαογραφικά είναι απολύτως αληθινά. Και η ηρωίδα όμως είναι εμπνευσμένη από πραγματικό πρόσωπο. Όλα τα υπόλοιπα, όμως, η ιστορία, οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές, η εξέλιξη και η σύνδεση ανάμεσα σε όλα τα γεγονότα που προανέφερα είναι αποτέλεσμα μυθοπλασίας.

Μ.Γ.: Η Νόρα μπαλώνει τα θλιβερά της ζωής της. Ίσως καθένας από εμάς κάνει το ίδιο με κάποιο τρόπο. Τα μπαλώματα έχουν πάντα αντίτιμο, όπως στη ζωή της Νόρας;

Π.Κ.: Ναι, αν και δεν είναι πάντα κακό όπως το φανταζόμαστε να σημαίνει ένα αντίτιμο. Έχουν το αντίτιμο που έχει κάθε επιλογή στη ζωή μας που κάνουμε, μιας και τελικά τα μπαλώματα είναι επιλογές. Απλώς καμία φορά δεν μπορούμε να φανταστούμε το αντίτιμο όπως συχνά συμβαίνει.

Μ.Γ.: Αφού σε ευχαριστήσω και σου ευχηθώ καλοτάξιδο το βιβλίο σου, θα σου ζητήσω να κλείσεις, αυτή τη συνέντευξη, με μια αγαπημένη σου φράση μέσα από το βιβλίο.

Π.Κ.: Λοιπόν θα διαλέξω την αφιέρωση παρόλο που δεν αποτελεί μέρος του βιβλίου γιατί είναι και ένα από τα μηνύματα που μας δίνει αυτή η ιστορία… Γιατί θέλει κόπο πολύ να έχεις κάτι δικό σου και είναι υπέροχο ταξίδι ο κόπος αυτός…

* Το βιβλίο «δεκατρία μπαλώματα» της Πηνελόπης Κουρτζή κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

* Η φωτογράφιση πραγματοποιήθηκε στο Common Secret Cafe, Λεωφ. Κηφισίας 324, Νέα Ερυθραία.

Βιογραφικό

Η Πηνελόπη Κουρτζή γεννήθηκε στην Άρτα και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Βιοτεχνολογία και εργάστηκε επί σειρά ετών στον ιδιωτικό τομέα. Σήμερα δραστηριοποιείται στον επιχειρηματικό χώρο και παράλληλα ασχολείται με τη συγγραφή, που αποτελεί και τη μεγάλη αγάπη της. Έχει ταξιδέψει αρκετά, μιλάει τέσσερις γλώσσες και ερασιτεχνικά ασχολείται με το αργεντίνικο τανγκό. Είναι παντρεμένη και έχει έναν γιο. Έχει διακριθεί σε διαγωνισμούς ποίησης και έχει γράψει θεατρικά έργα. Από τις Εκδόσεις Ψυχογιός κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά της Κουμκουάτ – Εκεί που ρίζωσε η αγάπη και Δεκατρία μπαλώματα.

This slideshow requires JavaScript.

.

%d bloggers like this: