ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ

Ως εγγονή του φιλόλογου και συγγραφέα Ιωάννη Θ. Ρώσση και κόρη του Νικόλαου Ρώσση, η Ρένα Ρώσση-Ζαΐρη μύρισε, άγγιξε, ξεφύλλισε, διάβασε βιβλία από τα πρώτα χρόνια της ζωής της.

Έχασε τη μητέρα της σε πολύ μικρή ηλικία, κι ως αντιστάθμισμα, η έλλειψη της μητρικής αγκαλιάς την οδήγησε στον κόσμο της μυθοπλασίας ώστε να δημιουργεί μια φανταστική μητέρα που την φροντίζει, τη νοιάζεται, την αγκαλιάζει, την αγαπάει. Από τότε, η γραφή έγινε η ανάσα της κι εξακολουθεί να παραμένει, με αποτέλεσμα να χαρίζει στο αναγνωστικό της κοινό συγγραφικά διαμάντια.

Δεν ξέρω αν ο Θεός όταν σου παίρνει κάτι, σου δίνει κάτι άλλο, ξέρω όμως σίγουρα, ότι παρέδωσε στους αναγνώστες μία χαρισματική συγγραφέα.

ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Ρένα, δεδομένου ότι ο πατέρας σου ήταν εκδότης, γεννήθηκες μέσα στα βιβλία. Πότε αποφάσισες ότι θέλεις να γίνεις συγγραφέας;

ΡΕΝΑ ΡΩΣΣΗ-ΖΑΪΡΗ: Στη γραφή με ώθησε η πληγωμένη παιδική μου ηλικία. Γιατί προτού προλάβω να γνωρίσω τη μητέρα μου, εκείνη έφυγε για ένα ταξίδι χωρίς γυρισμό. Για πολλά χρόνια, στην προσπάθειά μου να νιώσω τη μητρική αγάπη και την ασφάλεια, που τόσο μου έλειπε, έκλεινα τα μάτια κι έφτιαχνα με τη φαντασία μου μια μαμά για μένα, μια ολοζώντανη μητέρα που με αγκάλιαζε σφιχτά, που μου έφτιαχνε τηγανητές πατάτες, που με φιλούσε συνέχεια. Έκανα δηλαδή συνεχείς ασκήσεις φαντασίας. Μέχρι που τα συναισθήματα άρχισαν να «ξεχειλίζουν» από μέσα μου, μέχρι που βρήκαν τελικά διέξοδο στο χαρτί και τις λέξεις.
Έγραφα από μικρούλα, έγινα νηπιαγωγός για να είμαι κοντά στα παιδιά, έγραφα για εκείνα βιβλία παιδικά και μετά βούτηξα στον χώρο των ενηλίκων. Απ’ όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, γράφω… Δεν ήταν απλά απόφαση, ήταν και είναι τρόπος ζωής.

Μ.Γ.: Παππούς σου ήταν ο επιφανής φιλόλογος και συγγραφέας Ιωάννης Θ. Ρώσσης. Πόσο σε βάραινε αυτή η κληρονομιά, όταν αποφάσισες να εκδώσεις τα δικά σου βιβλία; Φοβήθηκες τη σύγκριση;

Ρ.Ρ.-Ζ.: Τον παππού μου δεν τον γνώρισα, πέθανε πολλά χρόνια πριν γεννηθώ εγώ. Στο γυμνάσιο και στο λύκειο ήταν οι φιλόλογοι που δε με άφηναν να τον ξεχάσω. Ως εγγονή του, έπρεπε να είμαι πρώτη στα θεωρητικά μαθήματα. Ευτυχώς που μου άρεσαν πολύ και ευτυχώς που ο παππούς μου δεν ήταν επιφανής μαθηματικός! Όταν άρχισα να γράφω κι εγώ, όχι, δεν φοβήθηκα τη σύγκριση. Νιώθω περηφάνια για τον παππού μου, αλλά ταξιδεύω σε διαφορετικά μονοπάτια γραφής.

Μ.Γ.: Ποια ήταν τα πρώτα λογοτεχνικά σου αναγνώσματα;

Ρ.Ρ.-Ζ.: Ο πατέρας μου, ο Νικόλαος Ρώσσης, ήξερε πόσο πολύτιμο είναι το βιβλίο, μου αγόραζε πολλά βιβλία, διάβαζε και ο ίδιος. Τα παιδιά μιμούνται. Έτσι το διάβασμα έγινε για μένα τρόπος ζωής. Η συγγραφέας που αγαπούσα πολύ ήταν η Πηνελόπη Δέλτα και ιδιαίτερα το βιβλίο της, «Παραμύθι χωρίς όνομα». Μια συναρπαστική αλληγορική ιστορία που με ξετρέλαινε, που μου χάριζε το μήνυμα πως η ελπίδα πάντα ανθίζει. Αγαπούσα πολύ το στυλ της γραφής της, τα συναισθήματα που ζωντάνευε. Με έκανε να ονειρεύομαι, να θέλω να γίνω συγγραφέας κι εγώ. Η Δέλτα είναι σημείο αναφοράς της παιδικής μου ηλικίας, μεγάλωσα παρέα της. Οι περιγραφές της με ενθουσίαζαν, γινόμουν κι εγώ μικρή ηρωίδα μέσα σε κάθε της βιβλίο.

Μ.Γ.: Έχεις γράψει πολλά βιβλία, παιδικά και μυθιστορήματα. Πόσο χρόνο διαθέτεις στη συγγραφή;

Ρ.Ρ.-Ζ: Η γραφή είναι η ανάσα μου. Γράφω καθημερινά, όλο τον χρόνο, ζω γράφοντας. Διαθέτω πέντε με έξι ώρες την ημέρα, μπορεί και παραπάνω. Αλλά ακόμα κι όταν δεν γράφω στο κομπιούτερ μου, «γράφω» μέσα μου, ζω παρέα με τους ήρωές μου.

Μ.Γ.: Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο σου «Θάλασσα φωτιά». Πότε η θάλασσα γίνεται φωτιά ή το αντίστροφο;

Ρ.Ρ.-Ζ.: Ο τίτλος αναφέρεται στον Ορέστη, τον γοητευτικό, σεμνό, απροσπέλαστο ήρωά μου και την ευαίσθητη και συνάμα δυναμική, Ηλιάνα, που πέρασαν μέσα από μια «Θάλασσα φωτιά», μέχρι να καταφέρουν να βρεθούν σε μια ήρεμη θάλασσα που να αντικατοπτρίζει την ένωσή τους. «Θάλασσα Φωτιά», συμβολίζει τη ζωή και την αγάπη. Γιατί η φωτιά γεννάει το φως. Το φως γεννάει την αγάπη. Η θάλασσα γεννάει τη ζωή… Και γιατί, θέλοντας και μη, όλοι μας βουτάμε σε μια «θάλασσα φωτιά», μέχρι να αγγίξουμε την ευτυχία και τη γαλήνη που μας αξίζει. Η θάλασσα δεν γίνεται φωτιά ή το αντίστροφο. Είναι δεμένα άρρηκτα στην πορεία της ζωής μας.

Μ.Γ.: Υπήρξε κάποια αφορμή που σου ενέπνευσε το θέμα του βιβλίου;

Ρ.Ρ.-Ζ.: Λίγα χρόνια πριν, ένα καλοκαίρι σε ένα από νησιά του Αιγαίου, εντυπωσιάστηκα από ένα μεγάλο πολυτελέστατο γιοτ που άραξε στο λιμάνι κι έκανε τα βλέμματα όλων να στραφούν πάνω του. Δίπλα στο γιοτ, στην προκυμαία, έπαιζαν ξυπόλυτα παιδάκια, παιδιά προσφύγων… Αυτό ήταν. Μια στιγμή, ένα κοίταγμα. Κι ο χρόνος σταμάτησε να μετράει για μένα. Και τότε, έτσι στα ξαφνικά, ταξίδεψα μέχρι το Αφγανιστάν, στη ζωή του μικρούλη Τζαμάλ. Και βούτηξα σε μια «Θάλασσα φωτιά», στην ιστορία της ζωής του Ορέστη και της Ηλιάνας.

Μ.Γ.: Υπάρχουν πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα στο βιβλίο σου ή αφορά εξ’ ολοκλήρου μυθοπλασία;

Ρ.Ρ.-Ζ.: Εγκαταλελειμμένα παιδιά, παιδιά θύματα του πολέμου, υιοθετημένα, παιδιά των ναρκομανών, των προσφύγων… Ωδή στα παιδιά, είναι το «Θάλασσα φωτιά». Πολλά περιστατικά από τη ζωή τους, πολλές ιστορίες που παραθέτω είναι αληθινές. Ένα άρθρο, μια είδηση, μία σημείωση στις εφημερίδες ή στο διαδίκτυο, γίνεται κομμάτι του μυθιστορήματος. Όπως ο μικρός Νικόλας, ο μικρούλης πρόσφυγας, που έγινε ένα με τον Ορέστη. Είναι αληθινή η ιστορία του, την έμαθα από τις εφημερίδες την εποχή που έγραφα το μυθιστόρημα. Και απλά την ακολούθησα. Όπως ο αστυνομικός που κλέβει το πορτοφόλι του νεκρού. Όπως η υποδοχή των προσφύγων στο νησί της Καλύμνου κι άλλα πολλά περιστατικά της καθημερινής μας ζωής, γίνονται ένα με το βιβλίο μου.
Ένας άντρας και μία γυναίκα, δυο άνθρωποι με όλη τη σημασία της λέξης, στάθηκαν για μένα αληθινοί ήρωες όταν θέλησα να ταξιδέψω στο δράμα της προσφυγιάς, στο δράμα που συνεχίζεται ανελέητο. Έμαθα για το έργο που προσφέρουν. Και μαγεύτηκα. Το ίδιο και ο ήρωας μου, ο Ορέστης, που απλά ακολούθησε τα πραγματικά βήματά τους. Όλα τα μυθιστορήματά μου κινούνται ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα που ζούμε. Και πάντα, μα πάντα, παρέα με τους φίλους αναγνώστες μου προσπαθώ να βρω λύσεις, να φτάσω στη λύτρωση.

Μ.Γ.: Οι κύριοι ήρωες του βιβλίου είναι η Ηλιάνα και ο Ορέστης. Μπορείς να μας τους συστήσεις;

Ρ.Ρ.-Ζ.: Παλεύοντας να ανακαλύψω αν υπάρχει μέλλον για τα παιδιά που μεγαλώνουν χωρίς γονείς ή ακόμα και τα παιδιά που μεγαλώνουν με γονείς αδιάφορους, ζωντάνεψα τον Ορέστη και την Ηλιάνα. Ο Ορέστης… πόσο καλά τον ήξερα. Είμαι εγώ. Ένα παιδί σαν κι εκείνον που μεγαλώνει χωρίς μητέρα. Ήξερα καλά τι ένιωθε, ήξερα τόσο καλά την πάλη που γινόταν μέσα του. Ακόμα και τις αναμνήσεις, τις θολές τις μνήμες από μια τόσο τρυφερή ηλικία. Ο Ορέστης χωρίς να το ξέρει ψάχνει τη μητέρα του, μέσα από τα αρώματα της καρδιάς του. Ένα παιδί που μεγαλώνει χωρίς μάνα, την αναζητεί πάντα. Το ίδιο κι εγώ, είμαι μεγάλη, αλλά την ψάχνω πάντα μέσα στην καρδιά, στο μυαλό, στις αναμνήσεις που είχα και δεν είχα από εκείνη, αφού την έχασα πολύ μικρούλα. Κι ο Ορέστης, όπως κι εγώ, καταφέρνει να μεταμορφώσει την απώλειά του σε αγκαλιά, περιχαρακώνεται, παθιάζεται με το επάγγελμά του, είναι ευάλωτος, παλεύει να αγαπήσει τον εαυτό του και να τον σεβαστεί, να νιώσει ασφάλεια και, το κυριότερο, να ανακαλύψει την αληθινή αγάπη.
Η Ηλιάνα μεγαλώνει με γονείς αδιάφορους που ενδιαφέρονται μονάχα για τον εαυτό τους. Στην ουσία μεγαλώνει μόνη της. Κάνει κι αυτή πολλά, άπειρα λάθη, παραπαίει, πληγώνεται και πληγώνει, αλλά μαθαίνει μέσα από τα λάθη της, δυναμώνει, ανοίγει τα φτερά της και πετάει…

Μ.Γ.: Τι ήταν αυτό που φοβόταν η Ηλιάνα και απέφευγε τη δέσμευση;

Ρ.Ρ.-Ζ.: Η βασική αιτία ήταν ο φόβος της απόρριψης, της απώλειας, της αποτυχίας. Κι είχε τόσο άσχημες εμπειρίες από δεσμούς που την πλήγωσαν. Δεν είναι δυνατόν να κάνουμε όμως μια σωστή σχέση, αν δεν έχουμε καταλάβει τον εαυτό μας πρώτα, αν δεν τον έχουμε αποδεχτεί, σεβαστεί, αγαπήσει. Κι η Ηλιάνα πάλεψε πολύ για να το καταφέρει αυτό.

Μ.Γ.: Τι επιζητούσε ο Ορέστης στις γυναίκες (Σεσίλ, Νάντια, Χρύσα) που επέλεγε ως ερωτικές συντρόφους;

Ρ.Ρ.-Ζ.: Με κάθε ερωτική του σύντροφο ήταν διαφορετικά τα κριτήριά του. Με την Σεσίλ βίωσε για πρώτη φορά το ερωτικό πάθος και πληγώθηκε, με την Νάντια πάλεψε να εκδικηθεί τον πατέρα του, με την Χρύσα, ήρθε για πρώτη φορά αντιμέτωπος με τον κεραυνοβόλο έρωτα. Αυτό που ήθελε βαθιά μέσα του όμως ήταν να αγαπηθεί και να αγαπήσει αληθινά, να νιώσει ασφάλεια, να ανακαλύψει ένα απάνεμο λιμάνι.

Μ.Γ.: Πού οφειλόταν η ερωτική εμμονή του Άλκη με την Ηλιάνα;

Ρ.Ρ.-Ζ.: Ο Άλκης δεν είχε ερωτευτεί απλά την Ηλιάνα. Είχε πάθει εξάρτηση μαζί της. Η εμμονή σε μια σχέση είναι βασανιστική και δεν βασίζεται σε μια αμοιβαία και υγιή αγάπη. Προκαλεί αφόρητο ψυχικό πόνο. Ο Άλκης είχε χάσει τον συναισθηματικό έλεγχό του. Η Ηλιάνα ήταν τα πάντα γι’ αυτόν, ήταν η ίδια του η ανάσα. Κάποιοι άνθρωποι τείνουν να εξιδανικεύουν και να δίνουν απίστευτη αξία σε αυτόν που δεν μπορούν να έχουν ερωτικά. Αδυνατούν να εγκαταλείψουν τους ανθρώπους που τους απορρίπτουν. Είναι μια ψυχολογική διαταραχή και χρειάζεται επαγγελματική βοήθεια.

Μ.Γ.: «Πόσο πρέπει να πονέσουμε άραγε για να αποκτήσουμε εμπειρίες και την αίσθηση των σοφών αποφάσεων, των σοφών επιλογών;», ρωτάς σε κάποιο σημείο του βιβλίου και το ίδιο σε ρωτώ κι εγώ.

Ρ.Ρ.-Ζ.: Στην πορεία της ζωής μας είναι δύσκολο, έως αδύνατο, να μην κάνουμε λάθη. Να μην πληγώσουμε ή να μην πληγωθούμε. Μέσα από τις εμπειρίες μας, καλές ή κακές, αποκτούμε σοφία και σιγά-σιγά μαθαίνουμε να κάνουμε τις σωστές επιλογές. Τα λάθη μας είναι αυτά που μας μαθαίνουν να επιμένουμε, να είμαστε δημιουργικοί και πρωτότυποι. Δυστυχώς, μερικοί άνθρωποι δεν μαθαίνουν μέσα από τα λάθη τους, τα επαναλαμβάνουν κι έτσι ταλαιπωρούνται συνέχεια. Όση περισσότερη σοφία αποκτήσουμε μέσα από τις εμπειρίες μας, τόσο λιγότερο πληγωνόμαστε και στο μέλλον…

Μ.Γ.: «Μήπως τελικά η ζωή είναι ένα μονοπάτι στρωμένο με τα λάθη μας;», ρωτάς σε άλλο σημείο. Τι είναι τα λάθη στη ζωή ενός ανθρώπου;

Ρ.Ρ.-Ζ.: Άπειρα τα λάθη μας: «χαρίζουμε» τον εαυτό μας σε ανθρώπους που δεν το αξίζουν. Μένουμε κολλημένοι στο παρελθόν. Βάζουμε τις ανάγκες των άλλων σε προτεραιότητα. Κρυβόμαστε από τα προβλήματά μας. Δεν σεβόμαστε τον εαυτό μας, του λέμε συνέχεια ψέματα… κι άλλα λάθη, λάθη πολλά. Ένα μονοπάτι στρωμένο με λάθη μας, είναι η ζωή μας. Κι όμως είναι πολύτιμα αυτά τα λάθη. Δεν μπορούμε να το πιστέψουμε, αλλά είναι τα «βραβεία» μας. Τα λάθη μάς βοηθούν να μάθουμε τη ζωή, να αποκτήσουμε εμπειρίες. Γιατί τελικά κάθε επιτυχία εμπεριέχει ένα μονοπάτι στρωμένο με αποτυχίες. Και κάθε αποτυχία οδηγεί στην επιτυχία.

Μ.Γ.: «Πιστεύω πως τα όνειρά μας είναι η δύναμή μας», αναφέρει η Σεσίλ. Εσύ τι πιστεύεις; Είναι δύναμη ή αδυναμία κι ως πού μπορούν να μας οδηγήσουν;

Ρ.Ρ.-Ζ.: Πιστεύω πως τα όνειρά μας είναι η δύναμή μας, είναι η ανάσα μας, οι στόχοι μας. Είναι η ίδια η ελευθερία μας. Μας βοηθούν να ρισκάρουμε, να νιώσουμε, να αλλάξουμε, να αγαπήσουμε, με μια λέξη να ζήσουμε. Να φτάσουμε μέχρι τ’ αστέρια! Αλίμονο στους ανθρώπους που δεν ονειρεύονται!

Μ.Γ.: Τι πιστεύεις για τον έρωτα, είναι εθισμός πανίσχυρος όπως σκέφτεται ο Άλκης του βιβλίου;

Ρ.Ρ.-Ζ.: Το «Θάλασσα φωτιά» είναι ένα βιβλίο που τραγουδάει τη ζωή. Αγκαλιάζει τους ήρωες που ξέρουν να γελάνε, να χαίρονται, να πληγώνονται. Αλλά και να κλαίνε. Γιατί τελικά ο έρωτας κι η φωτιά καίνε με το ίδιο πάθος. Κι ο Άλκης είναι ένας ήρωας που αγάπησα τόσο πολύ. Κάηκε κι αυτός από τον έρωτα, έκλαψε για χάρη του, πάλεψε μέχρι εσχάτων… Αχ, ο έρωτας εθισμός πανίσχυρος είναι, μετακινεί βουνά. Μας παρασύρει, μας μεταμορφώνει, μας επαναπροσδιορίζει, μας αποπροσανατολίζει. Είναι η αναγέννηση και η αυτοκαταστροφή μας. Είναι μοναδικός, ανυπέρβλητος. Σαν τον Νίκο Καζαντζάκη, πιστεύω κι εγώ πως είναι η αναπνοή του Θεού πάνω στη γη.

Μ.Γ.: Ρένα, είσαι αγαπημένη συγγραφέας χιλιάδων αναγνωστών. Πως εισπράττεις αυτή την αποδοχή;

Ρ.Ρ.-Ζ.: Ένα μόνο ζήτησα από τον Θεό όταν κατάλαβα τον εαυτό μου: να πάρω και να δώσω αγάπη. Κι αυτή την αγάπη την εισπράττω καθημερινά από την οικογένειά μου και από τους τόσους πολλούς φίλους και φίλες αναγνώστες μου. Μου γράφουν απίστευτα πράγματα, με κάνουν να βουρκώνω, μου χαρίζουν αρκουδάκια, λουλούδια και το κυριότερο με αγκαλιάζουν, με φιλούν, με ονομάζουν «Ρένα της καρδιάς τους». Η συναισθηματική ανταπόκρισή τους είναι ένα από τα μεγαλύτερα, τα πολυτιμότερα βραβεία της ζωής μου. Προσπαθώ κι εγώ καθημερινά, γράφοντας, να τους χαρίσω αγάπη, να μην τους απογοητεύσω ποτέ. Παλεύω να κάνω πραγματικότητα τα λόγια του λατρεμένου Καζαντζάκη:
«Δεν πρέπει να τελεύει το μεροκάματο ο συγγραφέας, δεν πρέπει να μαζεύει τα σύνεργά του, αν δεν είναι σίγουρος πως δεν έχει ακουμπήσει έστω κι ένα λιθαράκι, για να χτιστεί πάνω στην άβυσσο ένα νησί…»

Μ.Γ.: Αφού σ’ ευχαριστήσω και σου ευχηθώ καλοτάξιδο το βιβλίο σου, θα σου ζητήσω να κλείσεις αυτή τη συνέντευξη με μια αγαπημένη σου φράση μέσα από το βιβλίο.

Ρ.Ρ.-Ζ.: Ένα μεγάλο, ένα τεράστιο ευχαριστώ κι από μένα για τις τόσο καίριες ερωτήσεις. Υπάρχει μια πολύ αγαπημένη μου φράση μέσα στο «Θάλασσα φωτιά», που με εκφράζει απόλυτα: «Η γλώσσα της καρδιάς δεν έχει ανάγκη από λέξεις, είναι γραμμένη στα μάτια».

*Το βιβλίο «Θάλασσα φωτιά» της Ρένας Ρώσση-Ζαΐρη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Ρένα Ρώσση-Ζαΐρη γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι κόρη του Νικόλαου Ρώσση, των φερώνυμων εκδόσεων, ενώ παππούς της ήταν ο φιλόλογος και συγγραφέας Ιωάννης Θ. Ρώσσης. Αποφοίτησε από το Αμερικανικό Κολέγιο Θηλέων, τη Σχολή Νηπιαγωγών Αθηνών και το Lοndon Montessori Centre. Εργάστηκε ως νηπιαγωγός, αλλά και ως υπεύθυνη εκδόσεων. Έχει γράψει 14 βιβλία για ενηλίκους και πάνω από 150 παιδικά βιβλία. Το 2015 της απονεμήθηκε το Βραβείο Λογοτεχνίας από τον Όμιλο Γυναικών Πειραιά «Εξάλειπτρον» για το συγγραφικό της έργο, σε συνδυασμό με τη μεγάλη απήχησή του και τη διαδραστική της σχέση με τους αναγνώστες της, καθώς και το βραβείο κοινού των βιβλιοπωλείων PUBLIC, στην κατηγορία «Ο πιο ερωτικός χαρακτήρας», για το μυθιστόρημά της ΔΙΔΥΜΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ, το οποίο προβάλλεται σε τηλεοπτική σειρά. Όλα τα μυθιστορήματά της κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ. Είναι παντρεμένη και έχει δύο παιδιά.

Books and Style

Books and Style