ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΝΟ ΜΥΡΜΙΓΓΙΔΗ

Είχε τελειώσει ένα κολέγιο. Απ’ τα πολύ γνωστά και με πολύ καλό βαθμό.

Είχαν περάσει 5 χρόνια περίπου από τότε που πήρε το χαρτί στα χέρια του και ακόμα δεν μπορούσε να βρει δουλειά πάνω στο αντικείμενό του. Είχε πάει σε άπειρες συνεντεύξεις, αλλά το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να δουλεύει ακόμη στο σουβλατζίδικο της γειτονιάς του. Δεν είχε παράπονο, όμως, το μεροκάματο έβγαινε μια χαρά.

Μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνό του. Ήταν ένας θείος του. Του είπε ότι βρήκε μια άκρη σε μία πολυεθνική και μάλιστα η θέση ήταν πάνω στο αντικείμενό του, και ότι η πρόσληψη θα γινόταν επί τόπου. Την επόμενη ημέρα πήγε πρωί πρωί για τη συνέντευξη. Στην αίθουσα αναμονής ήταν μόνος του. Σε λίγο ήρθαν άλλοι δύο. Ήταν αρκετά εξειδικευμένη η θέση και έτσι δεν μαζεύτηκαν πολλά άτομα, ευτυχώς.

«Καλά, μιλάμε είναι γυναικάρα», του είπε ψιθυριστά ο διπλανός του ο οποίος θα έμπαινε δεύτερος για συνέντευξη.

«Δε λες τίποτα!»

Κάποια στιγμή ακούστηκαν φωνές απ’ έξω. Είχαν ληστέψει μια γιαγιούλα. Άφησε την κουβέντα με τον διπλανό και βγήκε αμέσως έξω. Είχε χτυπήσει άσχημα, η κακομοίρα, και δεν μπορούσε να σηκωθεί. Δεν πήγε ούτε ένας να βοηθήσει. Έκατσε μαζί της μέχρι που ήρθε το ασθενοφόρο. Είχε περάσει κάμποση ώρα. Απ’ το κτίριο είδε να βγαίνει ο διπλανός του, λέγοντάς του ότι πήρε τη θέση και πως τώρα θα είχε πολλές πιθανότητες να βγει με την όμορφη που δούλευε στην υποδοχή.

Ας είναι. Τουλάχιστον είχε κάτι αυτή η μέρα. Και ας μην του φάνηκαν χρήσιμες για ακόμη μια φορά οι γνώσεις του κολεγίου. Το βράδυ, άλλωστε, τον περίμενε η δουλειά του.

.

%d bloggers like this: