ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΑΝΑ ΖΑΧΑΡΗ

Τα τέσσερα στοιχεία, τα τέσσερα στοιχειά… Προμηθέας, φέρνει στον άνθρωπο τη φωτιά της γνώσης. Τίμημα η Πανδώρα, θάνατος, δεινά και ελπίδα.
Ηφαίστεια, της μαύρης γης το χτένι, κόκκινο σαν πορφύρα.

Μάνα Γη και Δήμητρα, τέσσερις εποχές, μόχθος, στάχυα, καρποί, προσφορά…
Αμπέλια, μεγάλος θεός ο Διόνυσος, κρασί που ρέει.

Ποσειδώνας με μια τρίαινα που αναταράζει, με μια τρίαινα που γαληνεύει.
Θεοί ποτάμιοι και νεράιδες στις λίμνες. Σαράντα κύματα, σαράντα βότσαλα και αστρονομημένοι καρποί, καρποί που ξενύχτησαν κάτω απ’ τ’ άστρα. Μυστικά των κοριτσιών τα όνειρα κλειδωμένα στο αμίλητο νερό. Στύγα και όρκοι αιώνιοι.

Αίολος και τα δοξαστικά λόγια του Ελύτη: οι σημάντορες άνεμοι που ιερουργούνε, που σηκώνουν το πέλαγος σαν Θεοτόκο, που φυσούν και ανάβουνε τα πορτοκάλια… ο Μαΐστρος, ο Λεβάντες, ο Γαρμπής, ο Πουνέντες, ο Γραίγος, ο Σιρόκος, η Τραμουντάνα, η Όστρια… Ίκαρος, πέταγμα της ψυχής στα φτερά του… Ανεμοτάφια στην Ικαρία.

Φωτιά κόκκινο μαύρο καταστροφή

Κρήτη, Αρκάδι, Σμύρνη, Καππαδοκία.
Παντού ολοκαυτώματα. Πόσο να κοστίζει τάχα η λευτεριά; Και διωγμοί. Ατέλειωτοι διωγμοί. Μια φλόγα σαν λαμπάδα που αφυπνίζει. Μαρτυρική Μεγαλόνησος, μαρτυρική Σμύρνη, μαρτυρική Καππαδοκία. Για να θυμάσαι…

Γη πράσινο αναγέννηση

Ριζοβολάει η μάνα γη. Θέσπισμα ανάμεσα στη γη και τον ουρανό, καλόδεχτη η βροχή ν’ απλώσουν χέρια τα σπαρτά, να γεννήσουν παιδιά κι άλλα παιδιά. Καστανό, σαν φρέσκο χώμα που ανασαίνει. Χλοερό γρασίδι, στάχυα που κουνιούνται στο φύσημα του ανέμου, ζεστό ψωμί. Μανάδες Μακεδονία, Θεσσαλία, Θράκη, Κρήτη.

Νερό μπλε κίνηση

Πηγή ζωής, κλήδoνας, ταξίδι. Τα δώδεκα νησιά χορεύουν, καΐκια πετούν πάνω απ’ το κύμα καλοτάξιδα, ένα ναυτάκι χαιρετά. Το Ανατολικό Αιγαίο κυματίζει σαν σημαία, μπλε και άσπρες ρίγες, τα ιώνια παράλια προσμένουν να την καλοδεχτούν. Θα φτάσει ποτέ;

Αέρας λευκό ανάσα

Αέρινα λευκά λουλούδια, ένα μπουκέτο νυφικό οι Κυκλάδες.
Φουσκώνει τα μάγουλά του ο γραίγος στο Αιγαίο του βορρά και στο άγγιγμά του ανασηκώνονται τα λαμπρά φορέματα των γυναικών της Μακεδονίας στο ράικο.

Λαογραφικά

Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές του Άη Γιάννη απ’ όσα ξέρεις και μου λες, αχ πόσα τέτοια ξέρεις, και μου λες, που ʼχουν πεθάνει, λένε με καημό και νοσταλγία φοβερή οι στίχοι του Μάνου Ελευθερίου.
Για μας, όμως, δεν έχουν πεθάνει. Τα τιμούμε, τα αγαπάμε και τα θυμόμαστε γιατί είναι δικά μας! Έθιμα και θρύλοι, από τα παλιά, τ’ αρχαία τα χρόνια μέχρι τα νεότερα, που ενώνουν στον κύκλο του χρόνου τη λαϊκή ελληνική παράδοση απ’ άκρη σ’ άκρη.

Φωτιά

Οι μνήμες καλά κρατούν στον κρητικό γάμο και ανασύρουν από τα βάθη του χρόνου, με τις μπαλωθιές να πέφτουν από παντού, το μπαρούτι να μυρίζει και τις παλιές μαντινάδες, το πανάρχαιο έθιμο του γάμου δι’ αρπαγής της νύφης.
Στην Κρήτη των ξεσηκωμών, αλλά και της βεντέτας. Ασή Γωνιά κι όπου Γωνιά της Κρήτης, άντρο των παλικαριών και των περήφανων γυναικών, που κράτησαν ψηλά τη σημαία της λευτεριάς.

Δεν είναι παραμύθι, έγινε όμως θρύλος, ένας ματωμένος θρύλος. Τέσσερις μέρες κράτησε η φωτιά με τις υπερμήκεις φλόγες, η πυρκαγιά, το γιαγκίνι που κατάστρεψε όχι μόνο τη Σμύρνη, αλλά ολόκληρο τον ιώνιο ελληνικό πολιτισμό στα παράλια. Είναι τόσο τεράστιο το γεγονός που δεν άφησε αδιάφορη ούτε τη λαϊκή μούσα: σαν της Σμύρνης το γιαγκίνι στο ντουνιά δεν έχει γίνει…

Στην Πέλλα, πάλι, προς τα κει που δύει ο ήλιος στη Μακεδονία, την προπαραμονή των Χριστουγέννων ανάβονται οι μεγάλες πυρές που ανάμεσά τους τρέχουν και φωνάζουν κόλιντα μπάμπω, σφάζουν γιαγιά! Ν’ ακούσουν και να τρέξουν για να σωθεί ο μικρός Χριστός, για να σωθούν τα παιδιά.

Γη

Θεσσαλία. Ο σιτοβολώνας της Ελλάδας. Στις 14 του Σεπτέμβρη, του Σταυρού, ξεκινάει η σπορά. Ο σπόρος πάει στην εκκλησιά να ευλογηθεί. Μαζί του ένα σκόρδο για το κακό το μάτι, ένα καρφί, για να στέκει όρθιο το στάχυ και καρποί ροδιού, να γίνει ο σπόρος μεγάλος σαν του ροδιού. Η 21η του Νοέμβρη πέφτει στη μέση της σποράς κι η Παναγία τότε λέγεται Μεσοσπορίτισσα. Κι έρχεται ο θερισμός. Ο θεριστής με το δρεπάνι κόβει λίγο το χέρι του, να στάξει αίμα, προσφορά-θυσία στη μάνα γη.

Θράκη, το πρώτο νόμισμα, το ορυκτό αλάτι, αυτό που βγαίνει από τα έγκατα της γης, αυτό που συντηρεί το κρέας και δίνει τροφή τους παγωμένους μήνες. Μ’ αυτό οι Θράκες έστησαν εμπορικούς σταθμούς, μερικές από τις σημαντικές σημερινές πόλεις της Ευρώπης. Μια γειτονιά ο κόσμος.

Στης Κρήτης τους ελαιώνες έχει στηθεί μεγάλο γλέντι στα πωμαζωχτίκια, στο τέλος της συγκομιδής και τότε προσφέρουν τη λαδωτή πίτα, ζυμωμένη με πετιμέζι.
Γεμάτες οι στάμνες λάδι οδεύουν στην εκκλησία κι άμα φουρτουνιάσει η θάλασσα, ρίχνουν σταγόνες από το ευλογημένο και το νερό ημερεύει.
Εκεί, το ελαιοδάκρυ, το κόμμι της ελιάς, λέγεται και δάκρυ της Παναγίας, αφού ακουμπισμένη η μάνα στον κορμό μιάς ελιάς είδε το παιδί της να πεθαίνει στο σταυρό.

Νερό

Στα αιγαιοπελαγίτικα πηγάδια είναι μια ώρα τη νύχτα που το στοιχειό του νερού κοιμάται. Μην το ξυπνήσεις και το ταράξεις, θα σου πάρει το νου. Άλλοτε μοιάζει με αράπη κι άλλοτε με όμορφη γυναίκα, όπως και να ‘ναι ωστόσο παραμένει παντοδύναμο κι αν το βρεις στις καλές του, σου δίνει και το θησαυρό που κρύβεται στο πηγάδι!
Αχ, Ελλάδα, γεμάτη παραμύθια και θρύλους!

Μα, τούτο δεν είναι παραμύθι κι όμως τώρα πια μόνο σαν παραμύθι μπορούμε να το πούμε…
Μια φορά, λοιπόν, κι ένα καιρό, στη γη των όμορφων αλόγων, όπως ονόμασαν οι Πέρσες την Καππαδοκία, ήταν η νύφη της βροχής. Ένα κορίτσι, ντυμένο με κουρέλια, που έπρεπε να είναι ορφανό, για να το λυπηθεί η κυρά-βροχή και να έρθει, να ποτίσει τη στεγνή ηφαιστειακή γη και τις πέτρινες πόλεις, γυρνούσε μ’ ένα κόσκινο από πόρτα σε πόρτα. Οι νοικοκυρές έριχναν νερό στο κόσκινο, ώστε όπως διαχέεται το νερό από τις τρύπες, έτσι να πέφτει και η βροχή λέγοντας ένα τραγούδι που η επωδός του ήταν «δώσε, Θεέ μου, δώσε».

Στη Μακεδονία, όμως, το κορίτσι ήταν στολισμένο με πρασινάδες και λουλούδια, η Μαρουδίτσα, μια και η Μαρουδίτσα συμβολίζει την άνοιξη κι έτσι λέμε και το πανέμορφο έντομο με το κόκκινο χρώμα και τις μαύρες βούλες, την πασχαλίτσα! Τη γυρνάγανε παντού, την έβρεχαν και της τραγουδούσαν: Μαρουδίτσα περπατεί, το θεό παρακαλεί, για να ρίξει μια βροχή, μια βροχή καλή βροχή.

Η 1η του Σεπτέμβρη στα Δωδεκάνησα, ονομάζεται «αρχιχρονιά» και την αρχή αυτής της παράδοσης θα τη βρούμε πίσω στα ρωμαϊκά τα χρόνια. Οι γυναίκες και τα παιδιά κατεβαίνουν στη θάλασσα πριν φέξει και πετούν τους «αστρονομημένους» καρπούς, που να τους έχουν δει δηλαδή τα άστρα μια ολόκληρη νύχτα και τους φύλαγαν ένα χρόνο στο εικονοστάσι. Ρόδι για την αφθονία, σκόρδο για τη βασκανία, φύλλα πλάτανου και ελιάς για μακριά ζωή και σταφύλια, σύμβολο χαράς, με την ευχή η θάλασσα να πάρει μαζί της κι όλα τα κακά.
Οι νέοι καρποί βρέχονται από σαράντα κύματα. Έπειτα βρέχουν με θαλασσινό νερό τα πρόσωπά τους, παίρνουν σε δοχεία νερό από σαράντα κύματα να ραντίσουν τα σπίτια και σαράντα βότσαλα που θα σκορπίσουν στις γωνιές του σπιτιού.

Αέρας

Είναι 15 Αυγούστου του 1309. Έξω από το λιμάνι της Ρόδου, το μελτέμι φουσκώνει τα πανιά με τον περίτεχνο σταυρό στο κέντρο, τα καράβια μπαίνουν περήφανα στο λιμάνι και οι ιππότες του τάγματος των Ιωαννιτών με επικεφαλής τον Μεγάλο Μάγιστρο Φουλκ ντε Βιγιορέτ, καταλαμβάνουν το νησί. Θα παραμείνουν σ’ αυτό επί δύο αιώνες σαν ιππότες της Ρόδου πια. Το 1522 το νησί γνωρίζει μια τρομερή επίθεση από τον Σουλεϊμάν το Μεγαλοπρεπή και οι ιππότες, μετά από άνιση μάχη, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη Ρόδο και να καταφύγουν στη Μάλτα. Τα παλάτια τους όμως θα μείνουν κόσμημα στη Ρόδο που θα είναι πια για πάντα «το νησί των ιπποτών».

Στην Ικαριά, οι άνεμοι φυσούν δυνατά. Κάποτε όμως, παλιά πολύ παλιά, οι Καριώτες ήξεραν τι να τους κάνουν. Τους έκλειναν με ξόρκια σε πήλινες στάμνες, τα ανεμοτάφια. Το έμαθε ένας δεσπότης από την κοντινή Σάμο και τους μάλωσε αυστηρά. «Αυτά είναι πράγματα του σατανά» τους είπε «μην το ξανακάνετε γιατί θα σας αφορίσω». Κι έμειναν οι άνεμοι ελεύθεροι να σφυρίζουν. Οι άνθρωποι ωστόσο βρήκαν και πάλι τι να τους κάνουν και τώρα πια με τη δύναμή τους γυρνάνε τις ανεμογεννήτριες δίνοντας το απαραίτητο ηλεκτρικό ρεύμα στο νησί.

Δίπλα της η Σάμος, πατρίδα του φιλόσοφου Πυθαγόρα και του μαθηματικού Αρίσταρχου, τόπος που έδωσε τα εύσημα στον αρχιτέκτονα Ευπαλίνο για το τεράστιο έργο του, το ευπαλίνειο όρυγμα, όπως είναι γνωστό. Ο αέρας της ελευθερίας δεν έπαψε ποτέ να πνέει ανάμεσα στα δύο ψηλά βουνά τον Αθέρα της Ικαρίας και τον Κερκετέα της Σάμου και γι αυτήν ο Κάλβος τραγούδησε «θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία», τονίζοντας έτσι τους αγώνες των Σαμιωτών.

Σε μια γωνιά του Ανατολικού Αιγαίου, ο ζέφυρος πνέει φέρνοντας δώρα. Φέρνει ευωδιές κι αρώματα κι όπως φυσάει γέρνουν τα κεφαλάκια τους οι κατακόκκινες τουλίπες γέννημα θρέμμα της χιώτικης γης και από εκεί ταξίδεψαν και έφτασαν μέχρι τη μακρινή Ολλανδία. Φέρνει τις μυρωδιές από τα άνθη της πορτοκαλιάς και της λεμονιάς κι όλος ο τόπος μοσχομυρίζει δίνοντας στη Χίο ένα ταιριαστό και όμορφο όνομα: το μυρωμένο νησί.

Οι κατακόκκινες τουλίπες γέννημα θρέμμα της χιώτικης γης και από εκεί ταξίδεψαν και έφτασαν μέχρι τη μακρινή Ολλανδία

Η Σμύρνη έγινε σύμβολο. Ένα σύμβολο μαρτυρίου. Πριν όμως την καταστροφή, ήταν ένας τόπος πλούσιος όπου οι άνθρωποι ζούσαν ειρηνικά και ευημερούσαν με χορούς, τραγούδια και παιχνίδια. Κι ένα από τα αγαπημένα τους ήταν το πέταγμα του χαρταετού κι όχι μόνο μια ορισμένη στιγμή, αλλά σ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του έτους και έπαιζαν τόσο οι μεγάλοι όσο και τα παιδιά. Εκεί οι χαρταετοί λεγόντουσαν τσερκένια και είχαν πολύ ιδιαίτερη κατασκευή. Μάλιστα το παιχνίδι κορυφωνόταν με το «τσάκωμα, καθώς ο ένας προσπαθούσε να… αρπάξει, να τσακώσει, του άλλου με επιδέξιες κινήσεις του σκοινιού κι όταν κατάφερνε να τσακώσει το τσερκένι, το κρατούσε σαν λάφυρο. Ήταν στολισμένοι με «φαβορίτες» ή «σκουλαρίκια», κι όταν έφταναν ψηλά σε μια στιγμή μεγαλοπρέπειας και ακινησίας, όλοι θαύμαζαν και χειροκροτούσαν το τσερκένι στο «κορώνισμα»!

Πέτρινοι γίγαντες, έτσι είναι γνωστοί οι λευκοί πυργόμυλοι, οι ανεμόμυλοι, των Κυκλάδων. Οι δεκάδες ανεμόμυλοι της Τζιας, όπως και της Κύθνου, δίνουν το χαρακτήρα τους και σε τούτα τα νησιά. Προσανατολίζονταν κατά κει που φυσούσε ο βοριάς, συνήθως κατάντικρυ στο πέλαγος κι ακόμα εκεί στέκουν απομεινάρια μιάς άλλης εποχής. Στον φιλόξενο αυλόγυρό τους κάθονταν όσοι περίμεναν να αλεστεί το αλεύρι τους, ακούγοντας να γυρίζει η φτερωτή του μύλου, που έμοιαζε σα να τραγουδούσε και στο ρυθμό της έπιαναν κι εκείνοι το τραγούδι. Τραγούδι για την ξενητειά, αλλά και τον καημό της αγάπης.

.

%d bloggers like this: