ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑ ΖΑΧΑΡΗ

Στο βασίλειο του Καραμπουρντάν, μια χώρα στα βάθη της Ανατολής με πρωτεύουσα την όμορφη Καλαμπαχάρ, τα πολύ παλιά τα χρόνια, ζούσε η ωραία πριγκίπισσα Νενουφάρ και αυτή είναι η ιστορία της.

Η Νενουφάρ ήταν πολύ όμορφη, αλλά η καρδιά της έμοιαζε να είναι τυλιγμένη με πάγους, κάτι που την εμπόδιζε εκτός από όμορφη να είναι και καλή. Κυρίως όμως την εμπόδιζε να αγαπήσει. Ο πατέρας της, που την είχε μοναχοκόρη, στενοχωριόταν βλέποντας να διώχνει τον ένα γαμπρό πίσω από τον άλλο και να μην έχει να πει ένα καλό λόγο στα τόσα παλικάρια που έπεφταν στα γόνατα μπροστά της, ζητώντας το χέρι της.

Στεναχωριόταν τόσο, που στο τέλος αρρώστησε και κάλεσε τη Νενουφάρ κοντά του. «Άκουσε, κόρη μου» της είπε, και το βλέμμα του ήταν λυπημένο, «δεν στενοχωριέμαι μόνο που σε βλέπω να χαραμίζεις τα νιάτα σου και την ομορφιά σου, τώρα πια φοβάμαι και για το βασίλειό μας. Έτσι κι εγώ πεθάνω κι εσύ δεν έχεις παντρευτεί ως τότε, θ’ αρχίσουν οι πόλεμοι μεταξύ των αρχόντων για το ποιος θα γίνει βασιλιάς και η χώρα μας θα ρημάξει. Όσο για σένα, ούτε μπορώ να φανταστώ ποια μοίρα σε περιμένει. Γι’ αυτό, κοίταξε να βρεις ένα καλό άντρα κι όσο γίνεται πιο γρήγορα».

Στα λόγια του πατέρα της, η Νενουφάρ αντί να δείξει κατανόηση, απλά εκνευρίστηκε και διέταξε να ετοιμάσουν το άλογό της. «Θέλω να πάω βόλτα στην έρημο, στην όαση με τις λιμνούλες να πάρω τον αέρα μου», είπε. «Μπάφιασα εδώ μέσα». Μάταια προσπάθησαν οι σύμβουλοι να την μεταπείσουν, ακόμα και με παρακάλια, λέγοντάς της για τους κινδύνους που παραμόνευαν. «Έτσι θέλω κι έτσι θα γίνει!», τους κοίταξε παγερά. «Και προσέξτε μην με ακολουθήσει κανείς, γιατί αλίμονό σας!». Κι έφυγε μόνη της.

Η Νενουφάρ, στην πραγματικότητα, δεν ήταν απλά κακομαθημένη, όπως πίστευαν όλοι. Αυτό που ονειρευόταν, αυτό που ποθούσε, ήταν ο πατέρας της, αλλά κι όλος ο κόσμος να την κρίνουν το ίδιο άξια με όλους αυτούς τους… γαμπρούς! Θα μπορούσε να είναι το ίδιο καλή βασίλισσα μ’ εκείνους, να διοικεί τον τόπο της και να τον προστατεύει. Άλλωστε ήταν το ίδιο επίσης καλή στο σπαθί με οποιονδήποτε άντρα. Αυτά σκεφτόταν η Νενουφάρ κι έφυγε κατασυγχυσμένη ξεχνώντας να πάρει μαζί της έστω και το σπαθί της για προστασία.

Εκεί όμως στην όαση, ο κίνδυνος, όπως την είχαν προειδοποιήσει οι σύμβουλοι, παραμόνευε. Τρεις κακοποιοί που περίμεναν κρυμμένοι τους ανύποπτους ταξιδιώτες, της άρπαξαν το άλογο και απόσπασαν από το λαιμό της βίαια το περιδέραιο με τα σμαράγδια, από τα χέρια της τα χρυσά βραχιόλια κι από τα δάχτυλά της τα δαχτυλίδια με τις πολύτιμες πέτρες.

«Εγώ λέω να την σκοτώσουμε. Έτσι και την αφήσουμε ζωντανή, θα μιλήσει και θα μας κυνηγήσουν», είπε ο ένας απ’ αυτούς και πλησίασε με το μαχαίρι του, έτοιμος να της κόψει το λαιμό, αλλά ένας άλλος τον σταμάτησε. «Καλύτερα ζωντανή. Όμορφη είναι, θα πιάσει καλά λεφτά στο σκλαβοπάζαρο. Το πολύ-πολύ να της κόψουμε τη γλώσσα και τότε δε θα ξαναμιλήσει ποτέ!», είπε και γέλασε μ’ ένα γέλιο άγριο.

Η Νενουφάρ τους κοίταζε κατατρομαγμένη. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν απ’ τα μάτια της καθώς τους έβλεπε να μοιράζονται τα χρυσαφικά, ενώ σκεφτόταν με τρόμο τι την περίμενε. Τώρα μετάνιωνε για την ξεροκεφαλιά της, αλλά ποιο το όφελος; Εκείνη τη στιγμή, ένα σύννεφο σκόνης φάνηκε να έρχεται και μέσα από τη σκόνη ένας άντρας κάλπαζε με το άλογό του προς το μέρος τους, ανεμίζοντας ένα κυρτό σπαθί, που η λεπίδα του άστραφτε στον ήλιο.

Οι κακούργοι τράπηκαν γρήγορα σε φυγή, αφήνοντας τη Νενουφάρ, παίρνοντας ωστόσο μαζί τους τα χρυσαφικά που είχαν καταφέρει να αρπάξουν. Ο νέος βοήθησε την πριγκίπισσα ν’ ανέβει στο άλογο και τη συνόδευσε στο παλάτι. Ο βασιλιάς, μόλις έμαθε τι είχε συμβεί, διέταξε να φέρουν μπροστά του τον σωτήρα της κόρης του για να τον ευχαριστήσει, μένοντας εντυπωσιασμένος από το παράστημα του νεαρού άντρα. «Ποιο είναι το όνομα και η γενιά σου;», ρώτησε να μάθει. Ένας από τους συμβούλους του, που είχε σ’ όλο το βασίλειο αυτιά και μάτια να τον πληροφορούν, έσκυψε στο αυτί του βασιλιά. «Λέγεται Τσουμπλέκ, μεγαλειότατε, και δεν είναι τίποτα σπουδαίο. Γυρνάει όμως παντού κάνοντας μόνο το καλό και βοηθώντας όσους έχουν ανάγκη».

«Έναν τέτοιο άνθρωπο θα ήθελα για άντρα της κόρης μου», μουρμούρισε σκεφτικός ο βασιλιάς. Η Νενουφάρ, που είχε πάει φουριόζα στα διαμερίσματά της διατάζοντας τις δούλες της να την πλύνουν και να την ντύσουν, χωρίς να σκεφτεί τον πατέρα της που θα την περίμενε με λαχτάρα, μόλις έμαθε τι είχε πει και ποιος ήταν ο σωτήρας της, έγινε πυρ και μανία. «Ακούς εκεί, να θέλει να με παντρέψει με κάποιον που τον λένε Τσουμπλέκ! Μ’ έναν τιποτένιο! Με κάποιον που ούτε οι γονείς του δεν τον θέλανε για να του δώσουν τέτοιο όνομα: Τσουμπλέκ, τσουμπλέκι, αντικείμενο χωρίς αξία! Τώρα θα τους δείξω εγώ!»…

Και με ακόμα μεγαλύτερη φούρια και μάτια που βγάζανε αστραπές, μπήκε στην αίθουσα του θρόνου. «Πώς μπόρεσες να σκεφτείς κάτι τέτοιο, πατέρα;», επιτέθηκε στον βασιλιά. Σιγανή ακούστηκε η φωνή του Τσουμπλέκ, που είχε γονατίσει με το κεφάλι σκυφτό. «Δεν θέλω τίτλους, θρόνους και πλούτη, άρχοντά μου. Ούτε μπορώ να αναγκάσω την πριγκίπισσα να με δεχτεί για άντρα της. Μου φτάνει που κατάφερα να την φέρω πίσω, σώα και αβλαβή. Και τώρα, αν μου το επιτρέπεις, θα ήθελα να φύγω. Κάπου, κάποιος θα έχει ανάγκη από τη λίγη βοήθεια που ίσως θα μπορέσω να του προσφέρω».

«Κανείς δεν σε κρατάει παιδί μου», του απάντησε ο βασιλιάς. «Είσαι ελεύθερος να φύγεις όποτε θέλεις. Μείνε, ωστόσο, μια νύχτα κοντά μας να ξεκουραστείς κι εσύ και το άλογό σου κι αύριο φεύγεις με το καλό». Η όμορφη νύχτα ήταν γεμάτη αστέρια, το φεγγάρι ολόγιομο, χρυσαφένιο, στεκόταν σαν στολίδι στη μέση του ουρανού κι ο κήπος μύριζε γιασεμί. Η μορφή εκείνου του… τιποτένιου, όπως τον είχε αποκαλέσει η Νενουφάρ, διαγραφόταν κάτω από το σεληνόφως κι εκείνη ένιωσε μια μικρή ταραχή καθώς τον κοίταξε. Κρατούσε ένα λαούτο και έλεγε ένα σιγανό τραγούδι. Τι κρίμα, σκέφτηκε, είναι τόσο όμορφος, παρ’ όλ’ αυτά, παραμένει ένα τίποτα. Πώς θα μπορούσα εγώ, η Νενουφάρ, να πάρω κάποιον σαν κι αυτόν;

Την κατάλαβε, σταμάτησε να παίζει και να τραγουδά και γυρνώντας προς το μέρος της, έκανε μια μικρή υπόκλιση φέρνοντας το χέρι στην καρδιά. «Χαίρε, πριγκίπισσα!». Ατσάλωσε το κορμί της σφίγγοντας τα χείλη. «Γιατί είσαι ακόμα εδώ; Είχες πει πως ήθελες να φύγεις. Μήπως ακόμα περιμένεις πως θα ήταν ποτέ δυνατό να δεχτώ εγώ εσένα για… βασιλικό σύζυγο;».

Την κοίταξε για λίγο χωρίς να μιλάει, κι έπειτα έγειρε το κεφάλι στο πλάι μισοκλείνοντας τα μάτια. «Σε ερωτεύτηκα, ξέρεις, από την πρώτη στιγμή που σε είδα, εκεί, σ’ εκείνη τη μικρή όαση, φοβισμένη, τόσο διαφορετική από αυτήν που είσαι τώρα… ανθρώπινη, θα έλεγα, αλλά εσύ θεωρείς πως δεν είμαι αντάξιός σου».

«Πώς τολμάς;», ψιθύρισε με παγερό θυμό, «είσαι ένα τίποτα!». Στη φωνή και στο βλέμμα του, φάνηκε μια μικρή σπίθα ειρωνείας. «Κάνεις λάθος, πριγκίπισσα, όλοι είμαστε κάτι και όλοι κάτι αξίζουμε. Ακόμα κι εγώ. Δε βαρέθηκες πια, η σκληρότητα να χρωματίζει πάντα τον λόγο σου; Να μην χαλαρώνεις ούτε για λίγο, ακόμα και σε τούτο τον πανέμορφο κήπο;». Της έδειξε τα νούφαρα στη λιμνούλα. «Τα βλέπεις, πριγκίπισσα; Είσαι ίδια μ’ αυτά, που σου έδωσαν τ’ όνομά τους. Όμορφα, αλλά ψυχρά και απόμακρα. Να μας θυμίζουν πώς είναι τα λουλούδια που επέλεξαν οι θεοί. Έτσι κι εσύ. Προσπαθείς να μας θυμίζεις συνέχεια ποια είσαι, να είσαι ψυχρή κι απόμακρη, ώστε να μην σε πλησιάσει ποτέ κανείς κι ίσως, στο τέλος να τα καταφέρεις να μείνεις για πάντα μόνη στο χρυσό παγερό κλουβί σου. Εγώ πραγματικά θα φύγω, θα πάω σ’ άλλα μέρη μακρινά να σε ξεχάσω κι εσύ δεν θα με ξαναδείς ποτέ».

Τον έβλεπε να απομακρύνεται, έχοντας μείνει με το στόμα ανοιχτό. Ο θυμός την είχε εγκαταλείψει, δίνοντας χώρο σε άλλα συναισθήματα. Είχε πια φύγει αφήνοντάς την μόνη με το γιασεμί, το φεγγάρι και τ’ αστέρια να μιλούν για έρωτα. Τον έρωτα που εκείνη, με τόση ματαιοδοξία, είχε απορρίψει. Κι όμως, όσα της είπε κατάφεραν να δονήσουν τη χορδή της καρδιάς της, κι έμεινε να τα σκέφτεται.

Ήταν άραγε αλήθεια όπως την είχε περιγράψει; Η ίδια πίστευε τον εαυτό της δίκαιο. Αυστηρό, αλλά δίκαιο. Θυμήθηκε την παραμάνα της, τη γριά Ντουντού, που άδικα τη συμβούλευε: «μην είσαι τόσο σκληρή, κόρη μου». Η γριά Ντουντού είχε δίκιο. Δεν δίσταζε να σηκώσει το χέρι και να χτυπήσει τις δούλες της, ακόμα και για το παραμικρό, πιστεύοντας πως έτσι τους γινότανε μάθημα κι εκείνες κοίταζαν πώς να την καλοπιάσουν, ενώ πίσω από την πλάτη της, την κοιτούσαν με μίσος κι ευχόντουσαν να πεθάνει. Όσο για το «παρακαλώ» και το «ευχαριστώ», δεν είχανε ποτέ θέση στο λεξιλόγιό της.

Τότε, σκέφτηκε, ίσως να είχαν δίκιο που πίστευαν πως δεν έκανε για βασίλισσα. Ο βασιλιάς Μουχτάρ, ο πατέρας της, πάντα φερόταν με καλοσύνη και δεν είχε χτυπήσει ποτέ του κανέναν. Η δύναμη που του είχαν δώσει το αξίωμα και η θέση του δεν είχαν σκληρύνει την καρδιά του, ούτε τον είχαν κάνει να φέρεται με αγένεια. Τώρα τα αναλογιζόταν όλα και αναθεωρούσε. «Θα γίνω καλύτερη», ψιθύρισε. «Τ’ ορκίζομαι στο φεγγάρι και τ’ αστέρια. Κι εκείνον θα ψάξω και θα τον βρω». Η αγάπη είχε ανθίσει στα μάτια της κι οι πάγοι είχαν λιώσει από την καρδιά της, κάνοντάς την να χτυπάει δυνατά. Έστειλε ανθρώπους να τον γυρέψουν, ο Τσουμπλέκ όμως ήταν άφαντος.

Μαλακές μαξιλάρες, μεταξωτά χαλιά και όμορφα ζωγραφισμένα υφάσματα, γέμιζαν την μεγάλη κάμαρα όπου καθόταν η Νενουφάρ. Από τα μεγάλα αψιδωτά παράθυρα φαινόταν ολόκληρη σχεδόν η πολιτεία της Καλαμπαχάρ, προσφέροντας ένα ωραίο θέαμα, το ούτι έπαιζε γλυκές μελωδίες, λεπτά αρώματα αναδύονταν μέσα από τα αλαβάστρινα βάζα, ασημένιοι δίσκοι στέκονταν στα χαμηλά τραπεζάκια γεμάτοι θεσπέσια εδέσματα και ποτά, λουλούδια γεμάτα αρώματα και χρώματα βρίσκονταν παντού τριγύρω, καθώς και κασέλες γεμάτες πολύτιμα πετράδια, ενώ παραδείσια πτηνά κελαηδούσαν μέσα στα μεγάλα ολόχρυσα κλουβιά τα γεμάτα πρασινάδες, κι ένα σιντριβάνι πρόσφερε κι αυτό τον κελαρυστό του ήχο.

Τίποτα ωστόσο από όλα αυτά δεν μπορούσε να φτιάξει τη διάθεση της Νενουφάρ, που μισοξαπλωμένη στις μαλακές μαξιλάρες τσιμπολογούσε ανόρεχτα μερικές ρώγες από ένα τσαμπί σταφύλι. Μελαγχολούσε μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο και ο μόνος ήχος που έβγαινε από το στόμα της ήταν ένας βαθύς αναστεναγμός. Ζήτησε να φύγουν όλοι από την κάμαρα για να μείνει μόνη. Σηκώθηκε και κάθισε στο περβάζι του παράθυρου κρατώντας στο χέρι της ένα νούφαρο και ατένισε τον ορίζοντα. «Πού να βρίσκεσαι άραγε;», ψιθύρισε.

Ένα πουλάκι ήρθε και στάθηκε κοντά της κι εκείνη του χάιδεψε με το δάχτυλο τον λαιμό. «Τι όμορφο που είσαι!», είπε τρυφερά στο πουλί. «Κι εσύ είσαι όμορφη, πριγκίπισσά μου», της απάντησε με λαλιά ανθρώπου, αφού πρώτα άφησε μια σειρά από τρίλιες. Απόμεινε να το κοιτάει ξαφνιασμένη. «Πώς γίνεται, εσύ, ένα πουλί, να μιλάς με ανθρώπινη φωνή;», κατάφερε στο τέλος να ρωτήσει. «Μήπως αρχίζω να τρελαίνομαι;», αναρωτήθηκε.

Την ίδια στιγμή ωστόσο, το πουλί μεταμορφώθηκε σ’ ένα γέροντα που την κοίταζε καλοσυνάτα. «Όχι, καλή μου», της απάντησε, «δεν έχεις τρελαθεί. Είμαι ο Κουρούν Αλί Μπεσκίρ και εξασκώ την μεγαλειώδη και λεπτή τέχνη της μαγείας εδώ και πολλούς αιώνες. Κατοικώ ψηλά στα σύννεφα, αλλά ακόμα κι εκεί επάνω έφτασε ο αναστεναγμός σου». Την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε στο δωμάτιο. Του πρόσφερε λουκούμια και σερμπέτια, γλυκά ποτά, άλλα φτιαγμένα από ρόδι κι άλλα από τριαντάφυλλο για να τον γλυκάνει, κι έπειτα κάθισαν να του πει τον πόνο της και τον καημό της. Την άκουσε με προσοχή και μετά σηκώθηκε. «Θα δω τι μπορώ να κάνω», της είπε. «Να ξέρεις, όμως, πριγκίπισσα, πως αν η αγάπη έχει φύγει πια από την καρδιά του, ακόμα και για μένα θα είναι αδύνατον να την φέρω πίσω». Μεταμορφώθηκε ξανά σε πουλί και με μια τρίλια για αποχαιρετισμό, πέταξε από το ανοιχτό παράθυρο.

Ο Τσουμπλέκ είχε φύγει εκείνο το ίδιο βράδυ που φανέρωσε στη Νενουφάρ τον έρωτά του για ’κείνη, με τη λύπη να του περιτριγυρίζει την καρδιά κι ένα σύννεφο από σκέψεις θλιβερές να του περιτριγυρίζει το νου. Πήγε σε άλλες πολιτείες, σε άλλες χώρες μακρινές, ψηλά στον βορρά, βοηθώντας όσους είχαν ανάγκη και προσπάθησε να ξεχάσει. Τη μέρα ήταν πιο εύκολο, κάνοντας πότε τη μια δουλειά και πότε την άλλη για να ζήσει, τις νύχτες όμως καθόταν στο παράθυρο προσπαθώντας να δει έστω κι ένα αστέρι, και λυπημένος τραγουδούσε με το λαούτο του τον καημό της καρδιάς του: «μάτια μου γλυκά, εδώ στην ξενιτιά, ήλιος πουθενά, αχ και να ’σουνα κοντά».

Έτσι έλεγε το τραγούδι, μα ένα βράδυ μια χορδή έσπασε και το λαούτο σιώπησε. «Αχ», αναστέναξε για άλλη μια φορά μέσα του, «πρέπει να ξεχάσω, να ξεχάσω τα όμορφά της μάτια, να ξεχάσω την έρημο με την ζεστή άμμο όπου κάλπαζα με τ’ άλογό μου και τις δροσερές οάσεις, εκεί που εύρισκα ξεκούραση, σαν την όαση εκείνη που την πρωτοαντίκρισα. Εδώ πρέπει να ριζώσω, εδώ, στον παγωμένο τόπο κι ας μην υπάρχουν αστέρια και ήλιος. Ο Τσουμπλέκ το είπε και το ’κανε. Αναζήτησε παρηγοριά στην αγκαλιά άλλων γυναικών κι ένα φλασκί με ποτό δυνατό τα βράδια τού θόλωνε το νου, σβήνοντας τις μνήμες που τον πονούσαν. Ο Τσουμπλέκ, σιγά-σιγά, αλλοιώτεψε και δεν βοηθούσε πια κανέναν, πιστεύοντας πως δεν ήταν πια άξιος ούτε γι’ αυτό. Το δυνατό ποτό σφάλιζε τα μάτια του και τον βύθιζε σ’ έναν ύπνο βαθύ, χωρίς όνειρα. Μόνο κάποιοι εφιάλτες ερχόντουσαν κάποτε-κάποτε να τον επισκεφτούν, που όμως το πρωί δεν τους θυμόταν.

Μια νύχτα όμως ξύπνησε ταραγμένος. Στο όνειρό του, ένα πουλί είχε έρθει και τραγουδούσε, λέει, μ’ ανθρώπινη λαλιά έναν ανατολίτικο συρτό, λυπητερό σκοπό κι η φωνή ήταν η φωνή της Νενουφάρ: «Αχ κι αμάν, αμάν, το Καραμπουρντάν έπεσε, πάει πια κι η Καλαμπαχάρ, ξέχασες, ξέχασες και τη Νενουφάρ»!

Οι άνθρωποι στην Καλαμπαχάρ, μόλις είχαν αποφάει το βραδινό τους, όταν η κλαγγή των όπλων, οι άγριες φωνές και τα ποδοβολητά των αλόγων έσκισαν την ησυχία της νύχτας. Μια γειτονική χώρα τούς είχε επιτεθεί, το Ουρλάν ή Βαθύ Ουρλάν, όπως το έλεγαν οι περισσότεροι. Το Ουρλάν εξαπλωνόταν σε μια τεράστια κοιλάδα, την Κοιλάδα των Αλόγων. Γύρω τριγύρω την προστάτευαν πανύψηλα βουνά, απάτητα, που στις κορφές τους το χιόνι δεν έλιωνε ποτέ. Ένα άνοιγμα μόνο υπήρχε προς το ποτάμι, που οδηγούσε μακριά στη θάλασσα. Μια τεράστια αλυσίδα από κρίκους χοντρούς έκλεινε το άνοιγμα, που το φύλαγαν σαν κέρβεροι κι από ’κει έμπαιναν κι έβγαιναν τα καράβια γεμάτα εμπορεύματα, ανθρώπους, ακόμα και στρατό. Τον φημισμένο στρατό του Ουρλάν…

Όποιος είχε τολμήσει να επιτεθεί στο Ουρλάν, είχε φύγει νικημένος, με την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια και κανείς πια δεν το πλησίαζε, με εχθρικές τουλάχιστον διαθέσεις. Οι ηγεμόνες του Ουρλάν, βλέποντας τον οπλισμένο ως τα δόντια πολυάριθμο στρατό τους, έγιναν αλαζόνες και αποφάσισαν πως ήρθε η ώρα να γίνουν αυτοκράτορες υποτάσσοντας διά της βίας τα γειτονικά τους κράτη, ακόμα και τα πιο μακρινά, και η αρχή έγινε με το πλούσιο και ειρηνικό Καραμπουρντάν. Το σχέδιο το είχε σκεφτεί αρχικά και πριν μερικά χρόνια, ένας από τους πρίγκιπες του Ουρλάν, ο κακός και ανόητος Μεροβάν. Ο Μεροβάν όμως ξαφνικά άλλαξε γνώμη, άλλαξε κι ο ίδιος σαν από θαύμα και το σχέδιο ναυάγησε, μέχρι που οι άλλοι σκέφτηκαν να το βάλουν σε εφαρμογή κι ας τους παρακαλούσε τότε, με δάκρυα στα μάτια, να το ξεχάσουν και να μην το πραγματοποιήσουν. Όρμηξαν καίγοντας και λεηλατώντας, παίρνοντας σκλάβους τους ανθρώπους κι έπειτα μπήκαν και στο παλάτι. Σκότωσαν όλους τους αξιωματούχους και τον γέρο βασιλιά με την πριγκίπισσα τους πέταξαν σ’ ένα μπουντρούμι.

Ένας όχλος ανθρώπων ντυμένων με ρούχα κουρελιασμένα φάνηκε να πλησιάζει κι οι φρουροί που είχε βάλει το Ουρλάν τους κοίταξαν γελώντας. «Ποιοι είναι αυτοί οι κουρελήδες;», είπε ένας. «Τίποτα ζητιάνοι. Δεν τους βλέπεις; Ας τους αφήσουμε να μπουν κι έπειτα θα τους ρίξουμε ένα γερό μαστίγωμα, να περάσει ευχάριστα η ώρα μας, πριν τους πετάξουμε ξανά έξω!», γέλασε με σκληρότητα ο άλλος.

Η πύλη άνοιξε και τότε τα κουρέλια έπεσαν, οι πανοπλίες και τα κυρτά σπαθιά άστραψαν στον ήλιο και οι φωνές των στρατιωτών του Ουρλάν πνίγηκαν στο αίμα. Ο αρχηγός του μικρού εκείνου στρατού που απελευθέρωσε την Καλαμπαχάρ, έσπευσε εκεί που κρατούσαν φυλακισμένους τον βασιλιά και την πριγκίπισσα. Ο γέρο-βασιλιάς κειτόταν ετοιμοθάνατος, η Νενουφάρ όμως τινάχτηκε από το προσκέφαλο του πατέρα της όρθια.

«Ποιος είσαι; Τι θες;», ρώτησε αγριεμένη. «Μην φοβάσαι», της είπε σιγανά. Σήκωσε την προσωπίδα της περικεφαλαίας κι εκείνη έμεινε άφωνη. Ήταν ο Τσουμπλέκ! «Εσύ! Μα, πώς;». «Δεν έχουμε τώρα καιρό» της είπε βιαστικά. «Θα στείλω ανθρώπους να σας φροντίσουν, εσένα και τον πατέρα σου, τώρα που η Καλαμπαχάρ απελευθερώθηκε. Πρέπει όμως να ελευθερώσουμε και το υπόλοιπο Καραμπουρντάν και να δώσουμε στους ηγεμόνες του Ουρλάν ένα καλό μάθημα γι’ αυτό…». «Θα έρθω μαζί σου», τον διέκοψε απότομα, «ξέρω να χειρίζομαι το σπαθί, από μικρή μάθαινα και πριν περπατήσω, καβαλίκεψα σε άλογο. Είμαι η πριγκίπισσα του Καραμπουρντάν», σήκωσε περήφανα το κεφάλι, «κι αυτός είναι ο λαός μου!»

Πολέμησαν πλάι-πλάι μέχρι που ούτε ένας από τους κατοίκους του Καραμπουρντάν να μην έχει ελευθερωθεί, μαζεύοντας από παντού στρατιώτες. Στην τελική γενική επίθεση, με τον Τσουμπλέκ και την πριγκίπισσα Νενουφάρ επικεφαλής, ο στρατός του Ουρλάν αποδεκατίστηκε και οι ηγέτες του παραδόθηκαν. Γύρισαν στην Καλαμπαχάρ νικητές κι απ’ όπου περνούσαν τούς έραιναν με λουλούδια και τους υποδέχονταν με κλαδιά από φοίνικες, σαν σωτήρες. Ο βασιλιάς είχε πια πεθάνει, έκλεισε όμως τα μάτια του ευχαριστημένος, μαθαίνοντας για τη νίκη κι ακούγοντας να εξυμνούν τη θυγατέρα του, όπως και τον καλό Τσουμπλέκ που εμφανίστηκε την πιο κρίσιμη στιγμή για να προσφέρει τη βοήθειά του.

Έξω από το παλάτι, ο στρατός τούς σήκωσε στα χέρια κι ο λαός διά βοής τους ανακήρυξε βασίλισσα και βασιλιά. «Ο καλός βασιλιάς Μουχτάρ πέθανε. Ζήτω η βασίλισσα Νενουφάρ και ο βασιλιάς Τσουμπλέκ!», κραύγαζαν. Μέσα ωστόσο στο παλάτι, η χαρά και ο ενθουσιασμός έδωσαν τη θέση τους στη θλίψη και στην κατήφεια. Η Νενουφάρ έπεσε πάνω στον νεκρό πατέρα της κλαίγοντας, αφήνοντας το σπαθί της στα χέρια του, ενώ ο Τσουμπλέκ καθόταν πιο μακριά κατηφής. «Σκεπάστε το σώμα του βασιλιά με την τιμημένη σημαία του Καραμπουρντάν», είπε η Νενουφάρ. «Θα εκτεθεί σε λαϊκό προσκύνημα, ώστε ο λαός να αποχαιρετήσει τον βασιλιά του και μεθαύριο θα γίνει η κηδεία με την μεγαλοπρέπεια που του ταιριάζει». Σκούπισε τα δάκρυα με την ανάστροφη του χεριού της, πήγε κοντά στον Τσουμπλέκ και τον σήκωσε.

«Θέλω να σου μιλήσω», του είπε σοβαρά. «Κι εγώ πρέπει να σου μιλήσω», της απάντησε τονίζοντας το «πρέπει». Προχώρησαν μες στη σιωπή χαμένοι στις σκέψεις τους και βρέθηκαν στον κήπο, εκεί που ο Τσουμπλέκ είχε εκμυστηρευτεί τον έρωτά του στη Νενουφάρ κι εκείνη τον είχε αποδιώξει με τον τρόπο της. Στην αρχή κάθισαν χωρίς να μιλούν κι έπειτα ο Τσουμπλέκ με μια βαθιά ανάσα, πήρε το λόγο. «Θέλω να σου ζητήσω συγνώμη, Νενουφάρ», ξεκίνησε. «Εσύ, να μου ζητήσεις συγνώμη; Γιατί;», τον κοίταξε ξαφνιασμένη. «Αν κάποιος οφείλει να ζητήσει συγνώμη στον άλλο, είμαι εγώ κι όχι εσύ, αφού….»

«Άκουσέ με», την παρακάλεσε, «και θα καταλάβεις. Άσε με να σου πω την ιστορία μου, να σου πω, πως δεν είχα κι ούτε έχω δικαίωμα στην αγάπη σου. Και για αρχή, δεν με λένε… Τσουμπλέκ». Τον κοίταξε φοβισμένη για ό,τι επρόκειτο να της πει, για ό,τι επρόκειτο να μάθει. «Ποιος είσαι στ’ αλήθεια;»…

«Το αληθινό μου όνομα είναι Μεροβάν, είμαι ο χαμένος πρίγκιπας του Ουρλάν και όχι… δεν ήμουν πάντοτε καλός. Υπήρξα ανόητος και φαύλος, υπερφίαλος κι εγωιστής. Νόμιζα πως όλα μου ανήκαν, ακόμα και οι ψυχές των ανθρώπων. Απαιτούσα και πίστευα πως όλα έπρεπε να μου δίνονται και ποτέ δεν ήμουν ικανοποιημένος με όσα είχα και με όσα μου είχε προσφέρει απλόχερα η μοίρα και η ζωή. Γελούσα με τους φτωχούς, τους ζητιάνους, και δεν μ’ ένοιαζε αν υπέφεραν, αρκεί να καλοπερνούσα εγώ!».

Πήρε ακόμα μια ανάσα βαθιά και συνέχισε με κόπο, χωρίς να την κοιτάζει, με το κεφάλι σκυφτό. «Εγώ είχα σκεφτεί το σχέδιο της καταστροφής του Καραμπουρντάν. Άλλοι το πραγματοποίησαν κι ας φώναζα μ’ όλες μου τις δυνάμεις να το ξεχάσουν, να ξεχάσουν ό,τι είχα πει χωρίς συνείδηση, χωρίς συμπόνια. Άλλοι το έκαναν, αλλά εγώ το σκέφτηκα, τότε, πριν αλλάξω και γίνω αυτός που γνώρισες. Εγώ, πάντα εγώ…» Σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε. Στα μάτια του ήταν γραμμένος ο πόνος. «Πώς να σου ζητήσω να με δεχτείς για άντρα σου; Πώς να σταθώ στο πλάι σου;»

«Και το… Τσουμπλέκ;»
«Τσουμπλέκ ήταν το παρατσούκλι ενός φτωχού δούλου. Τον απελευθέρωσα, του έδωσα κάμποσο χρυσάφι για να παραμείνει ελεύθερος και να γίνει έμπορος, όπως ονειρευόταν, και του χάρισα όλα τα πολύτιμα ρούχα και κοσμήματα που με στόλιζαν. Τρία πράγματα κράτησα μόνο: το αγαπημένο μου άλογο, το λαούτο μου και το σπαθί μου».
«Τι ήταν αυτό που σε έκανε ν’ αλλάξεις;».
«Μια μέρα περπατούσα στον κήπο του παλατιού, κι εκεί, ανάμεσα στα άλλα ωραία άνθη, είδα να έχει φυτρώσει μια μαργαρίτα και ήταν πιο όμορφη από όλα τα λουλούδια του κήπου μαζί. Τα στιλπνά πέταλά της έμοιαζαν σαν να ήταν φτιαγμένα από μαργαριτάρι και έλαμπε ολόλευκη κάτω από τον ήλιο. Την είδα, τη θαύμασα και… την έκοψα! Ίσως γιατί πίστευα πως, όπως όλα, ακόμα και αυτή μου ανήκε. Στη στιγμή, ο καταγάλανος ουρανός μαύρισε γεμίζοντας αστραπές και βροντές. Δυνατή βροχή άρχισε να πέφτει και το πανέμνοστο άνθος πέθαινε στα χέρια μου. Τότε ξαφνικά, σαν να άνοιξαν τα μάτια μου κι ο νους μου έλαμψε από την αιφνίδια γνώση. Κατάλαβα με μιας ποιος ήμουν και τι είχα κάνει. Μαζί με τη μαργαρίτα, ένιωσα να πεθαίνει μαυρισμένη κι η ψυχή μου, εξ αιτίας όσων είχα σκεφτεί, εξ αιτίας όσων είχα πράξει. Έκλεισα τη μαργαρίτα σ’ ένα χρυσό κουτί με κρυστάλλινο σκέπασμα κι έφυγα, παρακαλώντας τους θεούς να με λυπηθούν. Αποφάσισα να γυρίσω τον κόσμο κάνοντας το καλό, χωρίς κανένας να ξέρει ποιος είμαι και τότε ίσως οι θεοί να με συμπονούσαν κάνοντας τη μαργαρίτα να γυρίσει και πάλι στη ζωή, μαζί της κι η ψυχή, που μόνος μου είχα λερώσει».

«Και τώρα; Η μαργαρίτα! Πού είναι η μαργαρίτα;», ζήτησε η Νενουφάρ με αγωνία να μάθει. Έβγαλε απ’ το σωκάρδι του το χρυσό κουτί. Τα πέταλα της μαργαρίτας όλο και ξεραίνονταν και το λουλούδι πέθαινε. Το κοίταξε λυπημένος. «Οι θεοί, φαίνεται, δεν συγχωρούν! Έχω ακόμα δρόμο μπροστά μου, εκτός κι αν η βουλή τους είναι να πεθάνω μαζί της. Γι’ αυτό, αγαπημένη μου Νενουφάρ, ζήσε όμορφα, διάλεξε ένα καλό άντρα, βασίλεψε με δικαιοσύνη κι εμένα ξέχασέ με».

Της γύρισε την πλάτη κι άρχισε να απομακρύνεται με τους ώμους γειρτούς. «Τσουμπλέκ!», άκουσε τη φωνή της και στράφηκε. «Μα αφού σου είπα ποιος είμαι και…». Τα μάτια της ήταν φωτεινά κι ένα αμυδρό χαμόγελο φαινόταν στις άκρες των χειλιών της. «Για μένα, θα είσαι πάντα ο Τσουμπλέκ, γιατί εγώ αυτόν τον άντρα αγάπησα κι εξακολουθώ ν’ αγαπώ! Ο πρίγκιπας Μεροβάν μού είναι άγνωστος. Θα τον μάθω μόνο αν εσύ θελήσεις να τον συγχωρέσεις – εσύ και όχι οι Θεοί – και τότε θα μου τον γνωρίσεις, στο χρόνο που θα ζήσουμε και θα βασιλέψουμε μαζί, όσος κι αν είναι αυτός ο χρόνος που η μοίρα έχει αποφασίσει για μας».

Τον αγκάλιασε και τον φίλησε σφιχτά κι εκείνος ανταπέδωσε μ’ όλη του την καρδιά το φιλί και τ’ αγκάλιασμά της. Το χρυσό κουτί τού έφυγε από τα χέρια πέφτοντας στο χώμα. Όταν γύρισε να κοιτάξει, το κουτί ήταν αδειανό και δίπλα του, μια μαργαρίτα άνθιζε με τα στιλπνά, ολόλευκα σαν μαργαριτάρι πέταλά της να λάμπουν στον ήλιο.

.

%d bloggers like this: