ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ

Η συγγραφέας Νατάσα Κυρκίνη-Κούτουλα επιλέγει να γράφει ιστορικά μυθιστορήματα γιατί όπως αναφέρει η ίδια, «η εμπειρία της ζωής των ανθρώπων που έζησαν πριν από μας μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε σε μεγαλύτερο βάθος την ανθρώπινη φύση μας». Το βιβλίο της «Η χρυσή κύλικα» που κυκλοφόρησε πρόσφατα, αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα γραφής ιστορικού μυθιστορήματος.

ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Έχετε σπουδάσει Ιστορία και Αρχαιολογία και μάλιστα στην Ιστορία έχετε λάβει και διδακτορικό. Τι είναι αυτό που σας προκάλεσε εξ αρχής το ενδιαφέρον για τις συγκεκριμένες επιστήμες;

ΝΑΤΑΣΑ ΚΥΡΚΙΝΗ-ΚΟΥΤΟΥΛΑ: Με συνάρπαζε πάντοτε η μελέτη της ζωής ανθρώπων που έζησαν σε άλλες εποχές. Το ότι γεννήθηκα και ζω σε μια χώρα, στην οποία όπου κι αν στρέψεις το βλέμμα σου συναντάς ορατά κατάλοιπα-μαρτυρίες της ζωής, της δράσης, των περιπετειών και των επιτευγμάτων των προηγούμενων γενεών από την Αρχαιότητα ως σήμερα, έχει προφανώς συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στο ενδιαφέρον που ανέπτυξα για τις επιστήμες που έχω σπουδάσει. Πιστεύω, επίσης, ότι η εμπειρία της ζωής των ανθρώπων που έζησαν πριν από μας, μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε σε μεγαλύτερο βάθος την ανθρώπινη φύση μας και την αναγκαιότητα της συνύπαρξης και της συνεργασίας με τους άλλους συνανθρώπους μας.

Μ.Γ.: Οι σπουδές σας δεν απέχουν πολύ από τη συγγραφή. Εσείς ποια κοινά στοιχεία βρίσκετε;

Ν.Κ.: Πράγματι δεν απέχουν, αν και η επιστήμη θέτει αυστηρούς κανόνες και σε υποχρεώνει να ακολουθείς πιστά συγκεκριμένη μέθοδο έρευνας και συγγραφής. Το κυριότερο κοινό στοιχείο είναι η ενασχόληση με τη ζωή των ανθρώπων στο παρελθόν και η προσπάθεια για την κατανόηση των συνθηκών της ζωής τους και της δράσης τους.

Μ.Γ.: Πότε ξεκινήσατε να γράφετε λογοτεχνικά βιβλία;

Ν.Κ.: Τόλμησα να ασχοληθώ με το απαιτητικό εγχείρημα της συγγραφής λογοτεχνικών βιβλίων, από τη στιγμή που συνταξιοδοτήθηκα. Δεν ήταν μόνον ο ελεύθερος από υπηρεσιακούς περισπασμούς χρόνος που απέκτησα, αλλά κυρίως μια εσωτερική ανάγκη να «ζωντανέψω» – μέσω της μυθοπλασίας – κάποια ιστορικά θέματα που με είχαν συγκινήσει, αλλά η επιστημονική έρευνα και η υπηρεσιακή μου δέσμευση δεν μου επέτρεπαν να τα προσεγγίσω με την ελευθερία που μόνον η λογοτεχνία παρέχει. Πολλές φορές στο παρελθόν είχα σκεφτεί πόσο ενδιαφέρον θα μπορούσε να έχει για τους ανθρώπους που αγαπούν την ιστορία αλλά δεν έχουν τον χρόνο ή τη δυνατότητα να τη σπουδάσουν, η παρουσίαση ιστορικών προσωπικοτήτων ή γεγονότων με τον γοητευτικό μανδύα της μυθοπλασίας.

Μ.Γ.: Γράφετε ιστορικά βιβλία. Τι αποτελεί έμπνευση για εσάς σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο ώστε να γράψετε γι’ αυτήν;

Ν.Κ.: Με ελκύουν όλες οι ιστορικές περίοδοι και μου αρέσει να εντοπίζω τις ομοιότητες και τις διαφορές τους, τις συνέχειες και τις ασυνέχειες της εξέλιξής τους. Πώς δηλαδή αντιμετώπισαν οι άνθρωποι σε κάθε εποχή τα προβλήματα και τις προκλήσεις του περιβάλλοντος, της επιβίωσης, της ανάγκης για καλλιτεχνική έκφραση, της μεταφυσικής αναζήτησης, Αυτό που αποτελεί αφορμή έμπνευσης δεν είναι για μένα μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδος, αλλά κάποια προσωπικότητα ή γεγονός, έστω και από τα «παραλειπόμενα» της ιστορίας, που αγγίζει τις προσωπικές μου ανησυχίες και ενδιαφέροντα.

Μ.Γ.: Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο σας «Η χρυσή κύλικα». Σε ποια ιστορική περίοδο αναφέρεται;

Ν.Κ.: Η «Χρυσή κύλικα» αναφέρεται στα χρόνια της μεγάλης ακμής της Μακεδονίας, δηλαδή στην εποχή του Φιλίππου Β΄ και του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Το κύριο μέρος όμως της δράσης διεξάγεται στην αρχαία Αθήνα, η οποία βίωνε πλέον πολιτική και οικονομική παρακμή, παρά την αδιαμφισβήτητη πνευματική και καλλιτεχνική της πρωτοκαθεδρία σε όλο τον ελληνικό κόσμο. Υπάρχει όμως και μια παράλληλη αστυνομικού χαρακτήρα ιστορία που αναφέρεται στη σύγχρονη εποχή και που συνδέεται με την αρχαία, μέσω της «χρυσής κύλικας» του τίτλου.

Μ.Γ.: Ποια είναι η χρυσή κύλικα που δανείζει στο βιβλίο τον τίτλο;

Ν.Κ.: Η χρυσή κύλικα ήταν ένα βαρύτιμο αγγείο το οποίο κατηγορήθηκε, συκοφαντικά κατά πάσα πιθανότητα, ότι δέχθηκε ως δωροδοκία ο διάσημος Αθηναίος ρήτορας Δημοσθένης από τον κλέφτη του θησαυρού του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τον Άρπαλο, για να ασκήσει στην Εκκλησία του Δήμου των Αθηναίων τη μεγάλη πολιτική του επιρροή υπέρ του φυγάδα θησαυροφύλακα, που ζητούσε πολιτικό άσυλο.

Μ.Γ.: Όλα τα ιστορικά στοιχεία που αναφέρονται στο βιβλίο ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ή παρεμβαίνει η μυθοπλασία;

Ν.Κ.: Ασφαλώς παρεμβαίνει μυθοπλασία, αλλιώς δεν θα επρόκειτο για μυθιστόρημα, αλλά για ιστορική μελέτη. Ωστόσο, όπου εμπλέκονται ιστορικά πρόσωπα (Αλέξανδρος, Δημοσθένης, Φωκίων, Αριστοτέλης, Άρπαλος, Χαρικλής, Ολυμπιάδα, Αντίπατρος, Ταυρίσκος, Νικάνωρ, Καλλισθένης, Φίλα, Βαρσίνη, Ευρυδίκη, Πυθιονίκη κ.ά.), έχω προσέξει να μην αφίσταμαι από την ιστορική αλήθεια. Το ίδιο και σε ό,τι αφορά πολιτικά, πολεμικά και διπλωματικά ιστορικά γεγονότα, αποφάσεις ηγετών, θρησκευτικές εκδηλώσεις, τοπωνύμια, τον υλικό πολιτισμό (κατοικίες, έπιπλα, ενδύματα κ.λπ.) και άλλες πλευρές της καθημερινής ζωής των ανθρώπων της εποχής. Αλλά η βασική μου πρωταγωνίστρια, η Καλλινίκη, όπως και η νεαρή θεραπαινίδα της Αντιγόνη, ο Τυρίμμας και ο δούλος του Χαρικλή Λεόντιος, είναι προϊόντα μυθοπλασίας. Φυσικά, καθαρή μυθοπλασία είναι και η σύγχρονη αστυνομική ιστορία.

Μ.Γ.: Αν και το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου αναφέρεται στην ιστορική περίοδο των Μακεδόνων βασιλέων, έντεχνα έχετε εισχωρήσει τη σημερινή εποχή. Τι θέλατε να τονίσετε;

Ν.Κ.: Ήθελα να τονίσω αυτό που και σε προηγούμενη ερώτηση απάντησα, ότι δηλαδή θεωρώ πως οι άνθρωποι σε όλες τις εποχές έχουν κοινά προβλήματα και συναισθήματα.

Μ.Γ.: Η Καλλινίκη υπήρξε ως πρόσωπο, ή είναι το στοιχείο της μυθοπλασίας που συνδέει εκείνη την εποχή με τη σημερινή;

Ν.Κ.: Η Καλλινίκη είναι προϊόν μυθοπλασίας. Οι περιπέτειες όμως της ζωής της, π.χ. η αιχμαλωσία της κατά την καταστροφή της Ολύνθου και η ζωή της στο «αρχοντικό» του «αφέντη» της, στηρίζονται σε στοιχεία που ίσχυαν γενικά για τα θύματα πολέμου και ειδικότερα για την τύχη των αιχμαλώτων της Ολύνθου, της Θήβας και άλλων πόλεων που καταστράφηκαν από τους εχθρούς. Ομοίως η μοίρα των οικογενειών ανθρώπων που είχαν εξοριστεί, που υπηρετούσαν ως μισθοφόροι σε ξένους στρατούς, που είχε δημευθεί για πολιτικούς λόγους η περιουσία τους ή είχαν άλλα παρόμοια βάσανα, παρουσιάζεται μέσα από πρόσωπα που είναι προϊόντα μυθοπλασίας αλλά στηρίζεται σε ιστορικά στοιχεία.

Μ.Γ.: «Τα μεγάλα ηθικά διλήμματα και τα προσωπικά πάθη των ανθρώπων παραμένουν διαχρονικά», αναφέρετε στο οπισθόφυλλο. Τελικά, οι σύγχρονοι Έλληνες φέρουμε στο αίμα μας το DNA των αρχαίων προγόνων μας;

Ν.Κ.: Δεν έχω γνώσεις βιολογίας που θα μου επέτρεπαν να απαντήσω στο ερώτημα αυτό. Οι σύγχρονοι Έλληνες ζούμε στον ίδιο γεωγραφικό χώρο με τους αρχαίους, μιλάμε την ίδια γλώσσα (φανταστείτε ότι το σημερινό μας λεξιλόγιο δεν είναι πολύ διαφορετικό από εκείνο του Ομήρου), έχουμε κοινή ιστορική παράδοση και σε μεγάλο βαθμό κοινή ιστορική συνείδηση. Προφανώς σημειώθηκαν εκούσιες ή ακούσιες μετακινήσεις, καθώς και επιμιξίες πληθυσμών, σε διάφορες ιστορικές περιόδους. Αλλά δεν πιστεύω ότι οι περιστασιακές αυτές ασυνέχειες ανέτρεψαν την ουσιαστική συνέχεια της ζωής των κατοίκων αυτής της χώρας. Εξάλλου, λίγο πολύ αυτό ισχύει, πιστεύω, για τις περισσότερες χώρες και λαούς.

Μ.Γ.: Αν και είστε ιστορικός και αρχαιολόγος, χρειάστηκε να αναζητήσετε πληροφορίες από άλλες πηγές για τη συγγραφή του βιβλίου;

Ν.Κ.: Ασφαλώς αναζήτησα πληροφορίες, γιατί ποτέ κανείς δεν «τα ξέρει όλα». Ακόμα κι όταν ήμουν βέβαιη ότι γνώριζα κάτι, αναζητούσα πάντοτε επιβεβαίωση ή συμπλήρωση και ενδεχόμενη διόρθωση της αρχικής μου γνώσης. Οι σπουδές μου στην Ιστορία και την Αρχαιολογία εκτιμώ ότι αποτελούν ένα σημαντικό εφόδιο, όχι για να έχω επάρκεια γνώσεων (αυτήν ποτέ κανένας δεν μπορεί να την αποκτήσει), αλλά για να εντοπίζω και να ερευνώ με μεγαλύτερη ευκολία τις πηγές από τις οποίες αντλώ τις πληροφορίες μου.

Μ.Γ.: Υπάρχουν κάποια σημεία που σας δυσκόλεψαν ιδιαίτερα ώστε να αποδοθούν σωστά;

Ν.Κ.: Βεβαίως υπάρχουν. Ένα από αυτά ήταν η αναφορά μου στα Ελευσίνια Μυστήρια. Μελέτησα πολύ για να έχουν εγκυρότητα όσα γράφω, γιατί το θέμα ήταν απαγορευμένο και δεν γνωρίζουμε σήμερα παρά μονάχα εξωτερικά στοιχεία από το μεγάλο αυτό θρησκευτικό κεφάλαιο της αρχαίας Αθήνας.

Μ.Γ.: Αν και στο βιβλίο σας όλα – σχεδόν – έχουν αφετηρία τον Μέγα Αλέξανδρο, ελάχιστες είναι οι πληροφορίες που δίνετε για τον ίδιο. Σκέφτεστε, μήπως, να γράψετε μια μυθιστορηματική ιστορία για τη ζωή του;

Ν.Κ.: Η ζωή και έργο του Μεγάλου Αλεξάνδρου έχουν αποτελέσει αντικείμενο συγγραφής από πάρα πολλούς ιστορικούς και λογοτέχνες. Νομίζω ότι δύσκολα θα μπορούσε κανείς να προσθέσει κάτι περισσότερο. Υπάρχουν όμως παράπλευρες πτυχές της ιστορίας του, όπως π.χ. το σκάνδαλο του Άρπαλου στον οποίο αναφέρεται η «χρυσή κύλικα», που δεν είναι πολύ γνωστές στους μη ειδικούς και που θα μπορούσαν να αποτελέσουν θέματα για ιστορικά μυθιστορήματα. Εννοείται ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί η αρχαιολογική σκαπάνη να φέρει στο φως συγκλονιστικά στοιχεία για τον μεγαλύτερο στρατηλάτη όλων των εποχών, οπότε η σχετική βιβλιογραφία θα εκτοξευθεί και πάλι!

Μ.Γ.: Υπάρχουν σημεία στα οποία πίσω από τις λέξεις βρίσκεται ο δικός σας χαρακτήρας και τα δικά σας συναισθήματα;

Ν.Κ.: Δικά μου συναισθήματα και ιδίως σκέψεις εκφράζω κυρίως στα σημεία που η Καλλινίκη αναρωτιέται για τις προσωπικές της ευθύνες και δυνατότητες διευθέτησης των προβλημάτων της, όπως και στα σημεία που η σύγχρονη πρωταγωνίστρια, η Ρίκα, εκθειάζει τη σημασία της ιστορικής επιστήμης.

Μ.Γ.: Αφού σας ευχαριστήσω και σας ευχηθώ καλοτάξιδο το βιβλίο σας, θα σας ζητήσω να κλείσετε με μια δική σας φράση αυτή τη συνέντευξη.

Ν.Κ.: Σας ευχαριστώ θερμά για τις ευχές σας, όπως και τους αναγνώστες που θα μου κάνουν την τιμή να διαβάσουν το βιβλίο μου. Ελπίζω ότι το βιβλίο μου θα συμβάλει στο να πλησιάσουν και να αγαπήσουν οι αναγνώστες στο πρόσωπο της Καλλινίκης τους απλούς, άσημους ανθρώπους που έζησαν στη σκιά ισχυρών προσωπικοτήτων και που δεν έγιναν ποτέ διάσημοι, ώστε να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των ιστορικών αλλά η ζωή τους ήταν εξίσου ενδιαφέρουσα και περιπετειώδης με τις δικές μας.

*Το βιβλίο «Η χρυσή κύλικα» της Νατάσας Κυρκίνη-Κούτουλα κυκλοφορεί από την Άνεμος εκδοτική

Βιογραφικό

Η Νατάσα Κυρκίνη-Κούτουλα γεννήθηκε στη Δράμα. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, από το οποίο έλαβε και το διδακτορικό της δίπλωμα στην Ιστορία.
Υπηρέτησε ως καθηγήτρια Φιλολογίας σε Γυμνάσια και Λύκεια και ως Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων. Διετέλεσε επίσης, Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, με αρμοδιότητα το μάθημα της Ιστορίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έχει συμμετάσχει σε πολλά ιστορικά και παιδαγωγικά συνέδρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και είναι συγγραφέας βιβλίων και άρθρων σχετικών με τη διδακτική του μαθήματος της Ιστορίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και με τη νεότερη ελληνική Ιστορία.
Είναι παντρεμένη, μητέρα δύο παιδιών και γιαγιά μιας εγγονής. Από τότε που συνταξιοδοτήθηκε, αφιερώνει τον ελεύθερο χρόνο της στη μελέτη της ελληνικής ιστορίας και στη συγγραφή ιστορικών μυθιστορημάτων.
Aπό την Άνεμος εκδοτική κυκλοφορεί το βιβλίο της «H χρυσή κύλικα» (μυθιστόρημα, 2017)

.

%d bloggers like this: