ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ

«Αλγεινόν Ύδωρ», είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου της Λαμπρίνας Α. Μαραγκού που κυκλοφορεί από την Άνεμος Εκδοτική. «Το νερό πονά. Η ροή του συντονίζεται με την κοσμική ψυχή. Αγκαλιάζει ή διώχνει το σώμα που βυθίζεται μέσα του. Το νερό νιώθει, αισθάνεται. Κλαίει και γελάει, οργίζεται ή χαίρεται, αγκαλιάζει ή πνίγει», αναφέρεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.

Η συγγραφέας αφουγκράζεται τον εσώτερο εαυτό της, ώστε με την ιδιαίτερα ευφυή συγγραφική πένα της, να ξεδιπλώσει τη δική της προοπτική για τη ζωή, «για όλα αυτά που νομίζουμε πως δεν υπάρχουν αλλά υπάρχουν και μας επηρεάζουν, για την δυναμική της ψυχής μας που κοντεύουμε να ξεχάσουμε πως υπάρχει», τονίζει η ίδια.

ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Κυρία Μαραγκού είστε φιλόλογος, μία επιστήμη που δεν είναι μακριά από τη συγγραφή. Τι σας ώθησε προς τη συγγραφή βιβλίων;

ΛΑΜΠΡΙΝΑ ΜΑΡΑΓΚΟΥ: Η ερώτηση αυτή πάντα μου γίνεται και πάντα απαντώ, πως η συγγραφή είναι μια ανάγκη που την έχεις ή δεν την έχεις. Η έκθεση των σκέψεων, των συναισθημάτων και των συλλογισμών, είναι η προσπάθεια του ίδιου του συγγραφέα να διαλευκάνει το μυστήριο της ύπαρξης, την ερώτηση που θέτει και η φιλοσοφία: ποιοι είμαστε, πού πάμε και από πού ήρθαμε…

Μ.Γ.: Γράφετε μυθιστορήματα, δοκίμια, άρθρα σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Τι είναι για εσάς η συγγραφή;

Λ.Μ.: Είναι το παράθυρο που ανοίγω στον εσώτερό μου εαυτό. Τον ακούω, τον αφουγκράζομαι και στο τέλος προσπαθώ να αποκωδικοποιήσω αυτά που νομίζω ότι μου ψιθύρισε.

Μ.Γ.: Το βιβλίο σας «Χνάρια στην άμμο» έχει βραβευτεί από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά. Πώς εισπράξατε αυτήν την επιτυχία σας;

Λ.Μ.: Με πολλή χαρά! Η μικρασιατική καταστροφή και σαν ιστορικό αλλά και σαν άνθρωπο, με έχει συγκλονίσει. Μεγάλωσα με την Διδώ Σωτηρίου και την Μαρία Ιορδανίδου, την Λαμπαδαρίδου-Πόθου και τον Βενέζη, και με άλλους συγγραφείς της γενιάς του ’30 και οι λέξεις τους μπήκαν βαθιά μέσα μου. Η οικειότητα που νιώθω μ’ όλους αυτούς τους συγγραφείς, με έκανε να διηγηθώ μια δική μου ιστορία με απώτερο σκοπό να μάθουν οι έφηβοι τι ακριβώς συνέβη τότε, από μια διαφορετική σκοπιά, πιο ανθρώπινη, πιο οικεία για εκείνους. Ίσως έτσι και να καταλάβουν το δράμα που συντελείται και στις μέρες μας μ’ όλη αυτή την προσφυγιά….

Μ.Γ.: Πρόσφατα κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά σας «Αλγεινόν ύδωρ». Αλγεινός είναι αυτός που προκαλεί πόνο. Εσείς σε τι είδους «ύδωρ» αναφέρεστε;

Λ.Μ.: Το νερό είναι το κύριο συστατικό μας, το συναίσθημα που κυλάει μέσα μας. Επειδή τα πάντα έχουν να κάνουν με την ροή, μέσα στη λέμφο κυκλοφορεί ο πόνος και η ευτυχία, η χαρά και η θλίψη. Δηλαδή ο ίδιος ο άνθρωπος. Το άλγος είναι το κατ’ εξοχήν στοιχείο της ύπαρξής μας. Μας πονά και μας μαθαίνει, και μέσα από την εμπειρία που δίνει το ίδιο το νερό, φτιάχνουμε τη ζωή μας.

Μ.Γ.: Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για το συγκεκριμένο βιβλίο σας;

Λ.Μ.: Δεν ξέρω. Νομίζω πως ήθελα να μοιραστώ αυτά που η ίδια είχα ανακαλύψει -ή νομίζω πως έχω ανακαλύψει. Η προοπτική μου για τη ζωή, για όλα αυτά που νομίζουμε πως δεν υπάρχουν αλλά υπάρχουν και μας επηρεάζουν, για την δυναμική της ψυχής μας που κοντεύουμε να ξεχάσουμε πως υπάρχει. Και δεν εννοώ κάτι μεταφυσικό, εννοώ αυτό που ανακαλύπτουμε και που μέχρι να το ανακαλύψουμε θεωρούμε πως είναι μαγεία, σάλεμα, όπως το αποκαλεί ο καθένας που αρνείται την πολυδιάστατη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο δυτικός ορθολογισμός μάς εξουθένωσε, μας απέλπισε, μας ισοπέδωσε. Καιρός να δούμε πίσω από αυτόν.

Μ.Γ.: «Οι επιλογές του σ’ αυτή την εξορία, που επέβαλε μόνος του τον εαυτό του, δεν ήταν μεγάλες», γράφετε για τον ήρωά σας. Τι τον ώθησε να εξορίσει τον εαυτό του;

Λ.Μ.: Το μεγάλο πρόβλημα του ήρωα και όλων μας, είναι η απόσταση που κρατάμε από τον εαυτό μας. Τον φοβόμαστε, τον απορρίπτουμε, τον τοποθετούμε στη σφαίρα της μη ύπαρξης. Η συνειδητότητά μας έχει εξαφανιστεί και ζούμε στον υπέρλαμπρο κόσμο του φαίνεσθαι και όχι του είναι. Ξέρετε, είναι πιο βολικό και εύκολο να ζούμε για το περιτύλιγμα. Το περιεχόμενο αποτελεί πρόβλημα, και ο ήρωας διαλέγει να δει το πρόβλημα ακριβώς επειδή τον ενδιαφέρει να δει παραπέρα. Είναι αυτό το πλατωνικό «επέκεινα», αυτή η καταπληκτική λέξη που δίνει απεριόριστη δύναμη. Το ψάχνει, και στην καλύτερη των περιπτώσεων, στη γέννηση και στο θάνατο, το ψηλαφεί. Οι επιλογές δεν έχουν να κάνουν με την κοινωνικότητα, αλλά με την εσωτερικότητα.

Μ.Γ.: «…πέφτουν στη λούμπα του έρωτα, της μεγαλύτερης αυταπάτης που υπάρχει», γράφετε για τον έρωτα. Είναι αυταπάτη ο έρωτας;

Λ.Μ.: Όπως παρουσιάζεται, ναι. Εμπορευματοποιήθηκε το πρωταρχικό συναίσθημα, η πρώτη ύλη του σύμπαντος. Μπήκε στα στεγανά μιας κοινωνικής φυλακής, ορίστηκε με λάθος ορισμό, εκδηλώθηκε με αφελή εικονογραφία, εξυμνήθηκε με εκφράσεις που ανέκαθεν εξυπηρετούσαν μια πολιτικοοικονομική εστέτ. Απέτυχε να εκφράσει τον έρωτα, σαν ιδέα, τον έρωτα, σαν συμπαντική δημιουργία, τον έρωτα, σαν δύναμη. Ο ερωτευμένος είναι ανίκητος, άρα ασύμφορος και επιβλαβής στην κοινωνία της εξουσίας. Στο κατεστημένο. Έπρεπε να αλλάξει σημασία. Και του την αλλάξανε, καθώς συγχρόνως του αλλάξανε και τα φώτα… ή καλύτερα του στερήσανε το φως. Το σεξ, υποκατάστατο του συναισθήματος, κύλησε την ερωτική μαγεία στη λάσπη της κατανάλωσης. Η θρησκεία από την άλλη, έβαλε τους φραγμούς της πατριαρχικής δομής με μεγάλη επιτυχία, καθώς απεμπόλησε την ερωτική επιθυμία και την θεώρησε κάτι αναίσχυντο. Και να πώς ο έρωτας που δημιουργείται από την αθωότητα και την καθαρότητα, κατέληξε να δυστυχεί τον άνθρωπο, να τον περιορίζει, να τον κάνει δούλο. Με έρωτα δημιουργήθηκε το σύμπαν, με έρωτα ο άνθρωπος θα ήταν άνθρωπος. Αλλά αυτό δεν συνάδει με τις επιταγές της κοινωνικής εξουσίας που απώτερος της σκοπός είναι η δημιουργία πειθήνιων μαζών, μάζες που δεν αφήνονται να καταλάβουν την ιερότητα του έρωτα.

Μ.Γ.: Η Μάρθα απέφευγε το παιδί της «γιατί δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα μαζί του». Πού οφειλόταν η αδυναμία της;

Λ.Μ.: Η παθογένεια των κοινωνιών και η πατριαρχία, δημιουργούν μανάδες τέρατα που μόνη τους επιθυμία είναι να εξουσιάζουν τα ίδια τους τα παιδιά. Είναι αυτό που τους έμαθαν να κάνουν οι δικές τους μανάδες, καθώς τους έκοψαν τα φτερά και τις διέταξαν να υποταχθούν στην δομή την οποία και τελικά, δεν ήξεραν από ποιους τους είχε υποβληθεί. Ο εξουσιαστικός άνθρωπος είναι ο δυστυχισμένος, είναι ο δούλος, είναι ο κοινωνικά παραδεκτός. Όταν δεν μπορείς να ελέγξεις κάποιον, τον απορρίπτεις, ή σκοτώνοντας τον ή αδιαφορώντας για κείνον. Η εξουσιαστική μάνα το παθαίνει αυτό: όταν δεν μπορεί να ελέγξει το παιδί της, το απομακρύνει από κοντά της, το αμφισβητεί, το ξεσκίζει…

Μ.Γ.: «Ποιος είπε ότι χρειάζονται δυο για να χορέψουν ένα ταγκό;» ρωτάτε σ’ ένα σημείο. Τι είδους ταγκό χορεύει κάποιος μόνος του;

Λ.Μ.: Μα κανείς δεν είναι μόνος του. Έχει τον εαυτό του, τον ανώτερο ή τον εσώτερο και πορεύεται μαζί του. Έχει τις σκέψεις του και τον εσωτερικό του μονόλογο. Η μοναξιά εφευρέθηκε για τους αδύναμους, τους εξαρτημένους. Ο άνθρωπος ως μονάδα είναι υπερπλήρης, είναι παντοδύναμος, είναι ένας «μικρός θεός» όπως λέει και ο Ελύτης. Για ποια μοναξιά μιλάμε;

Μ.Γ.: «Όταν η φαντασία γεννιέται, πεθαίνει η ψευδαίσθηση της αλήθειας». Πόσο απέχει η φαντασία από την ψευδαίσθηση;

Λ.Μ.: Η φαντασία περιέχει, σαν λέξη, μέσα της το φως. Το φως λοιπόν όταν εγκλωβίζεται στην ψευδοπραγματικότητα που ζούμε, παύει να φωτίζει τόσο ζωηρά, χάνεται και θαμπώνει. Η αλήθεια που ζούμε εδώ, στις τρεις διαστάσεις, είναι ένα ψέμα, ένα απεικόνισμα σκιών που μας έρχεται παραποιημένο, γι’ αυτό είναι ψευδαίσθηση. Πηγαίνοντας προς το φως, ανιχνεύουμε την πραγματική αλήθεια, που δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτό που μας έχουν πείσει πως είναι η αλήθεια. Η αλήθεια εδώ εξυπηρετεί τα κοινωνικά συμφέροντα μιας κάστας που περιλαμβάνει την πολιτική, τη θρησκεία, την κοινωνική συμπεριφορά. Όλα ψεύτικα, όλα έχουν επιβληθεί για να υποδουλωθεί πιο εύκολα η ύπαρξή μας. Ευτυχώς δεν τους βγαίνει πάντα, γιατί υπάρχει η φιλοσοφία.

Μ.Γ.: Ο Χριστόφορος φοβάται το νερό. Τι είναι αυτό που πραγματικά φοβάται;

Λ.Μ.: Να αντιμετωπίσει τον εαυτό του. Την γήινη πλευρά του εαυτού του και την πνευματική του συγχρόνως. Είναι πολύ δύσκολο να αντικρίσουμε τον κόσμο μ’ άλλα μάτια. Είναι ψυχοφθόρο και συνάμα γενναίο να σταθούμε μπροστά στον καθρέφτη μας και να δηλώσουμε πως βλέπουμε το είδωλό μας, αυτό που αναγκαστήκαμε να φτιάξουμε εδώ, και να παραδεχτούμε ότι υπάρχει κάτι πιο σημαντικό, πιο αληθινό, πίσω από αυτό. Να δούμε τον Μινώταυρο που κατασκεύασε για μας το κοινωνικό στάτους, να καταλάβουμε πως δεν υπάρχει και πως εμείς παίζουμε ένα παιχνίδι. Ο Πλάτωνας ισχυρίζεται πως το διαλέγουμε -δεν ξέρω. Το θέμα όμως είναι να κατανοήσουμε το παιχνίδι και να υποψιαστούμε ότι η ουσία είναι κρυμμένη γιατί είναι επικίνδυνη…. Το νερό μεταφέρει όλες τις μνήμες, όλες τις σκέψεις, όλο το αστρικό μεγαλείο της ύπαρξής μας. Για αυτό και ο ήρωας μέχρι να εξοικειωθεί μαζί του, το φοβάται. Φοβάται αυτό που τον ξεπερνά, αυτό που δεν έχει μάθει να διαχειρίζεται.

Μ.Γ.: Υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος συμβολισμός στο άγαλμα της μάνας γης, στον σεισμό, στη Λευκοθέα, στον Μινώταυρο και γενικότερα στην ιστορία που αφηγείστε;

Λ.Μ.: Πρόκειται για τις ρίζες της αυτογνωσίας μας. Η μητριαρχία ήταν πολύ κοντά σε αυτό που αποκαλούμε συνείδηση. Η επαφή με τη φύση, και επομένως με το θείο, ήταν δεδομένη. Τα μυστήρια ήταν μια κοινή καθημερινότητα που μυούσαν τον άνθρωπο στη διαδρομή που είχε επιτελέσει και τον μάθαιναν να μην φοβάται τον θάνατο. Ο δυτικός πολιτισμός έπαιξε ένα ωραιότατο παιχνίδι με τον θάνατο. Τον θεώρησε το τέλος, με μαεστρία τον συσχέτισε με τη θρησκεία, τον όρθωσε μπροστά στην ανθρώπινη φύση σαν το τέλος της πορείας. Όχι γιατί λυπήθηκε τον άνθρωπο, αλλά γιατί έτσι τον βόλεψε. Το μαρτύριο του παραδείσου και της κόλασης, αυτόματα περιόρισε την ψυχή του ανθρώπου και την εγκλώβισε στο μάταιο παιχνίδι που πιόνι του ο ίδιος, εξυπηρετούσε τους σκοπούς των δυνατών. Ο πόλεμος, το αίμα, η βία, ήρθαν με τη μορφή μιας «πολιτισμένης» κοινωνίας, τιμωρητικής, τη στιγμή που η ίδια η κοινωνία είχε εξαναγκάσει την ανθρωπότητα σε συμβάσεις. Εδώ είναι το μυστικό της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, που η πατριαρχική αρχαιοελληνική ποίηση και φιλοσοφία είχε την τόλμη να αναδείξει.

Μ.Γ.: ΑΝΑΓΚΗ, γράφετε σ’ ένα σημείο, με κεφαλαία γράμματα. Μας εξηγείτε τι θέλετε να τονίσετε;

Λ.Μ.: Η αναγωγή σε κύκλο, δηλαδή στην ανάγκη, είναι η πορεία του σύμπαντος και κατ’ επέκταση του ανθρώπου. Ο κύκλος, το τέλειο γεωμετρικό σχήμα, δίχως αρχή και τέλος, δείχνει την υπέρβαση της ψυχής, το συνεχές της αλλά και δυνατότητα να γνωρίζει και να προσπαθεί, να τελειωθεί. Κάθε σημείο του κύκλου είναι συγχρόνως το τέλος και η αρχή, ο θάνατος και η γέννηση. Υπάρχει κάτι πιο μεγαλειώδες από αυτό;

Μ.Γ.: Αφού σας ευχαριστήσω και σας ευχηθώ καλοτάξιδο το βιβλίο σας, θα σας ζητήσω να κλείσετε αυτή τη συνέντευξη με μια αγαπημένη σας φράση μέσα από το βιβλίο.

Λ.Μ.: O ίδιος ο τίτλος είναι η αγαπημένη μου φράση. Ο πόνος που ορίζει τη χαρά, το άλγος που είναι συγχρόνως και η θεραπεία. Το αλγεινόν ύδωρ, είναι το νερό που μας πονά, που πονά και το ίδιο και που μέσα του κρύβεται η καταγωγή μας, η ουσία μας και ο προορισμός μας. Μας μαθαίνει, μας στοιχειώνει, μας χαϊδεύει. Ας το αγκαλιάσουμε, όσο μπορούμε να αγκαλιάσουμε κάτι που συνέχεια φεύγει και που συνέχεια μας αποκαλύπτει τα μυστικά μας, μας μυεί και μας δίνει την ψευδαίσθηση πως είδαμε, έστω και για λίγο, την φύση μας.

*Το βιβλίο «Αλγεινόν ύδωρ» της Λαμπρίνας Α. Μαραγκού κυκλοφορεί από την Άνεμος Εκδοτική.

Βιογραφικό

Η Λαμπρίνα Α. Μαραγκού γεννήθηκε, σπούδασε και εργάζεται στην Αθήνα ως φιλόλογος στο 2ο Πειραματικό Λύκειο Αθηνών. Είναι πτυχιούχος της Γαλλικής Φιλολογίας και του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, έλαβε δε το διδακτορικό της δίπλωμα στη Συγκριτική Λογοτεχνία από το Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Στην παρούσα χρονική περίοδο, εκπονεί μεταδιδακτορική έρευνα για το αρχαίο θέατρο, στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.
Έχει εκδώσει τρία μυθιστορήματα και δύο δοκίμια, ενώ έχει δημοσιεύσει μεγάλο αριθμό άρθρων σε πληθώρα λογοτεχνικών περιοδικών και εφημερίδων.
Για το μυθιστόρημά της Χνάρια στην Άμμο έχει βραβευτεί από την Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά. Είναι Πρόεδρος της Ενωτικής Πορείας Συγγραφέων, μέλος της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς και μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του λογοτεχνικού περιοδικού ΟΜΠΡΕΛΑ.

Εργογραφία
«Η αγάπη φοράει φτερά από μετάξι», Άγκυρα, 2006.
«Πάθος», Άγκυρα, 2007.
«Το καλοκαίρι με τη Μέδουσα», Άγκυρα, 2008.
«Γιώργος Χειμώνας, Ο Ιανός της ελληνικής λογοτεχνίας», Μπαρτζουλιάνος, 2008.
«Χνάρια στην Άμμο», Ρώμη, 2015.
«Η σάρκα σου ως έμφυτος επίδεσμος», Ρώμη, 2015.
«Μάτση Χατζηλαζάρου, από την ποίηση στην μύηση», Παπαζήση, 2016.

Μεταφράσεις
«Βασικά Κείμενα Φιλοσοφίας», Παπαζήση, 2015.
«Ο Ζαν Κοκτώ της νιότης μου» (υπό έκδοση).

Από την Άνεμος Εκδοτική κυκλοφορoύν τα βιβλία της
Ποτέ δεν φτάνει το αρκετό
Αλγεινόν ύδωρ

.

%d bloggers like this: