ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΗ ΡΟΥΤΟΥΛΑ

«Η Άννα ήταν πολύ ερεθισμένη. Η φωτιά που σιγόκαιγε μέσα της ζητούσε άμεση ικανοποίηση…». Πέταξε το στυλό με αηδία από το χέρι της, κοίταξε ανέκφραστη τις τελευταίες γραμμές. «Εγώ έγραψα αυτήν την αηδία;» συλλογίστηκε, λες και δεν πίστευε ούτε αυτή η ίδια στα μάτια της.

Σηκώθηκε από την καρέκλα και κατευθύνθηκε βαριεστημένα στην κουζίνα. Έφτιαξε έναν καφέ, άναψε τσιγάρο και ξανακάθισε στο γραφείο της. Έπιασε και με τα δυο της χέρια τους κροτάφούς της. Καθόταν σιωπηλή, σκυμμένη, απογοητευμένη. «Τι να πήγε στραβά, άραγε;» αναρωτήθηκε. «Γιατί δεν μπορώ; Γιατί να μην είναι όπως παλιά;»

Σχημάτισε ένα νούμερο στο τηλέφωνο. Μια καινούρια φίλη, μια πρόσκαιρη φίλη, μια τοπική φίλη. Τα χιλιόμετρα καθορίζουν τις φιλίες μας και τις σχέσεις μας. Τα χιλιόμετρα σε κάνουν να ξεφεύγεις από τις υποχρεώσεις σου. Σε λυτρώνουν. Μίλησε αρκετή ώρα στο τηλέφωνο. Βρόντηξε το ακουστικό. «Είμαι ανεύθυνη», σκέφτηκε. «Γυρεύω αφορμή για να σηκωθώ από αυτό το ευλογημένο γραφείο. Γυρεύω αφορμή για να μην ξαναδώ χαρτί και μολύβι στην ηλίθια – κατά τ’ άλλα – ζωή μου. Χωρίς εργασία δεν γίνεται τίποτα. Χωρίς υπομονή. Χωρίς κόπο».

«Πού σκατά πήγε το ταλέντο; Πού στο διάολο χάθηκε τελείως η όρεξη; Όχι πως υπήρξα ποτέ ιδιαίτερα εργατική, αλλά τον τελευταίο καιρό έχω καταντήσει μια σκιά που ακολουθεί τον παλιό, καλό εαυτό. Μια σκιά που παχαίνει αδιάκοπα. Ανησυχητικά. Που πίνει αλκοόλ χωρίς μέτρο. Που στριφογυρίζει σ’ έναν άδειο κόσμο, χαζολογώντας και ξοδεύοντας χρήματα χωρίς να ικανοποιείται με τίποτα. Πού μπορείς να ικανοποιήσεις το ανικανοποίητο;».

Κοίταξε με τρόμο τις λευκές σελίδες μπροστά της. Ένα τετράδιο με άσπρες, άδειες σελίδες. Ένα άγραφτο τετράδιο. Ένα τίποτα, δηλαδή. Κομμάτια χαρτί με την χαρακτηριστική μυρωδιά τους. Τη μυρωδιά της κόλλας και του αλύγιστου τυπωμένου φύλλου – του τόσο σκληρού και καινούριου – που γρατζουνίζει το τρυφερό ανθρώπινο κρέας. Ένα χαρτί που αυτή έπρεπε να μαλακώσει. Να του δώσει ατμόσφαιρα και χαρακτήρα. Να το τυραννήσει μουτζουρώνοντας. Μια παλιά δύναμη που κοιμόταν μέσα της, χωρίς να λέει να ξυπνήσει.

Υπήρχε μέσα της. Το ήξερε πως υπήρχε. Είχε εμφανιστεί θριαμβευτικά πολλές φορές μέχρι τώρα. Από τότε που κατάλαβε τον εαυτό της. Από την αρχή της εφηβείας της. Χρόνια τώρα. Ερχόταν από μόνο του, χωρίς πρόσκληση. Φούσκωνε μέσα στο στήθος της. Ξεχείλιζε. Ήταν ανάγκη που έπρεπε να ικανοποιηθεί άμεσα. Και τότε, το καλό της χέρι, το δεξί, βούταγε το στυλό και το χαρτί και δούλευε μέχρι να πονέσει: ο δείκτης και ο μεσαίος βγάζανε τους κάλους που έχουν οι γραφιάδες. Το σώμα διπλωνόταν στα δύο, τα μάτια κουράζονταν από τις σκιές που δημιουργούσε το φως της λάμπας. Σιγά-σιγά με το πέρασμα των χρόνων δημιουργήθηκε η κοιλίτσα της καθιστικής ζωής. Τετράδια γέμιζαν και στοιβάζονταν σε συρτάρια, σε γραφεία και σε χαρτόκουτα˙ τετράδια παλιά και πιο καινούρια, κιτρινισμένα τα περισσότερα, χωρίς καμία λογοτεχνική αξία. Γεμάτα μόνο με το πείσμα του μικρού παιδιού και τις χίμαιρες του μυαλού.

Υπήρχαν όμως κι άλλα, γεμάτα σημειώσεις και παραγράφους που ήταν λατρεμένα. Τα έπαιρνε στα χέρια της, τα χάιδευε. Διάβαζε απ’ την αρχή όλα τα γραφόμενά της και… λάτρευε τον εαυτό της. Με μια λατρεία που δεν γνώριζε μετριοφροσύνες. Σιωπηλή! Έκανε τα μάτια της να λαμπυρίζουν. Κομπασμός κυριαρχούσε στη φωνή της όταν μίλαγε για αυτά. Γιατί ήταν το έργο της το αγαπημένο και είχε την ελάχιστη γνώση να καταλαβαίνει ότι δεν ήταν μια εργασία που μπορούσε να την εκτελέσει ο οποιοσδήποτε άνθρωπος.

Ήταν το ταλέντο που είναι φειδωλά μοιρασμένο στους λίγους. Ήταν μία από αυτούς τους λίγους που γνώριζε την τέχνη της γραφής. Μιας τέχνης που δεν μαθαίνεται, αλλά υπάρχει μέσα μας πριν ακόμα γεννηθούμε. Είναι κληρονομιά των προγόνων μας. Είναι κληρονομιά του Θεού και των γονιών μας και μπορεί μόνο να τελειοποιηθεί, αλλά όχι να γίνει κτήμα οποιουδήποτε.

Συνέχισε να πίνει τον καφέ της και να γεμίζει το σταχτοδοχείο με αποτσίγαρα. Το βλέμμα της είχε μείνει μετέωρο στον τοίχο, αβέβαιο. Αναρωτιόταν γιατί συνέχιζε να αυτοκαταστρέφεται. Ήξερε το φάρμακο. Γιατί δεν το έπαιρνε; Τα χαρτιά περίμεναν κρύα και ξένα πάνω στο τραπέζι. Δεν είχε να κάνει τίποτα άλλο παρά μόνο να τα γεμίσει, να τα τσαλακώσει, να τα κάνει ένα μ’ αυτήν. Καθόταν άπρακτη αρκετή ώρα. Ένας συγγραφέας που σταμάτησε να γράφει είναι ένας δυστυχισμένος άνθρωπος. Μπορεί να έχει χρήματα και μια καλή δουλειά, απασχόληση, εραστή και παιδιά. Αλλά παραμένει δυστυχής και μισός. Είναι κρύος και σκληρός σαν τα ντουβάρια που αποτελούν τους τοίχους.

Ένας συγγραφέας ποτέ δεν γίνεται καλός δημοσιογράφος, καλός γιατρός, καλός δικηγόρος. Γιατί η πραγματική του δουλειά είναι αυτή που του φουσκώνει το στήθος από περηφάνια, και του λυτρώνει την ψυχή˙ κι αυτή η δουλειά είναι το γράψιμο. Όλα τ’ άλλα είναι χόμπι και οικονομικές αναγκαιότητες. Η μεγαλύτερη επαγγελματική επιτυχία για τον συγγραφέα είναι η έκδοση του βιβλίου του. Η μεγαλύτερη ψυχική ανάταση είναι τα μάτια του εραστή του, καθώς διαβάζουν τα χειρόγραφά του.

Ποτέ δεν θα ξέχναγε την πρώτη φορά που έδωσε στον εραστή της να διαβάσει τις σημειώσεις της. Αυτός καθόταν ήρεμος στην πολυθρόνα του διαβάζοντας και αυτή έψαχνε στο πρόσωπό του απελπισμένα να δει τα σημάδια που θα τον συγκινούσαν. Το παραμικρό ανοιγοκλείσιμο των ματιών, το μειδίαμα στα χείλη του, οτιδήποτε που θα μπορούσε να δείξει την κατάφαση ή την άρνηση. Τον περίμενε να τελειώσει και μετά ρώτησε φοβισμένα τη γνώμη του. Κι αυτός την πήρε αγκαλιά και της είπε να συνεχίσει. Κι αυτή δεν άγγιξε καθόλου το αλκοόλ γιατί ήταν ήδη μεθυσμένη από τα λόγια του. Και τότε σκέφτηκε ότι απόκτησε τον πρώτο της αναγνώστη. Και συνέχισε να γράφει. Να γράφει για αυτήν, για να ελευθερωθεί. Και να γράφει για αυτόν, γιατί ήταν υποχρεωμένη στον αναγνώστη της.

Πέρασαν αρκετά χρόνια. Αυτή έγραφε και αυτός διάβαζε. Δειλά-δειλά άρχισε να γράφει μια συλλογή από μικρά αποσπάσματα από την προσωπική της ζωή. Κάτι σαν νουβέλες. Μερικές από αυτές ήταν υπέροχες, το καταλάβαινε και μόνη της. Θα μπορούσαν να τιτλοφορηθούν: «Μικρές ιστορίες μεγάλου πάθους». Αυτή όμως χωρίς να σκεφτεί ιδιαίτερα, πρόσεξε το χρώμα του εξώφυλλου του τετραδίου και έβαλε τον τίτλο «Μπλε τετράδιο». Από εκείνη την ημέρα, ό,τι όμορφο, αυτόνομο και μικρό έβγαινε από μέσα της, έμπαινε κατευθείαν στο «Μπλε τετράδιο». Που ποτέ δεν εκδόθηκε. Παρέμεινε μια ιστορία που την διάβασαν τέσσερις άνθρωποι.

Ποτέ δεν εκδόθηκε γιατί ποτέ δεν χτύπησε την πόρτα ούτε του πιο ταπεινού και μικρού εκδοτικού οίκου. Έψαχνε ώρες στον Χρυσό Οδηγό για να βρει τις εκδόσεις, βρήκε διευθύνσεις και τηλέφωνα. Δεν δοκίμασε πουθενά. Σκέφτηκε τα φιλολογικά περιοδικά, εφημερίδες, μοντέρνα και ηλίθια ρεύματα του καιρού της: την ομοφυλοφιλική γραμμή, την εφημερίδα των αναρχικών. Όλα τα σκέφτηκε. Εκτός από τις συνταγές της Χρύσας Παραδείση. Και πουθενά δεν πήγε. Και τίποτα δεν έκανε. Φοβόταν την άρνηση κι όλα τα άλλα ήταν δικαιολογίες. Φοβόταν ότι άμα κάποιος «ειδικός» τής έδινε μια αρνητική απάντηση, θα καταστρεφόταν. Θα σταματούσε να γράφει.

Άρχισε να τσακώνεται με τον εραστή της. Αυτός την πίεζε να προσπαθήσει και αυτή φοβόταν. Άρχισε για πρώτη φορά να χάνει την εμπιστοσύνη στον εαυτό της. Η φοβία πέρασε μέσα στα γραπτά της και άρχισε να τα μασουλάει και να τους ρουφάει το πιο όμορφο κομμάτι τους. Έτσι, δεν την αρνήθηκε κανένας. Είχε την ικανοποίηση να μπορέσει να αρνηθεί μόνη της τον εαυτό της. Λίγα πράγματα μπορούν να πληγώσουν πραγματικά έναν άνθρωπο. Τίποτα όμως δεν συγκρίνεται με την βαθμιαία εξαθλίωση που μόνος σου προκαλείς στον εαυτό σου.

Άναψε το τσιγάρο της και ρούφηξε βαθιά. Σκέφτηκε πως τα αθώα χρόνια πέρασαν αμετάκλητα. Ήρθε η πονηριά στη θέση τους. Ο ήρεμος εραστής, ο καθισμένος στην πολυθρόνα με το βιβλίο του στο χέρι χάθηκε και τη θέση του πήρε ο καινούργιος που δεν κάθεται σε πολυθρόνα, αλλά τρέχει στους δρόμους. Στο χέρι του δεν κρατάει βιβλίο αλλά μια σακούλα της λαϊκής. Τα βιβλία έγιναν πολυτέλεια για τον διάκοσμο μιας βιβλιοθήκης. Το διάβασμά τους κουράζει και μειώνει τον καινούργιο εραστή. Μα το Θεό, θα μπορούσε να τρελάνει τελείως τη μικρή του ερωμένη που κάθεται σκυμμένη για να τα διαβάσει.

Τα διαβάζει. Σειρά με τη σειρά. Τα χαϊδεύει, η τρελή, προσπαθώντας να αντλήσει κουράγιο από εκεί μέσα. Τόσοι άνθρωποι τα κατάφεραν. Γιατί όχι κι αυτή; Τι παραπάνω είχαν οι άλλοι; Έχει διαβάσει πάρα πολλά. Μερικά της φανήκαν τελείως μέτρια. Κάθεται και σκέφτεται ότι θα μπορούσε να τα γράψει ο καθένας. Δεν χρειάζεται καν ιδιαίτερο ταλέντο. Απλώς γνώσεις μιας έκθεσης ιδεών και μιας καλής γνωριμίας μ’ έναν εκδοτικό οίκο. Και υπομονή, που αυτή δεν διαθέτει. Έρχεται η στιγμή που η βότκα τελειώνει. Έρχεται η στιγμή που τα τσιγάρα τελειώνουν, που οι φίλοι τελειώνουν, που οι εραστές βαριούνται και τραυματίζουν ανεπανόρθωτα ο ένας τον άλλον.

Αλλά το τετράδιο είναι ανοιγμένο εκεί μπροστά και περιμένει. Κι ο πρώτος σου αναγνώστης περιμένει κι αυτός κάπου. Και τότε έχεις υποχρέωση σε αυτόν, στον εαυτό σου και συνεχίζεις. Σε ευχαριστώ, πρώτε μου αναγνώστη που σήμερα, έστω κι από μακριά, μου έδωσες πάλι τον εγωισμό μου.

Κλουζ, 16-2-1993

__
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
http://eroutoula.wix.com/literature-blog
https://www.facebook.com/pages/Historic-Guidebook-of-London-and-Outskirts/751508474905074?ref=aymt_homepage_panel
http://www.amazon.co.uk/s/ref=nb_sb_ss_i_0_7?url=search-alias%3Daps&field-keywords=evi%20routoula&sprefix=evi+rou%2Caps%2C455
https://www.facebook.com/MetroLondinou7Stathmoi7Istories?fref=ts

.

%d bloggers like this: