ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΙΚΗ ΤΣΙΑΤΑ, ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΣ

Η μικρή Ισαβέλλα προσπάθησε να τεντώσει το κορμάκι της. Ήταν πολύ στενάχωρα πλέον στην κοιλιά της μαμάς της. Μέχρι πριν από λίγο καιρό ήταν πολύ άνετα εκεί μέσα. Κολυμπούσε, έκανε τούμπες και κουνούσε τα χεράκια της κάθε φορά που άκουγε μουσική.

Εδώ και λίγες μέρες, όμως, τα πράγματα δυσκόλεψαν. Είχε μεγαλώσει τόσο που δεν μπορούσε πια να κουνηθεί και μετά βίας κατόρθωνε να γυρίσει πλευρό για να ξεμουδιάσει.

«Μα τι γίνεται εκεί έξω;», αναρωτήθηκε. Τόσο καιρό ένιωθε το χέρι του μπαμπά της να χαϊδεύει την κοιλιά της μαμάς της και τον άκουγε που της μίλαγε και της ζήταγε να βγει. Από την άλλη, η μαμά τής έλεγε να κάτσει εκεί που είναι, γιατί έξω κάνει πολύ κρύο. Έφτασε, όμως, ο κόμπος στο χτένι. Δεν το καταλαβαίνουν ότι δεν χωράει πια εκεί μέσα; Γιατί δεν κάνουν κάτι;

Μια φωνή πόνου ακούστηκε και την τρόμαξε. Ήταν της μαμάς της. Μέχρι τώρα η φωνή της ήταν γλυκιά και σιγανή, τώρα τι έπαθε ξαφνικά και φωνάζει; Σταμάτησε να τεντώνεται και έμεινε ακίνητη κουλουριασμένη. Δεν ήθελε να κάνει καμιά κίνηση που να κάνει τη μαμά της να πονέσει.

Τότε άκουσε αυτή την άχαρη φωνή που άκουγε κάθε μήνα, όταν η μαμά της την πήγαινε βόλτα (όπως της έλεγε) στο γιατρό.

«Έχουμε πρόβλημα», είπε η φωνή, «δεν μπορεί να βγει αν δεν γυρίσει το κεφάλι προς τα κάτω». Όσο και να προσπάθησε να γίνει καθησυχαστική, η φωνή ακούστηκε ανήσυχη σαν να ήθελε να προειδοποιήσει για κάτι πολύ άσχημο που θα ακολουθούσε.

Η μικρή Ισαβέλλα άνοιξε με τρόμο τα μάτια. Ώστε έπρεπε να βγει από μόνη της; Με ποιον τρόπο; Και από πού βγαίνουν; Γιατί η μαμά της δεν της είχε μιλήσει γι’ αυτό, γιατί δεν της είχε δώσει κάποιες συμβουλές;

«Όχι, δεν πρέπει να πανικοβληθώ. Το πιο σημαντικό είναι να μη πονέσει η γλυκιά μου η μαμά», σκέφτηκε.

«Τι είπε η φωνή… ότι για να βγω πρέπει να γυρίσω το κεφάλι προς τα κάτω; Ε, αυτό θα κάνω!». Με πολύ κόπο συγκέντρωσε όλες της τις δυνάμεις και με φόρα έκανε μια στροφή προς τα κάτω. Άκουσε πάλι τη μαμά της να φωνάζει με τρόμο ενώ μια άλλη της έλεγε να παίρνει γρήγορες αναπνοές. «Υπομονή μανούλα, θα κάνω ότι μου πείτε για να βγω όσο πιο γρήγορα γίνεται», ήθελε να φωνάξει μα δεν τα κατάφερε. Το νερό μέσα στο οποίο κολυμπούσε όλο το καιρό και που τη κράταγε ζεστή, είχε μπει στο στόμα της.

Η μαμά τής έλεγε να κάτσει εκεί που είναι, γιατί έξω κάνει πολύ κρύο

«Ευτυχώς που γύρισε προς τα κάτω», ακούστηκε πάλι η φωνή, φανερά ανακουφισμένη. «Τώρα θα σπάσουμε τα νερά και θα βγει».

«Ώστε αυτό πρέπει να γίνει; Ε, θα βάλω κι εγώ ένα χεράκι να τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα», σκέφτηκε πάλι η Ισαβέλλα και άρχισε να παλεύει με χέρια και πόδια για να τρυπήσει τον σάκο με το νερό μέσα στο οποίο βρισκόταν.

Οι φωνές της μαμάς της δυνάμωσαν, όταν ένα περίεργο αντικείμενο τρύπησε τον σάκο και το νερό άρχισε να φεύγει από την κοιλιά της μαμάς της προς τα κάτω. «Τώρα ήταν η στιγμή» σκέφτηκε, και άρχισε να τεντώνεται για να γλιστρήσει το κορμάκι της μαζί με το νερό, προς τα έξω.

Κι ενώ η μαμά της φώναζε κι αυτή γλιστρούσε αργά προς τα κάτω, είδε ένα φως. Τι χαρά! Θα έπαυε να ζει στο σκοτάδι και θα έβλεπε ένα σωρό υπέροχα πράγματα για τα οποία της μιλούσε η μαμά της κάθε τόσο. Με μια τελευταία της κίνηση έβγαλε το κεφαλάκι της έξω από το κορμί της μαμάς της και αμέσως δύο χέρια την έπιασαν τρυφερά και την τράβηξαν ολόκληρη προς τα έξω. Ήταν τόσο ενθουσιασμένη, αλλά δεν πρόλαβε να χαρεί γιατί τα χέρια τής έδωσαν ένα γερό χτύπημα στη πλάτη. Η μικρή Ισαβέλλα τρόμαξε τόσο πολύ και πόνεσε, που έβαλε τα κλάματα.

Χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε τυλιγμένη σε ένα ζεστό πανί μέσα σε μια αγκαλιά. Δύο ζεστές σταγόνες πέσανε στο πρόσωπό της. Σταμάτησε το κλάμα και άνοιξε τα μάτια με απορία. Ήταν δάκρυα που έσταξαν από τα πιο όμορφα μάτια του κόσμου, τα μάτια της μαμάς της.

Άρχισε να περιεργάζεται αυτό το υπέροχο πρόσωπο. Ένα τρυφερό χέρι ακούμπησε στο κεφαλάκι της και μια γνώριμη φωνή την καλωσόρισε με το όνομά της. Γύρισε και αντίκρισε τον μπαμπά της.

Ήθελε να του χαμογελάσει, αλλά δεν ήξερε πώς. Τεντώθηκε επιτέλους και έκλεισε τα μάτια για να κοιμηθεί. Ήταν πολύ κουρασμένη. Οι χαιρετούρες και οι συστάσεις μπορούσαν να περιμένουν. Θα έχουν μπροστά τους μια ολόκληρη ζωή.

.

%d bloggers like this: