ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΑΣΟ ΡΟΓΚΑ

Θυμάμαι τον εαυτό μου παιδί, να ξυπνάω στις 6 το πρωί, την ώρα που η μάνα μου έφευγε για τη δουλειά της, για να δω στο video τον Στάθη.

Νομίζω ότι την εποχή της βιντεοκασέτας, υπήρχαν ηθοποιοί που σε γεμίζαν δέος και ίσως τις περισσότερες φορές και να ταυτιζόσουν μαζί τους. Ο Στάθης είχε κάτι το διαφορετικό. Είχε άστρο και είχε τον τρόπο να σε κερδίσει.

«Μάνα», της είπα μια μέρα, «θα γίνω σταρ, θα γίνω σαν τον Στάθη» κι εκείνη έκανε τον σταυρό της σαν να έλεγε «πάει το παιδί μου, τρελάθηκε». Στο σχολείο, κάπου εκεί στο Λύκειο, μια Δευτέρα είχαμε εκδρομή στην Καισαριανή, σε ένα πάρκο. Η μοίρα το είχε αποφασίσει να έβλεπα τον Στάθη μπροστά μου να κάνει γυρίσματα για τη νέα του ταινία. Τον πλησίασα και του είπα: «Ψιτ, εγώ θα γίνω σαν εσένα» και ήρθε και μ’ αγκάλιασε. Αυτό ήταν. Δεν χαθήκαμε ποτέ.

Τα χρόνια περνούσαν, μεγάλωσα και έκανα δική μου οικογένεια και κάπου εκεί, το 2007, ήρθε ένα τροχαίο στη ζωή μου και με το πόδι γεμάτο σίδερα και με την πατερίτσα αγκαλιά, πήγα να τον δω στο θέατρο. Βγήκε στη σκηνή και με είδε. Ήμουν στις πρώτες θέσεις, θυμάμαι το βλέμμα του που ήταν τόσο διαπεραστικό… Ακόμα είναι σαν να τον βλέπω να με κοιτάζει από το κέντρο της σκηνής.

«Είσαι τρελός!», μου φώναξε, «εντελώς όμως», προσέθεσε και συνέχισε να παίζει. Όταν η παράσταση τελείωσε, μου είπε θα έρθω εγώ κάτω και του απάντησα «ούτε να το διανοηθείς, εγώ θα έρθω». Και είδα το δάκρυ στα μάτια του καθώς με κοίταζε να προσπαθώ να ανέβω τα σκαλιά της σκηνής. Εκείνη η ζεστή του αγκαλιά και η αγάπη στο βλέμμα του ήταν αυτή που σε γέμιζε και σε έκανε να τον αγαπάς ακόμα παραπάνω. Αυτός ήταν ο Στάθης Ψάλτης, αυτός ήταν για μένα ο Στάθης…Κάπου στη Λυκόβρυση, έμαθα ότι ο Στάθης ήταν άρρωστος και πως τα πράγματα ήταν πολύ σοβαρά. «Έλα μαλακίες, θα γίνω καλά…», μου έλεγε, «… τι ανησυχείς, ε; Τι ανησυχείς… τόσα χρόνια με ξέρεις». Δεν έγινε όμως καλα και δεν εγινε έτσι όπως το είπε.

Έναν χρόνο μετά το θάνατο του Στάθη, ο Στάθης Ψάλτης είναι τόσο μόνος όσο δεν ήταν ποτέ. Το καντήλι στον τάφο του δεν είναι αναμμένο, τα λουλούδια είναι μαραμένα, το θυμιατό έχει ξεκολλήσει από τη βάση του και το μνήμα δεν είναι πλέον ολόλευκο, αλλά λερωμένο. Μέχρι και τα (πλαστικά) λουλούδια έχουν ξεθωριάσει από τον ήλιο.Kαι ο Στάθης θα πρέπει να νιώθει τόση μοναξιά μα και τόση λύπη. Ο άνθρωπος που πρόσφερε τόσα στην κωμωδία, τόσα πολλά στο ελληνικό θέατρο, τόσα σε όλους εμάς, που μας έκανε να γελάμε, που τόσα και άλλα τόσα χρήματα γέμισε τις τσέπες των θεατρικών παραγωγών, σήμερα -ας το επαναλάβω όπως τα ανέφερα πιο πάνω- το καντήλι στον τάφο του δεν είναι αναμμένο, τα λουλούδια είναι μαραμένα, το θυμιατό έχει ξεκολλήσει από τη βάση του και το μνήμα δεν είναι πλέον ολόλευκο αλλά λερωμένο. Μέχρι και τα (πλαστικά) λουλούδια έχουν ξεθωριάσει από τον ήλιο – ο Στάθης όμως είναι εκεί και το βλέπει.

Όλοι αυτοί που ο Στάθης βοήθησε και στήριξε όταν ήταν στη ζωή, που τους έδωσε χρήματα, που τους στάθηκε, όλοι αυτοί πού είναι για να φροντίσουν τον τάφο του σαν φόρο τιμής στον μεγάλο ηθοποιό; Πού είναι και γιατί χάθηκαν;

Έπεσε η αυλαία, τα φώτα σβήσανε κατέβηκε η μαρκίζα… τέλειωσες, πρωταγωνιστή. Τώρα δεν έχεις να προσφέρεις κάτι σε αυτό το γαμημένο το επάγγελμα και σε ξεχάσαν όλοι.

Είναι σαν τα νεκροταφεία που ο τάφος έξω είναι λευκός και καθαρός γεμάτο λουλούδια και αρώματα. Και μέσα είναι χάλια. Μόνο που στον δικό σου τάφο, Στάθη μου, και ντρέπομαι, το καντήλι σου δεν είναι αναμμένο, τα λουλούδια είναι μαραμένα, το θυμιατό έχει ξεκολλήσει από τη βάση του και το μνήμα σου, Στάθη, είναι βρώμικο.

Έτσι, ένας ακόμα μεγάλος του ελληνικού θεάτρου γίνεται μικρός και ασήμαντος, ακόμη κι αν πρόσφερε σ’ αυτόν τον τόπο.

.

%d bloggers like this: