ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΙΚΗ ΝΑΣΣΗ

Α. ΚΕΙΜΕΝΟ: «Οι δύο οικογένειες», Λαϊκό παραμύθι.

Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μικρό χωριό ζούσανε πλάι πλάι δυο οικογένειες. Είχαν τα ίδια πάνου κάτου σπίτια και τα ίδια χωραφάκια.

Του πρώτου πατέρα δεν τ’ άρεγε η πολλή δουλειά και κάθε λίγο και λιγάκι χάλευε τον ίσκιο για να ξαποσταίνει. Σ’ εκειόν άρεγε πολύ η καλοπέραση, πρωί και βράδυ θα πάαινε στον καφενέ, θα κέρναγε όλο το χωργιό, κανένα πανηγύρι δεν άφηνε να μην χορέψει πρώτος, γιατί ήτανε και λεβέντης, αγόρασε καινούριο αμάξι και τρακτέρι, πήρε κι εκειά τα ρούχα μαντεινίταλι, μου φαίνεται που τα λιεν, και άμα δεν τό φταναν και τα λεφτά, δανείζονταν από την αγροτική την τράπεζα, για να κάμει και τα χατήρια και των παιδιών και της γυναίκας που σαν κι εκειόν κι αυτοί καλομάθανε και ζούσανε μέσα στα πλούτια με ξένα λεφτά που, άμα θυμόντανε, τα ξεπλερώνανε και τις πιο πολλές φορές χρωστούμενα ήσαντε πάντα.

Στο σπίτι το πλαϊνό ο πατέρας αγάπαγε πολύ τη δουλειά, ήθελε κι εκειός τα παιδιά του να ’χουνε τα χρειαζούμενα και πολλά παραπάνου, αλλά, άμα καταλάβαινε που δεν του ’βγαινε ο λογαριασμός, προτίμαγε να φάνε ψωμί και ελιά και να δουλέψουνε παραπάνου, παρά να δανειστεί και μαναχά, σαν ήταν μεγάλη ανάγκη, πέρναγε την πόρτα της τράπεζας και δεν κοιμότανε ήσυχος ο έρμος, άμα δεν ξεχρέωνε όσα δανεικά πήρε. Και άμα τα παιδιά του του λέγανε πως ζηλεύανε το γείτονα και τα παιδιά του, εκειός συλλογισμένος απάνταγε: «Γλήγορα θα τα μάθετε τα χαμπέρια τους!».

Στην πρώτη την φαμίλια όλοι ήτανε ευχαριστημένοι και ζούσανε μες στα καλά ως την ώρα που ένα πρωί ανοίξανε την πόρτα και ήτανε ο κλητήρας που ήθελε να πάρει το σπίτι και τα χωραφάκια τους. Δεν είχανε πλερώσει τα δάνεια και, άμα δεν το κάμανε, θα τους βγάζανε στο δρόμο.

Θεριό έγινε ο πατέρας, σαν τ’ άκουσε. Τα ’βαλε μ’ όλους, με την κυβέρνηση που δεν τον βόηθησε, με το χωριό, με τη γυναίκα του, μου φαίνεται που την έδειρε κιόλα, αλλά όρκο δεν παίρνω, με την τράπεζα που ’ρθε να του ζητήσει τα λεφτά και δεν ντράπηκε από έναν φτωχό μεροκαματιάρη, αυτή που δεν ξέρει τι έχει στα μπαούλα της! «Να μου τα χαρίσει, όχι να μου ρουφήξει το αίμα», φώναξε!

Αλλά εκειός που τον έκανε να βγει από τα ρούχα μαντεινίταλι, μου φαίνεται που τα λιεν, ήτανε ο γείτονας, αυτό το φίδι που ως τα τώρια δεν το ’χε καταλάβει και τον κέρναγε και κάθε φορά που τον εύρισκε στον καφενέ. Τι του είπε και δεν ντράπηκε ο άτιμος; «Γιατί να στα χαρίσει εσένα η τράπεζα που καλοπέρναγες και δε στέρησες τίποτες τα παιδιά σου με δανεικά; Εγώ τα μεγάλωσα με στερήσεις και άπλωσα τα πόδια μου μονάχα ως εκεί που μπόραγα, με τις δικές μου πλάτες, και όταν πήρα δανεικά, κοίταξα να τα γυρίσω και όχι να τα φάω σαν να ’τανε δικά μου!»
Μα είναι γείτονας αυτός; Ντροπή του!…

Β. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

1. Ποιο πιστεύετε ότι είναι το ποσοστό των ελληνικών οικογενειών και πατεράδων που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία και ποιο όσων ανήκουν στη δεύτερη;
2. Η οικογένειά σας σε ποια κατηγορία ανήκει; (Αν θέλετε απαντάτε, εσείς, όπως και εμείς, μονάχα ξέρουμε και μέσα μας, ελπίζω, να μην κλαίμε!)
3. Ποιος πιστεύετε ότι φταίει για την κατάληξη του πρώτου πατέρα; Η τράπεζα ή το κακό του το κεφάλι; (Η λέξη «κακό» ας εκληφθεί, όπως σεις νομίζετε! Πάντως καλό δεν είναι! Μείωση μισής μονάδας, διότι σας βοήθησα!)
4. Η άποψη που ακολουθεί δύναται να είναι το επιμύθιο του ανωτέρω μύθου και γιατί;
«Όσο επιμένουμε να μην βλέπουμε κατάματα την αλήθεια και συνεχίζουμε να τα βάζουμε με τους τρίτους (βλ. Σόιμπλε), όλο και πιο πολύ θα βυθιζόμαστε! Εκτός και αν η Παναγιά μας, όλες οι Παναγιές της φυλής μας, Σουμελά, Αρβανίτισσα, Λαμποβίτισσα, Κανάλα, Εκατονταπυλιανή κλπ, ενωθούν για να μας σώσουν. Διότι έτσι που γίναμε, μόνο με θαύμα θα σωθούμε… Αν υπάρχει κάποιος ανάμεσά μας που πιστεύει ακόμη στα θαύματα!».
Η συμμετοχή σας στο διαγώνισμα και η βαθμολογία θα τηρηθούν μυστικά.
Καλή επιτυχία!

.

%d bloggers like this: