ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ

Μετά από δύο συλλογές διηγημάτων, ο Γιώργος Μπουγελέκας εκδίδει το πρώτο του μυθιστόρημα και κατακτά τους αναγνώστες με την εμπνευσμένη ιστορία που αφηγείται στο βιβλίο του με τίτλο «Ο εγγονός της Άννας».
Πόσο σοκαριστικό μπορεί να είναι για μια Εβραία γιαγιά, να ανακαλύπτει ότι ο εγγονός της γοητεύεται από συνθήματα και πρακτικές των νεοναζί; Και πόσο σοκαριστικό μπορεί να είναι για τον εγγονό, όταν του αποκαλύπτει την ιστορία της;
«Η Άννα, με τις αφηγήσεις της προσφέρει στον εγγονό της μαθήματα ζωής και ανθρωπιάς», αναφέρεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου κι εγώ θα προσθέσω πως πρόκειται για μαθήματα ζωής και ανθρωπιάς που μας αφορούν όλους.

ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Κύριε Μπουγελέκα, έχετε σπουδάσει μαθηματικός και εργάζεστε ως εκπαιδευτικός. Υπάρχει σχέση μεταξύ των μαθηματικών και της συγγραφής;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΟΥΓΕΛΕΚΑΣ: Κυρία Γκαζιάνη, είναι αλήθεια ότι η σχέση μεταξύ μαθηματικών και λογοτεχνίας έχει απαντηθεί από καταξιωμένους μαθηματικούς που ασχολήθηκαν με εξαιρετική επιτυχία με τη λογοτεχνία πριν από μένα. Αναφέρω ενδεικτικά τους Απόστολο Δοξιάδη, Τεύκτρο Μιχαηλίδη αλλά και τον σπουδαίο ποιητή Έκτορα Κακναβάτο. Πέραν όμως των παραδειγμάτων, η λογοτεχνική γραφή που ταιριάζει σε μένα, μοιάζει με ένα θεώρημα που οι λογοτεχνικές μου προσπάθειες επιχειρούν κάθε φορά να αποδείξουν, είτε πρόκειται για τα διηγήματα, είτε για το μυθιστόρημά μου, «Ο εγγονός της Άννας». Ο Χρήστος Λάσκος, σε άρθρο του στην Αυγή, είχε την καλοσύνη να περιγράψει τα πρώτα ως «Διηγήματα συγκινητικά, απλά και καίρια, το καθένα κι ένα επιχείρημα». Επιχειρήματα, λοιπόν, που συναρμολογούν μια απόδειξη. Ο βαθμός της ισχύος και της κομψότητας τους επαφίεται στον αναγνώστη.

Μ.Γ.: Πώς θα χαρακτηρίζατε τη σχέση σας με τους μαθητές σας;

Γ.Μ.: Καταβάλω προσπάθεια να είναι καλές και ουσιαστικές και όταν έλθει η στιγμή της αποφοίτησης γίνονται συνήθως, πολλές από αυτές, πιο βαθιές και ακόμα πιο ουσιαστικές. Η σπορά όμως για μια τέτοια εξέλιξη έχει ήδη πέσει από τα μαθητικά χρόνια μέσα στις σχολικές τάξεις.

Μ.Γ.: Ποιες είναι οι συμβουλές που δίνετε στους μαθητές που θέλουν να ακολουθήσουν τα βήματά σας στα μαθηματικά και ποιες σε όσους θέλουν να ακολουθήσουν τη συγγραφή;

Γ.Μ.: Η μόνη συμβουλή που δίνω στα παιδιά είναι να ακολουθήσουν αυτό που αγαπάνε. Οποιαδήποτε υπόκλιση σε προτροπές τρίτων να επιλέξουν με βάση αποκλειστικά τις οικονομικές απολαβές, είμαι βέβαιος πως θα είναι καταστροφική για τη ζωή και την ψυχική -και επομένως σωματική- τους υγεία. Αν ακολουθήσουν την καρδιά τους στην επιλογή επαγγέλματος, θα επιτύχουν επαγγελματικά και εν τέλει οικονομικά. Αν ξεκινήσουν την επιλογή τους με κριτήριο το δεύτερο στόχο, κατά κανόνα τα αποτελέσματα δεν είναι τα αναμενόμενα.

Μ.Γ.: Τι σας ώθησε προς τη συγγραφή βιβλίων;

Γ.Μ.: Από μικρή ηλικία έγραφα ποιήματα που ποτέ δεν εξέδωσα. Το κάνω ακόμα και τώρα. Με μόνη διαφορά ότι πλέον τα στέλνω σε διάφορα ποιητικά sites και από εκεί τα παρακολουθώ να πορεύονται αναρτημένα τη διαδρομή τους στις οθόνες των φίλων του είδους. Με τον πεζό λόγο άρχισα να ασχολούμαι πιο συστηματικά κατά τη διάρκεια των μεταπτυχιακών μου σπουδών, όταν ένιωσα την ανάγκη να μοιραστώ γνώσεις και απόψεις που με πλούτισαν ως άνθρωπο μετατρέποντας τον «θησαυρό» των σπουδών μου σε «… παραμύθια και παραβολές…». Η ξενοφοβία και ο ρατσισμός αλλά και το βαθύ τραύμα της τρομακτικά πολυεπίπεδης κρίσης, αποτελούν μέχρι τώρα τα πεδία της ενασχόλησής μου.

Μ.Γ.: Έχετε εκδώσει δύο συλλογές διηγημάτων και πρόσφατα κυκλοφόρησε το πρώτο σας μυθιστόρημα. Ποιο είναι το πιο αγαπημένο σας είδος γραφής, τα διηγήματα ή τα μυθιστορήματα;

Γ.Μ.: Αν επιστρέψουμε με έναν τρόπο στο πρώτο σας ερώτημα, θα έλεγα πως τα διηγήματα μοιάζουν με γεωμετρικά πορίσματα, ενώ τα μυθιστορήματα με προβλήματα γεωμετρικών τόπων με ανάλυση, σύνθεση, κατασκευή και διερεύνηση. Αγαπώ με την ίδια ένταση και τα δύο. Είναι και τα δύο χρήσιμα και μπορούν να προσφέρουν εξίσου πλούσια αισθητική απόλαυση στους αναγνώστες και στις αναγνώστριες.

Μ.Γ.: Το μυθιστόρημα έχει τον τίτλο «Ο εγγονός της Άννας». Πρόκειται για έναν τίτλο που προκαλεί τον αναγνώστη να το διαβάσει. Σε τι παραπέμπει ο τίτλος;

Γ.Μ.: Ο τίτλος παραπέμπει στη σχέση μιας ηλικιωμένης κυρίας, της Άννας, με τον αγαπημένο της εγγονό Ιάκωβο, που κλονίζεται από τη στιγμή που η ίδια αντιλαμβάνεται την επίδραση των νεοναζιστικών δοξασιών στον έφηβο.

Μ.Γ.: Αν και η γιαγιά Άννα έχει στενή και τρυφερή σχέση με τον εγγονό της, γεγονότα που βίωσε και κρατήθηκαν μυστικά μόνο εξ ανάγκης του τα αποκαλύπτει. Τι την υποχρέωνε να τα κρύβει και τι την ανάγκασε να τα αποκαλύψει στον εγγονό της;

Γ.Μ.: Στις ντουλάπες όλων των οικογενειών υπάρχουν σκελετοί. Στην περίπτωσή μας, το μυστικό ήταν η κρυμμένη εβραϊκή ταυτότητα της γιαγιάς. Η συνέχεια της ερώτησης σας, ας απαντηθεί «… επί της οθόνης…».

Μ.Γ.: Ποιο ήταν το συναίσθημα της εβραίας Άννας, όταν αντιλήφθηκε ότι ο εγγονός της έχει παρασυρθεί από νεοναζιστικές ομάδες;

Γ.Μ.: Πίκρα, οργή και εξαπάτηση.

Μ.Γ.: Όταν τα μυστικά προσφέρουν άγνοια, τι μπορεί να προκαλέσει στην ψυχή και τον χαρακτήρα ενός έφηβου η αποκάλυψη της αλήθειας;

Μ.Π.: Είναι μια πολύ δύσκολη στιγμή, όπως εύστοχα αφήνετε να εννοηθεί από τη διατύπωση της ερώτησής σας, η αποκάλυψη της αλήθειας για όλους μας. Για έναν έφηβο τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα. Η αλήθεια πονά, αλλά αν πρόκειται για τη σωτηρία της ψυχής ενός νέου ανθρώπου, αξίζει τον κόπο ο «χειρουργικός» -επιτρέψτε μου την έκφραση- πόνος της αποκάλυψης, από την μακαριότητα της πλάνης που μπορεί να οδηγήσει στην αγριότητα, στη μισαλλοδοξία και στον ρατσισμό.

Μ.Γ.: Στο βιβλίο σας, μας μεταφέρετε μέσα από τη διήγηση της εβραίας Άννας στον εγγονό της, τις συνθήκες της ζωής της κατά τη γερμανική κατοχή. Υπάρχουν πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα πάνω στα οποία βασίσατε την ιστορία σας, ή αφορά εξ ολοκλήρου μυθοπλασία;

Γ.Μ.: Ένα μυθιστόρημα είναι μια διαπλοκή του συγγραφικού μύθου με την ιστορική αλήθεια. Ναι, υπάρχουν πρόσωπα που δημιούργησε η φαντασία του συγγραφέα και πρόσωπα που έπαιξαν έναν σοβαρό ιστορικό ρόλο στην πορεία αυτού του τόπου. Και οι δύο κατηγορίες συνδιαλέγονται μεταξύ τους. Η έρευνά μου κράτησε περίπου πέντε χρόνια και ήταν δύσκολη και κάποιες φορές επώδυνη.

Μ.Γ.: «Το χθες συνδέεται με το σήμερα, καθώς στα χρόνια της κρίσης επιστρέφει ο εφιάλτης του νεοναζισμού», αναφέρεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Ποια είναι τα κοινά σημεία ανάμεσα στο χθες και το σήμερα;

Γ.Μ.: Η σημερινή Ευρώπη ξαναθυμάται τον μεσαίωνα, όπως το έκανε μετά το τρομακτικό για εκείνη την εποχή κραχ του 1929. Σήμερα τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα τόσο στους οικονομικούς δείκτες, όσο και στον τρόπο αντίδρασης των ευρωπαϊκών κοινωνιών μπροστά στο μεταναστευτικό ρεύμα προς την Γηραιά Ήπειρο με τη γενικευμένη στροφή προς την ακροδεξιά σε πολλές από αυτές. Και χαρακτηρίζω χειρότερη τη σημερινή στροφή στον νεοναζισμό, γιατί σήμερα γνωρίζουμε σαφώς πού οδηγούν αυτές οι καταστάσεις. Τότε, στην περίοδο του Μεσοπολέμου, η άνοδος του ναζισμού και του φασισμού ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία με άγνωστη κατάληξη. Σήμερα είναι μια βιωμένη τραγωδία.

Μ.Γ.: Δεδομένου ότι ως εκπαιδευτικός διαθέτετε εμπειρία από τη σημερινή νεολαία, ποια είναι η αιτία που οδηγεί νέους, σαν τον Ιάκωβο, προς τον νεοναζισμό;

Μ.Π.: Κατά τη γνώμη μου η απογοήτευση από τη σημερινή οικονομική κατάσταση και την τρομακτική ανεργία των νέων ανθρώπων, είναι οι βασικές αιτίες που μετατρέπουν τα παιδιά μας σε εύκολους στόχους των φορέων του μίσους και του ρατσισμού. Από την άλλη πλευρά, η παιδεία μας δεν είναι ακόμα όσο θα έπρεπε γενική και σύγχρονη σε μέσα και μεθόδους, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζεται ως φτωχός συγγενής η καλλιτεχνική παιδεία, που μέσω της απίστευτης ποικιλομορφίας της, εθίζει τους νέους στην αποδοχή του διαφορετικού. Σπουδαίος ο Ρέμπραντ, αλλά ταυτόχρονα μεγάλος είναι και ο Μπρακ. Αξεπέραστος ο Ερίκ Σατί, αλλά τρισμέγιστος είναι και ο Βασίλης Τσιτσάνης. Αυτά τα μηνύματα όταν δοθούν με τρόπο εύστοχο, περιορίζουν δραστικά την επίδραση σάπιων δοξασιών περί ανωτέρων και κατωτέρων φυλών, περί ανώτερων και κατώτερων πολιτισμών. Θα ήταν άδικο όμως να μην σημειώσουμε και τις ακούραστες προσπάθειες της μεγάλης πλειονότητας των Ελλήνων εκπαιδευτικών, οι οποίοι μέσα σε δύσκολες πολλές φορές συνθήκες, δίνουν τη δική τους, αποφασιστική απάντηση στον νεοναζισμό.Μ.Γ.: Στο βιβλίο σας γίνεται αναφορά στη δυνατή φιλία που δένει την Άννα με την Ντάλια από την εφηβεία τους μέχρι τα βαθιά γεράματα. Οι συνθήκες της ζωής τους τις ένωσε, ή ο χαρακτήρας τους;

Γ.Μ.: Η φιλία είναι ένα πανέμορφο αλλά τόσο ευαίσθητο λουλούδι. Χρειάζεται όπως όλες οι ανθρώπινες σχέσεις κόπο και χρόνο για να ανθίσουν. Όμως, κακά τα ψέματα, οι φιλίες και οι οικογένειες στα δύσκολα στεριώνουν τα γερά τους θεμέλια. Οι συνθήκες λοιπόν είναι που πρωτίστως φέρνουν κοντά τους ανθρώπους. Από εκεί και πέρα, οι χαρακτήρες αντιδρούν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο.

Μ.Γ.: Ποιο ήταν το κίνητρο ώστε να γράψετε την συγκεκριμένη ιστορία;

Γ.Μ.: Το κυρίαρχο ήταν να δοθεί μια ακόμα απάντηση στις ναζιστικές δοξασίες που δυστυχώς καθημερινά κερδίζουν έδαφος. Αφορμές για το συγκεκριμένο βιβλίο ήταν η γνωριμία μου με μια οικογένεια που μοιάζει με αυτήν της Άννας, ένα άρθρο της Αυγής για τις πλαστές ταυτότητες των Εβραίων της Αθήνας στην Κατοχή και το ανίκητο υπερεγώ ενός ιδεολόγου πατέρα που με έμαθε να μην χωρίζω τους ανθρώπους με φυλετικά, ταξικά και θρησκευτικά κριτήρια, αλλά μόνο με ό,τι κουβαλά ο καθένας στην ψυχή του.

Μ.Γ.: Αφού σας ευχαριστήσω και σας ευχηθώ καλοτάξιδο το βιβλίο σας, θα σας ζητήσω να κλείσετε αυτή τη συνέντευξη με μια αγαπημένη σας φράση μέσα από το βιβλίο.

Γ.Μ.: Αυτό που αγαπώ περισσότερο από όλο το βιβλίο, είναι οι τελευταίες γραμμές από το δεύτερο και μεγαλύτερο κεφάλαιο του βιβλίου και τις παραθέτω αυτούσιες:
Στο τέλος του μικρού γλεντιού, ο γνωστός του Ιάκωβου, τον ξαναπλησίασε και γέρνοντας στον ώμο του είπε λίγο πιο σιγά, όμως με πρόσωπο που έλαμπε από καμάρι:
«Τη Δευτέρα που μας πέρασε γύρισε ο Ζαχαριάδης!»
«Το ξέρω, σύντροφε, αλλά εγώ παντρεύτηκα την Άννα!»

*Το βιβλίο «Ο εγγονός της Άννας» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος

Βιογραφικό

Ο Γιώργος Κ. Μπουγελέκας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1957 από γονείς Μικρασιάτες. Αποφοίτησε από το A′ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών. Σπούδασε μαθηματικά στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές παιδαγωγικών στο ΕΑΠ. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός.

Έχει εκδώσει τις συλλογές διηγημάτων Διαβατήρια (Δωδώνη, 2011) και Ονειρική παρανομία (Ταξιδευτής, 2014).

.

%d bloggers like this: